ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Το παπόρι της Ευγενίας Ζαμπετάκη

0

-Καλημέρα Βαγγελιά μου γιάντα ξετρουμίστηκες(1) κι έπιασες τ’ ανάπλαγα(2) αποδιαφώτιστα(3); Που πάεις; Είντα ξετρέχεις τέθοια ώρα;

-Στο κονάκι(4) σου ‘ρχομαι μάνα. Απόψε δε ν-εκοιμήθηκα κιαουλιάς(5).

-Γιάντα μωρή παιδί μου, Παναγία μου μ-πρόφταξε, είντα πάθετε;

-Αναστοράσαι μάνα το Δεσποινιώ απου ‘χενε μια γ-κόκκινη τσιτέ στη μύτη κι είπαμενε πως όντε ν-εραβδίζαμενε τα χαρούπια θα ’πεσενε κιανένα και τση βάρηκενε.

Εδά μάνα το ξανοίγω και γίνεται σπυρί κι απλώνει.

-Είντα σπυρί Βαγγελιά μου, το κοπελιδάκι μας είναι δέκα πέντε χρονώ και ειν’ ανθός τση νιότης, τση ‘πενε και τη μ-παρηγόρησενε η μάνα τζη η Αργυρένια.

-Αυτό μάνα από σπέρας ως το πρωί μεγαλώνει και φοβούμαι πως είναι «Χανιώτικο» σα τζη ξαδέρφης τση, Βασιλικής και το κόλλησενε απ’ αυτή γιατί κυλιοστροφάται(6) ούλη ημέρα στη γ-κοιμητέ(7) τζη.

-Και «Χανιώτικο» να ‘ναι Βαγγελιά μου, δε ν-είναι δα και κομμού κεφαλή(8), οι μισές και βάλε κοπελιές του χωριού έχουνε «Χανιώτικα» και γι άλλες μισές τσι σαλιβές τωνε.

-Δε ν-το νταγιαντίζω μάνα, η μοναχοκόρη μου, η πανέμορφη, να γεμίσει το αγγελικό τζη μουτράκι με σπυριά. Αυτό μάνα μου είναι κακό σπυρί και απλώνει κι πιάνει ούλη τη μούρη και να γιάνει ποιος θα τη μ-παντρευτεί με τσι σαλιβές(10);

-Είντα ‘ναι μπρε τουτανά απού βατταλαλείς(11) κι αναπαή η γλώσσα σου δε ν-έχει, δεν ν-είδα ‘γω κιαμιά από τσι σημαδεμένες ν’ απομείνει απάντρευτη.

-Δε λέω γω πως θα ‘πομείνει απάντρευτη αλλά δε θα πάρει άντρα τση προκοπής.

-Κακά πήγαινε Βαγγελιά μου, η Στελιανή του Κακαρομανώλη; Η μούρη τζη ‘τανε σαφίς(12) σαλιβές, μα παντρεύτηκε το χωραϊτη και κάθεται αρχόντισσα στη μ-πολιτεία.

-Γι αυτή μάνα μου λέεις απού ‘χει το μισό χωριό δικό τζη και χαράς εδά τον άθρωπο… μισή μερίδα, ένας γλυμμίτζουρας είναι, και δέκα κοπελιές να ‘χα ν-είχα δε ν-του δινα μια!

-Ε! κακονίζικη, υπάλληλος είναι, βρέξει λιάσει θα παίρνει από το «παραθυράκι» λεφτά.

-Κατάλαβέ με μάνα μου, η κοπελιά μου δε ν-έχει ψοφέF1, α γ-καλομοιριαστεί κιανένα καλό, θα τη μ-πάρει μόνο για την ομορφιά τζη ετσά απού ‘ναι στρογγυλομηλοπρόσωπη, άσπρη σα ν-τα γάλατα και μέση δαχτυλίδι.

-Γιάντα Βαγγελιά μου δε ν- έχει ψοφέ η εγγόνη μου; Και ελιές έχετε και χαρουπές και τ’ αμπελάκι σας και ψωμοχώραφα και το περβολάκι σας. Απούλα τουτανά βγάνετε το γεμεκλίκι(13) σας και πορεύγεστε ως θέλει ο Θιός.

