ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο αδελφοδιώχτης της Ευγενίας Ζαμπετάκη

0

-Καλημέρα κοπελιά μου είντα κάνεις;

-Αξημέρωτα εκουβαλήθηκες μάνα; Πως και κόπιασες ετσά πρωί;

-Τα ζούμπερα(1) ‘φερα και ‘φραξα επά στα σώχωρα κι είδα τη μ-πόρτα ανοιχτή και ξαφνιδιάτσηκα(2), μα γιάντα Κατεριά μου εξύπνησες αποδιαφώτιστα; Πράμα δουλειά ‘βαλες ομπρός σου;

-Δε ν-το κατέεις μάνα πως εμπήκα στο μήνα μου και κάθε μέρα κοιλιοβαραίνω;

-Με το καλό, με χαρά και μ’ ένα πόνο να δώσει η χάρη τση Παναγίας να λευτερωθείς.

-Δε φοβούμαι γω μάνα τσι πόνους, ντουσουντίζω(3) πως έκαμα τρεις γέννες και έχω ζάβαλε(4) ένα μοναχό κοπέλι, το Αννιώ μου, το πρώτο μου, τ’ άλλα δυο α-που καμα μου ποθάνανε…

-Ατζέμπις Θε μου, θα μου ζήσει κι αυτό που βαστώ γη θα ποθάνει σα ν-τα’ άλλα; Πολλές γυναίκες επαδά στο χωριό μου λένε πως η κοπελιά μου έχει το ν-αδερφοδιώχτη και όσα κοπέλια κι α γκάμω από πα κι ύστερα θα ποθαίνουνε. Η γραι Βλαβία η ξεθιαρμίστρα η χερικαρέ(5) απού πήγα οπροχθάλλες(6) να με ξεθιαρμίσει, καλού – καλού, μου πενε πως δε ν-έχω θιαρμό μόνο η κοπελιά μου έχει τον αδερφοδιώχτη: «Ντα δε ντη θωρείς πως έει στο κούτελο(7) μια γ-κόκκινη γραμμή σα ν-το δοξάρι; Πρέπει ζάβαλε να τη βάλεις στο φούρνο και απ’ όξω ένα δεματάκι ξύλα άκαφτα. Να βαστάς στα χέρια σου ένα κουτί σπίρτα να τη φοβερίζεις και να τη ρωτήξεις τρεις βολές: Να αγαπάς θέλεις τα’ αδερφάκια σου; Αυτή πρέπει ν’ απηλογάται: Ναι θα τ’ αγαπώ τ’ αδερφάκια μου. Με τουτονά το μαϊκό θα φοβηθεί και θα φύγει ο αδερφοδιώχτης».

Ίδια ‘τσα μ’ ορμήνεψενε μάνα.

-Είντα ‘ναι τα βατταλαλείς(8) μωρή παιδί μου, τση τροζής θ’ ακούσεις; Μη μ-περατώσει ο νους σου να κάμεις τέθοια πράματα να βάνεις τη γ-κοπελιά στο φούρνο, να ξεστρίψει(9) απού το φόβο τζη, να σπάσει ο αντίχολος(10) τση. Ηγούγια μου κι ντ- ‘ναι τουτανά τα ρεζιλίκια. Εγώ Κατεριά μου θα σε τάξω στη μ-Παναγία τη βρεφοκρατούσα κι ούλα θα πάνε καλά.

«Εις την ορπίδα(11) βρίχνεται και δύναμη και θάρρος

Ωσάν ορπίζεις πια ‘λαφρό γίνεται κάθε βάρος»

Φεύγω και δε θέλω να κακαφοράσαι(12) ούλα θα πάνε καλά με τη δύναμη του Θεού.

-Κάτσε μάνα να σου βράσω ένα κλαδί ατίταμο να βρέξεις, ένα μ-ψυχάλι ψωμί να μη ν-είσαι νηστική.

-Όσκιες, χαράμις τη μπουκιά απού θέλω, θα πάω στο κονάκι μου να καταστέσω τα κουνέλια, να τωνε πετάξω μια ν-αγκαλέ χόρτα, γιατί θα ‘ναι λυσσιασμένα τση πείνας τα παντέρμα.

Επέρασενε η γι-ώρα με τη γ-κουβέντα, ο ήλιος εβγήκενε ένα κονταρόξυλο ψηλά στο ν-ουρανό, εξύπνησενε το Αννιώ το κατάστεσενε η μάνα ν-του κι απόις(13) αρχινήξανε τα χάδια και τα χάχαρα.

Η Κατεριά με τη βοήθεια τση μάνας τση εξετέλεψενε ούλες τσ’ ετοιμασίες τση γέννας. Ασβεστώσανε το σπίτι , εμπουγαδιάσανε τα ρούχα, εζυμώσανε τα γλυκά παξιμαδάκια για τα καλορίζικα, εψήσανε το σαπούνι.

Τ’ απομεσήμερο ήρθενε στο σπίτι η μάνα τζη η Αργυρένια και κράθιενε το πήλινο τσικάλι με το στρογγυλό πάτο και τόχενε μεσάτο με ποταμίσια ψιλή άμμο.

