Παρακαλούμε να δείξετε κατανόηση αν σε
περίπτωση κλοπής καλέσουμε την αστυνομία
Η πίστη και η εμπιστοσύνη είναι επικίνδυνες συνήθειες.
Όλοι οι θεσμοί που μας διαπαιδαγωγούν παριστάνουν την πίστη και την εμπιστοσύνη ως αρετές. Όταν κάποιος πιστεύει και εμπιστεύεται, οι παιδαγωγοί λένε γι’ αυτόν ότι είναι καλός άνθρωπος. Για ν’ ακουμπάτε στην πίστη και την εμπιστοσύνη καθιερώθηκε και το μάθημα των θρησκευτικών.
Αφού η εμπιστοσύνη και η πίστη κατατάσσονται στις υψηλότερες αρετές, πρέπει να είναι απαραίτητες. Όπου γίνεται πολύς λόγος για εμπιστοσύνη, πρέπει να υπάρχουν πολλοί που περιμένουν κάποιο όφελος από την εμπιστοσύνη. Όσο πιο μεγαλόφωνα γίνεται έκκληση για εμπιστοσύνη, τόσο περισσότεροι πρέπει να είναι οι απατεώνες.
Αν πάμε σε μια τράπεζα να δανειστούμε λεφτά, θα μάθουμε ότι η έκκλησή μας στην εμπιστοσύνη του τραπεζοϋπαλλήλου δε φέρνει κανένα αποτέλεσμα. Οι τράπεζες δε δείχνουν να εκτιμούν και πολύ την πίστη και την εμπιστοσύνη. Όσο πλουσιότερος είναι ένας άνθρωπος, τόσο περισσότερο φροντίζει να κάνει συμβόλαια.
Η συμπεριφορά των ισχυρότερων ομάδων της κοινωνίας μας μας κάνει να συμπεράνουμε, πρώτα απ’ όλα, ότι την εμπιστοσύνη είναι ευκολότερο να τη δίνεις παρά να την παίρνεις, και δεύτερον ότι η εμπιστοσύνη πηγαίνει από τον πιο αδύνατο στον πιο δυνατό, όχι αντίστροφα. Ο δυνατός μπορεί να βρεθεί προσωρινά στη θέση του αδύνατου, οπότε μας διαβεβαιώνει ότι μας έχει εμπιστοσύνη. Μπορεί ακόμα ο δυνατός να προσποιείται τον αδύνατο.
Παρόλο που οι δυνατοί προτιμούν να επαφίενται στη βία και στην εμπιστοσύνη, δε βγάζουν σχεδόν ποτέ ένα λόγο χωρίς να ζητούν εμπιστοσύνη απ’ όλους, όσοι εξαρτώνται από αυτούς. Αυτό κάνουν οι γονείς με τα παιδιά, οι δάσκαλοι με τους μαθητές, οι επιχειρηματίες με τους εργάτες, οι πολιτικοί με τους ψηφοφόρους. Αν και οι ίδιοι δεν χρειάζεται να δείχνουν εμπιστοσύνη, ωστόσο, έχουν ανάγκη από την εμπιστοσύνη των άλλων. Πρώτον, επειδή η εμπιστοσύνη είναι φτηνότερη από τη βία. Δεύτερον, επειδή ακόμα και για άσκηση βίας χρειάζονται άνθρωποι. Οι άνθρωποι αυτοί πρέπει να εμπιστεύονται εκείνους που τους λένε ότι η χρήση βίας είναι καλή πράξη. Αν δεν έχει κανείς στη διάθεσή του τέτοιους ανθρώπους, τότε τα τουφέκια, τα γκλομπς και τα τανκς είναι για τα σκουπίδια.
Για να διατηρηθεί η αδικία είναι απαραίτητο να υπάρχει ένας ελάχιστος βαθμός εμπιστοσύνης.