-Δε γ-κατέεις(14) πως έχω τέσσερα κοπέλια και πόσα θα μου πέψει(15) ακόμη ο Θεός, ας είναι δα όντε μοιραστούνε τα υπάρχοντα π’ αναλιγαδιάζεις(16) σε τέσσερα μερίδια, είντα θα πέσει του κάθε κοπελιού;

-Είντ’ ατζέμπις Θέ μου έχετε στο νου σας να γεννοσποριάζετε ακόμη;

-Στη χέρα μας είναι μάνα να σταματήσομενε ο Θιός τα πέμπει τα κοπέλια δε ν-το κατέεις;

-Ας είναι δα, ακόμη ζάβαλε(17) δε ν-εκατάλαβα είντα θέλεις από μένα ξετέλεψέ το γιατί σηκώθηκενε ο ήλιος μια οργυιά(19) και θέλω να πορίσω τα ζούμπερα(20).

-Μάνα μου, ο κύριος Βαγγέλης θα πάει στην Αθήνα να παντρέψει το γιο ν-του, ετσά δε μας έλεγενε μια ν’ αργαδινή(21) απού βεγγερίζαμενε στο δρόμο; Ακλούθα του μάνα, πάρε και τη γ-κοπελιά μου, στάμενος(20) άθρωπος είναι, να τη δει ένας καλός γιατρός, μπορεί να υπάρχει φάρμακο να τση γιατρέψει το «Χανιώτικο» να μη μεγαλώσει να κάμει σαλιβέ.

-Ατζέμπις Θε μου θα τα καταφέρω ‘γω γραι γυναίκα να κάμω τέθοια δουλειά; Είμαι ‘γω παιδί μου για ταξίδια και που δα… στην Αθήνα; Γιάντα δε ν-τη μπας εσύ;

-Εγώ μάνα πως θα φύγω, είντα θα κάμω τη φαμελιά; Άφις εδά απού δε μ’ αφήνει ο άντρας μου, αλλά δε ν-έχω ξαναμπεί σε παπόρι και δε γ-κατέω α με πιάνει η θάλασσα. Ελεγέ μου η Παρασκιώ του Ηλιομανώλη πως, όντε ν’ επήγαινε μια φορά στην ν-Αθήνα για να μπει σ’ ένα σπίτι φαμέγια εξέρνανε κι έβγανενε τα σκώθια τζη ούλη νύχτα και παρά λίγο να ποθάνει. Εσύ μάνα είσαι ξαναπαομένη στη ν-Αθήνα, αναστοράσαι που σε πήγαινε ο Σήφης μας, όντε ν-έκαμες εγχείρηση και μου πες πως δεν έπαθες πράμα στο παπόρι.  Έχεις και την αδερφή σου τη γ-Κούλα στη ν-Αθήνα απού κατέει τσι γιατρούς, ίντ’ άλλο καλύτερο θέλεις;

-Παστρέψου(22) δα και γω θα βρω το γ-κύριο Βαγγέλη να δω πως θα τα διαρμιστώ(23) ούλα τουτανά που μ’ αναθιβάνεις(24).

Επόρισενε η γι-Αργυρένια τα ζούμπερα, τα ‘γκαψενε(25) οθε ν-τη Χαλέπα, έκοψε ντωνε κλαδιά και χόρτα, εγέμισενε το γουρνί(26) νερό έφραξενε το μ-πόρο και τ’ άφηκενε κεια να ολημερνιάσουνε. Εγιάγειρενε(27) στο σπίτι τζη ετοιμάστηκενε, επλύθηκενε, εφουντάλλαξενε και πήγαινε στο σπίτι του κυρίου Βαγγέλη. Είπε ν-του να τη συνδράμει να πάει τη γ-κοπελιά στου γιατρού και τση ταξενε πως θα τη βοηθήσει. Με πόνο ψυχής τση πενε: «Πολύ λυπάμαι τα κοριτσάκια του χωριού μας! Αυτά τα σπυριά, τα «Χανιώτικα» είναι μεταδοτικά. Τα μικρόβια τα κολλήσανε από άρρωστους σκύλους. Η αρρώστια λέγεται Λεϊσμανίαση και είναι απαραίτητο να βοηθήσει γιατρός επιστήμονας, καλά κάνεις και την πηγαίνεις στην Αθήνα την εγγονή σου κυρία Αργυρένια. Επειδή είναι φθινόπωρο κράτα μια λεπτή κουβέρτα και κάτι πρόχειρο να φάτε στο πλοίο. Σε δυο μέρες θα φύγομε.