-Καλώς όρισες μάνα, θωρώ και κρατείς το αμμοτσίκαλο για τα ‘στραγάλια;

-Ναι Κατίνα μου, έχεις πυτίσει(14) τα ροβύθια με νερό κι ένα κουκί αλάτσι;

-Απού το πρωί μάνα τα ετοίμασα.

-Έλα λω δα φέρε κουτσούρια ν’ ανάψεις τη φωθιά.

-Εγώ μάνα δε μπατσιάρομαι(15) γιατί ’μαι με τη γ-κοιλιά στο στόμα.

Άναψενε η Αργυρένια τη φωτιά κι όντε ν-επύρωνενε η άμμο και κοκκίνηζενε, εκατέβαζενε τ’ αμμοτσίκαλο απού τη μπαρασθιά κι έριχνενε μέσα δυο –τρεις χαχαλές ροβύθια τα χύμιζε κάμποση ώρα στη μ-πυρωμένη άμμο κι ύστερα τα φκαίρεζενε μαζί με την άμμο σ’ ένα κόσκινο. Τα κοσκίνιζενε κι έπεφτενε η άμμος και μένανε τα στραγάλια. Εξαναβάνανε την άμμο να πυρώσει και με τον ίδιο τρόπο εντούρτιζενε(16) πολλά στραγάλια, απαραίτητο κέρασμα με τη ν-τσικουδιά.

Επεράσανε κάμποσες μέρες και μια ν’ αργαδινή επιάσανε τη βαρεμένη οι πόνοι. Εγλάκανε(18) η μάνα και ξεμύγισενε το Γιακουμή, το ν-άντρα τζη απού το ντουκιάνι(17) για να πάει στο διπλανό χωριό να φέρει τη μαμή. Αναμαζωχτήκανε τα πεθερικά, οι ξαδέρφες, οι γειτόνισσες. Η πεθερά έραξενε και στεσενε στη μ-παρασθιά ένα σιντεροτσίκαλο νερό να το βρει χαζίρικο(19) οπουγιά(20) απού θα ‘ρθει η ξεγεννήτρα.

Έφταξενε η μαμή επλύθηκενε έβαλενε μια παστρικιά ρόμπα, έβγαλενε όξω τσι γυναίκες και κράτηξενε μέσα μόνο τη μάνα τζη, την ν-Αργυρένια. Έδωκενε θάρρος στη βαρεμένη, η γέννα έπχαινε γ-καλά, τη κάτσανε σ’ ένα χαμηλό σκαμνί τη ν’αναβαστούσανε, τη χαϊδολογούσενε η μάνα τζη και τση λέγενε: «Άντε παιδί μου κοντεύγεις, ακόμη λίγο», με μια γλυκιά φωνή.

Το κοπέλι γεννήθηκενε κι ‘τανε αρσενικό, το φαλόκοψενε η μαμή με μεταξωτή κλωστή, το πλυνενε, του βαλενε καθαρά ρούχα και την ιδιαμένη ώρα πρίχου το πάρει η μάνα ν-του, ήρθενε η Αγγελική του Λαμποκωστή απούχενε γεννημένα πέντε κοπέλια και δε τζη χενε αποθάνει κιανένα, έδωσενε ένα σιδερένιο λεφτό τση μάνας του και τ’ αγόρασενε.

Άπλωσενε τσι χαχάλες(21) τση, το βαλενε παραμάσκαλα και τόκαμενε δικό τζη. Ετσιδά εζυγώξανε το ν-αδερφοδιώχτη τον εξεγελάσανε και πιστεύγανε πως εσταμάτησενε η ατσιποδιά(22) τση Κατεριάς. Το κράτηξενε λίγη ώρα κι ύστερα το δωκενε στη μάνα ν-του να το χαίρεται και να το μεγαλώνει.

 

Λέξεις

(1)   ζούμπερα = οικόσιτα ζώα

(2)   ξαφνιδιάστηκα(από το εξ-αιφνιδιάζομαι) = εκπλήττομαι, ξαφνιάζομαι

(3)   ντουσουντίζω (τουρκ. dusunmek) = sk;eftomai

(4)   ζάβαλε (τουρκ. zavalli) = κακορίμαλα

(5)   χερικαρέ = γουρλίνα

(6)   οπροχθάλλες = προχθές

(7)   κούτελο = μέτωπο

(8)   βατταλαλώ = φλυαρώ

(9)   να ξεστρίψει = να διαφύγει ο νους του, να τρελαθεί

(10)                       αντίχολος = η χολή

(11)                       ορπίδα = ελπίδα

(12)                       κακοφοράσαι = προαίσθηση κακού

(13)                       κι απόις = και μετά

(14)                       πυτίζω = καταβρέχω

(15)                       δε μπατσιάρομαι = δεν αναλαμβάνω

(16)                       εντούρτιζενε (τουρκ. durmak) = τυλίγω, αποτελειώνω

(17)                       ντουκιάνι = καφενείο

(18)                       εγλάκανε = έτρεχε

(19)                       χαζίρικο = έτοιμο

(20)                       οπουγιά = πιο ύστερα

(21)                       χαχάλες = χερούκλες

(22)                       ατσιποδιά = κακοτυχία

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο αδελφοδιώχτης της Ευγενίας Ζαμπετάκη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