Όταν, λόγου χάρη, κάποιος που είναι ιδιοκτήτης πολυκατοικιών, ζητάει από τους ενοίκους περισσότερα λεφτά, δικαστές, δικαστικούς κλητήρες και αστυνομικούς, που να έχουν εμπιστοσύνη στην αντίληψη ότι είναι δίκαιο να πλουτίσει κανείς από τη ζωτική ανάγκη της στέγης και άδικο ν’ αντιστέκεται κανείς σ’ αυτό το είδος πλουτισμού. Αν ο ιδιοκτήτης δε βρει τέτοιους δικαστές και αστυνομικούς, οι ενοικιαστές δε θα πληρώσουν τα λεφτά που τους ζητάει. Αν μάθουν ότι η αστυνομία και τα δικαστήρια δε δουλεύουν πια για λογαριασμό των εμπόρων της στέγης, δε θα πληρώνουν πια ούτε δεκάρα στους ιδιοκτήτες, ιδιαίτερα μάλιστα αν πληροφορηθούν ότι με το νοίκι που πλήρωναν χάρισαν το σπίτι στον ιδιοκτήτη πολλές φορές. Θα ιδρύσουν ένα κοινό ταμείο και θα πληρώνουν σ’ αυτό το ταμείο όσα λεφτά χρειάζονται για να διατηρείται το σπίτι σε καλή κατάσταση και να εξοπλισθεί καλύτερα.
Η εμπιστοσύνη και η πίστη είναι ουσιώδεις προϋποθέσεις για τη λειτουργία ενός συστήματος πλουτισμού. Ένας άνθρωπος που έχει εμπιστοσύνη μπορεί να την πάθει ευκολότερα από έναν που σκέφτεται υπολογιστικά.
Όποιος δεν έχει την πρόθεση να μας εξαπατήσει, δε χρειάζεται την εμπιστοσύνη μας. γιατί τάχα η γνώση να είναι χειρότερος οδηγός από την εμπιστοσύνη; Μερικοί λένε ότι αν οι άνθρωποι δεν έχουν εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλο, τότε δηλητηριάζεται η συνύπαρξη τους. τα άτομα που μας ζητούν την περισσότερη εμπιστοσύνη είναι εκείνα που ζουν λιγότερο από όλα μαζί μας. το γεγονός ότι μεταξύ τους οι επιχειρηματίες επαφίενται σε συμβόλαια, κι όχι στην εμπιστοσύνη, δηλητηριάζει καθόλου τις σχέσεις τους. απεναντίας, η ασφάλεια του συμβολαίου κάνει πιο αβίαστες τις σχέσεις τους. δεν έχουν λόγο να δυσπιστούν, είναι εξασφαλισμένοι. Δεν χρειάζονται την εμπιστοσύνη. Η ασφάλεια του συμβολαίου δημιουργεί κοινά συμφέροντα.
Την ανθρωπιά τη φέρνει η εμπιστοσύνη, αντίθετα η ανθρωπιά κάνει την εμπιστοσύνη. Η ανθρωπιά χρησιμοποιεί τα εργαλεία της πίστης και της εμπιστοσύνης. Για να πολεμήσει κανείς την απανθρωπιά, πρέπει ν’ αποβάλει αυτές τις συνήθειες απέναντι στους δυνατούς και ν’ αποκτήσει τη συνήθεια να ρωτάει και να υπολογίζει.