Ετοιμαστήκανε, επήγανε με τη σούστα μια ταχινή(28) στη χώρα και το πρόσαργο(29) εβαρκάρανε κιόλας. Απείς(30) εμπήκανε στο παπόρι, εραφώξανε σ’ ένα γυραλάκι. Η Δεσποινιώ κοντά – κοντά στη γιαγιά τζη εσκεπαστήκανε το χιράμι(31) γιατ’ έκανε γ-κρυγιώτη. Επεριμένανε να πρεμαζωχτούνε ούλοι και σαν ετοιμάστηκενε εξεκινήσανε. Σε μια ουλιά ώρα, αρχινά το φυσαέρι και πιάνει μια φουρτούνα απού σήκωνενε ολόρθο το παντέρμο παπόρι κι απόκειας τ’ αναμουτάλιζενε(32) να το βουλήσει.

Τ’ άζουλο(33) το Δεσποινιώ, τόπιασενε η θάλασσα κι αρχινά τα ξεραθιά. Ανασηκώνεται η γιαγιά τζη να τη βοηθήσει αλλά κούνιενε το παπόρι και δε ν-είχενε νάκαρα(34) να σταθεί, να ποδαρώσει και πέφτει κάτω και γίνεται ένας σωρός δίπλα στη γ-κοπελιά.

Αρχινά κι αυτή τα ξεραθιά. Η μια ξέρνανε απάνω στην άλλη. Απ’ ούλο το κατάστρωμα ακούγοντανε μουγκρητά και φωνές. Μπεϊλί(35) τανε πως τσι πιασενε ούλους η θάλασσα.

Όχι άλλο δα, παρά πάνω στη ν-ώρα είπενε το Δεσποινιώ τσουτσουριστά(36) στ’ αυτί τση γιαγιάς του, πως θέλει να πάει προς νερού ντου, κι άσε μου δα που δε ν-εποδάρωνε παρά ντρέπεντονε κιόλας. Είντα να κάμει η γραι πώς να το πει και σε ποιο; Αυτή τα ‘χενε καωμένα πάνω τζη, εθώριενε τη γ-κοπελιά κι αποσφονιάζεντονε, και βάνει τσι φωνές: «Καμαρότε γλάκα παέ γιατί θα τσιριθεί το Δεσποινιώ, εγώ δε στένομαι στα πόδια μου και μουδέ δε γ-κατέω που ‘ναι ο απόπατος(37), ποιος θα τ’ αναβαστά;

-Έλα θεια μα εγώ θα το βοηθήσω, είπενε ο ντελικανής.

-Ε! μαριόλος απού ‘σαι… Εσύ θέλεις ν’ αναβαστάς το Δεσποινιώ απού δε μ-ποδαρώνει, για να το ξανοίγεις εκειά που θα κωλοκάτσει κι ύστερα μπορεί να κάμεις τα δικά σου. Έγνοιασε σε καλότυχε, κάτσε αναπαϋμένος, μα καλλιά χω να τα κάμει απάνω τζη, παρά να τσ’ αγγίξεις.

-Δε μ-πα να κουτουλιέστε, κάνετε ότι σας σε κατέβει στη γ-κεφαλή και ξεφορτωθήτεμε, τση λέει ο καμαρώτος μανισμένος.

Η γι-Αργυρένια δε ν-έβανενε γλώσσα στο στόμα, αρχινά πάλι να φωνιάζει και να του λέει: «Μα είντα σαπιοπαπόρι είναι μωρέ τουτονά που μας εβάλετε; Μα πρέπει πως κι αυτός απού το λαλεί δε γ-κατέει ‘ντα ‘λωνεύγει, οξό(38) κι αν είναι τάξε ξεκουρουνιασμένος(39) και όλο το λαλεί και το ρίχνει όπου υπάρχει λάκκος κι ανακαΐ F2 μου α δε μας σε κάμει να βγάλομενε τα σκώθια μας. Όντε ν-εμπήκα πρόπερσυ με το Σήφη μου στο παπόρι, ο καπετάνιος απού το λάλιενε το πήγαινε σιάδα όλο σιάδα και μουδ’ ανακερωθήκαμενε, μουδέ τσιρήθηκενε κιαμιάς μας. Είναι και τουτοσές και πρέπει πως είναι τροζός και μπορεί να μας σε βουλιάξει κιόλας, φτου – φτου κούφια η ώρα απού το λέω, ντα ξαναμπαίνω γω σε τέτοιο παλιοπάπορο και τζάμπα να μου πουνε. Αρχίνηξενε δα πρέπει ο κόσμος να γελοχαχαρίζει και να τηνε μασκαρεύγει μέχρι που καταλάγιασενε(40) η φουρτούνα και πέσανε ούλοι οι ταξιδιώτες σε βαθέ ύπνο.

