Γράφει ο Χαράλαμπος Ν. Κοκονάς
Όταν πριν από περίπου δύο χρόνια άρχισε να τίθεται επιτακτικότερα το θέμα της συσπείρωσης των δυνάμεων της Κεντροαριστεράς, είχα επισημάνει σε κάποιο από τα γραφτά μου ότι ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα ενός τέτοιου εγχειρήματος είναι η έλλειψη μιας κοινά αποδεκτής ηγετικής προσωπικότητας.
Δε φανταζόμουν τότε ότι ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα θα ήταν οι διαλυτικές τάσεις μέσα στο ΠΑΣΟΚ, που λογικά θα έπρεπε να αποτελέσει τον πυρήνα ενός τέτοιου εγχειρήματος. Είχα υποθέσει –κακώς- ότι η σχεδόν 40χρονη τότε πορεία του κόμματος που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου θα είχε καταδείξει σε όλους ότι μόνο ενωμένοι είχαν τη δυνατότηα να ξεπερνάνε τα προβλήματά τους και να επανακτούν τη δυναμική τους.
Και είχα υποθέσει –επίσης κακώς- ότι η στάση του Βενιζέλου μετά την αποτυχία του να ανατρέψει τον Γ. Παπανδρέου αποδείκνυε πως στο ΠΑΣΟΚ κατανοούσαν πόσο λάθος είναι να πριονίζουν το κλαδί πάνω στο οποίο κάθονται όλοι.
Δυστυχώς η πράξη άλλα απέδειξε. Το ΠΑΣΟΚ και κληρονομείται και διαμοιράζεται σε τεμάχια και χαρίζεται. Η υπόδειξη του Ανδρέα Παπανδρέου αγνοήθηκε από τους διαδόχους του, όλους τους διαδόχους του. Και το αποτέλεσμα είναι αυτό που ζούμε επί δύο χρόνια και φαίνετια ότι έχει ακόμη αρκετά επεισόδια να μας προσφέρει.
Υπέρμαχοι και υποστηρικτές των Μνημονίων βρέθηκαν να υποδύονται τους αντιμνημονιακούς, στελέχη με τριακονταετή και τεσσαρακονταετή θητεία στο κόμμα ανακάλυψαν ξαφνικά ότι έχουν προδοθεί οι βασικές αρχές του Κινήματος και σπεύουν να αναβαπτιστούν στην κολυμβήθρα του ΣΥΡΙΖΑ, ακόμη και αυτοί που παραμένουν(;) περισσότερο φροντίζουν να αναδείξουν τις διαφωνίες τους, παρά να εργαστούν για ένα κοινό μέλλον.
Θα μου πείτε «τώρα τα ανακάλυψες όλα αυτά και μας τα λες;» Απλώς ήλπιζα ότι κάποια όρια υπάρχουν κι ο΄τι από κάποιο σημείο και μετά λειτουργεί το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Με διέψευσαν, όμως, ο Χρυσοχοϊδης τον περασμένο μήνα, ο Σαχινίδης πριν από δύο εβδομάδες και σίγουρα όλο και κάποιος άλος θα βρεθεί αύριο ή μεθαύριο για να αποδείξει ότι τελικά η λογική έχει εκλειψει και οι χθεσινοί «σύντροφοι» πασχίζουν να αναβιώσουν τις «ένδοξες» μέρες της δεκαετίας του ’50.