 

Λέξεις

 

(1) εξετρουμίστηκες  = ετρόμαξες πολύ

(2) ανάπλαγα = απόμακρα μέρη

(3) αποδιαφώτιστα = ξημερώματα

(4) κονάκι = σπίτι

(5) κιαουλιάς = καθόλου

(6) κυλιοστροφάτε = στριφογυρίζει

(7) κοιμητέ = κρεβάτι

(8) κομμού κεφαλή (αρχ. κομμός – κόπτω) = δεν είναι υπόθεση ζωής και θανάτου

(9) νταγιαντίζω = υπομένω (τουρκ. dayanmak)

(10)σαλιβές = σημάδι

(11) βατταλαλώ = φλυαρώ

(12) σαφίς = συνεχώς (τουρκ. safi)

(13) γεμεκλίκι = προμήθεια σε τρόφιμα, λάδι, στάρι, όσπρια (τουρκ. yemeklik)

(14) κατέω = ξέρω

(15) να πέψει  = να στείλει

(16) αναλιγαδιάζεις = εκθέτω λεπτομερώς

(17) ζάβαλε (τουρκ. zavalli) κακορίζικα

(18) στάμενος (μετοχή του αρχαίου ίσταμαι) = αξιοπρεπής

(19) οργυιά = μονάδα μήκους

(20) ζούμπερα = οικόσιτα ζώα

(21) μιαν αργαδινή = ένα βράδυ

(22) παστρέψου = φύγε, εξαφανίσου

(23) διαρμιστώ = τακτοποιήσω

(24) αναθιβάνω = βάνω στο νου, σκέπτομαι

(25) τα γκαψενε = τα κατέφθυνε

(26) γουρνί = λάκκος πέτρινος

(27) εγιάγειρενε = εγύρισε

(28) ταχινή = αυγή

(29) πρόσαργο = απόγευμα

(30) απείς = αφού

(31) χιράμι = λεπτή μάλλινη κουβέρτα

(32) αναμουντάλιζε = ανακατεύω, διασκορπίζω

(33) άζουλο = κακορίζικο

(34) νάκαρα = αντοχή

(35) μπεϊλί επίρρημα = ολοφάνερα (τουρκ. besbelli)

(36) τσουτσουριστά = ψιθυριστά

(37) απόπατος = αποχωρητήριο

(38) οξό επίρρημα = εκτός (από το αρχαίο ρήμα έξεστι)

(39) ξεκουρουνιασμένος = μεθυσμένος

(40) καταλάγιασενε = ηρέμησενε

F1 Οι ψοφές (αντιγράφω από το βιβλίο του Κανάκη Ι. Γερωνυμάκη) Τα νάκλια τση Κρήτης, σελίδα 209 «Όπου εψόφανε ένα οζό τ’ αφήναν κι ετρώγασί ν-το οι σκύλοι και οι καναβοί. Μεγάλα πουλιά ετρώγανε τον ομυαλό τω γ-κοκκάλω. Τελευταία επομένανε εκειά τα μαλλιά, μα απής έβρεχενε μερικές βολές κι εξεπλύνουντανε κι εξεβρωμέζανε, τα μαζώνανε οι γι-αθρώποι γιατί ετότες τα μαλλιά ήσανε πολύτιμα. Εκεινανιδά τα μαλλιά απού τα ψοφημένα ζα τα λέγανε ψοφές. Επειδής είναι η «κλερονομιά» απού άφηκενε το ζο εκείνα δα τα λίγα μαλλιά την επαρομοιάζανε με τη μικρή κλερονομιά απού άφηνε κιαμιά βολά και κιανείς γεροντής κι ελέγασί ν-τηνε κι αυτή «ψοφέ».

F2 Πολλές κρητικές στα χωριά αντί να πούνε τη λέξη ανάθεμα κατ’ ευσχημισμό χρησιμοποιούσαν τη λέξη ανακαΐ μου

ανακαΐμου αν το ‘πα, ανακαΐ μου αν τ’ άγγιξα

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Το παπόρι της Ευγενίας Ζαμπετάκη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