Ο υποτακτικός δεν έχει στρατιώτες. Οι έμποροι μπορούν με τον στρατό, την αστυνομία ή την πείνα ν’ αναγκάσουν τον υποτακτικό να δουλέψει για λογαριασμό τους. Όταν η αδυναμία του υποτακτικού και η δύναμη του αντιπάλου του είναι μεγάλες, ο υποτακτικός καταφεύγει εύκολα στην πίστη και στην εμπιστοσύνη. Επειδή δεν μπορεί ν’ αμυνθεί, έχει εμπιστοσύνη ότι ο αντίπαλος δε θα φτάσει ως τα άκρα. Θα ήταν ανυπόφορο να υφίστανται κανείς συνειδητά μέρα με τη μέρα την κτηνωδία του αντιπάλου – κάτι τέτοιο θα ήταν σαν να συμφωνεί με την ίδια του την υποδούλωση. Λίγο μετά το τέλος του τελευταίου γερμανικού πολέμου, ακούγονταν σ’ όλη τη Γερμανία άνθρωποι να διαβεβαιώνουν τους άλλους ότι ο Χίτλερ δεν ήξερε τίποτα για τις θηριωδίες των Ναζί και ότι τον είχαν εξαπατήσει οι υφιστάμενοί του. Οι άνθρωποι αυτοί προτιμούσαν να εμπιστεύονται τον Χίτλερ παρά να ομολογήσουν στον εαυτό τους ότι ο Χίτλερ τους εξαπάτησε. Είναι γνωστό ότι οι Εβραίοι προσπαθούσαν να κάνουν υποφερτά τα τελευταία λεπτά της ζωής τους θεωρώντας τους θαλάμους αερίων ως ντους είχαν εμπιστοσύνη στους δημίους τους.
Είναι ολέθριο για τη ζωή μας να πιστεύουμε ότι οι πληροφορίες όπου δεχόμαστε στο σχολείο, ανταποκρίνεται στα συμφέροντά μας. αντί να εμπιστευόμαστε το μάθημα, πρέπει να το ελέγχουμε. Πρέπει να ξέρουμε αν οι προγραμματιστές της παιδείας μας μάς εξαπατούν.
Δεν πάει πολύς καιρός που κάποιος έκανε μια σφυγμομέτρηση για να δει τι σημασία αποδίδουν οι άνθρωποι στην πίστη. Η σφυγμομέτρηση κατέληξε στην εξής διαπίστωση: όσο μεγαλύτερο ήταν το εισόδημα των ερωτηθέντων, τόσο μικρότερη σημασία έδιναν στην πίστη· όσο χαμηλότερο εισόδημα είχαν, τόσο μεγαλύτερη σημασία έδιναν.
Όποιος γυρεύει απάντηση στο ερώτημα του γιατί ένα αντικείμενο διδάσκεται κι ένα άλλο δε διδάσκεται, πρέπει να βρει απάντηση στο ερώτημα: ποιος ορίζει τι θα διδαχθεί:
Η ύλη που διδασκόμαστε εξαρτάται από αυτόν που τη διάλεξε. Ο Αζτέκος που σφάχτηκε από ισπανούς χριστιανούς, πολύ θα ήθελε να καθορίζει το πρόγραμμα διδασκαλίας των ισπανικών σχολείων.
Την απάντηση στο ερώτημα: «Ποιος καθορίζει τι μαθαίνουμε;» μπορούμε να τη βρούμε συμπερασματικά. Δεν είναι ανάγκη να ρωτήσουμε τους παιδαγωγούς. Οι παιδαγωγοί μας κατασκευάσθηκαν με τον ίδιο τρόπο και με τις ίδιες πληροφορίες με τις οποίες κατασκευαζόμαστε κι εμείς. Οι γνώσεις της ανθρωπότητας διπλασιάζονται στην εποχή μας κάθε δέκα χρόνια – έτσι τουλάχιστο λένε μερικοί επιστήμονες. Όταν καταρτίζει κανείς ένα πρόγραμμα διδασκαλίας, οι δυνατότητες επιλογής είναι άπειρες. Όποιος διαμορφώνει ένα πρόγραμμα διδασκαλίας πρέπει να διαλέξει. Η επιλογή του περιορίζεται από τον αριθμό των ωρών που διατίθενται για το μάθημα και από τα συμφέροντά του ή από αυτό που νομίζει ότι είναι συμφέροντά του.
Υπάρχει καμιά μορφή εκπαίδευσης που να μην καθορίζεται από συμφέροντα; Όταν κάποιος επιδιώκει ένα συμφέρον θέλει κάτι συγκεκριμένο. Δεν υπάρχει εκπαίδευση που να μη θέλει κάτι συγκεκριμένο. Εκπαιδευόμαστε να κάνουμε ορισμένα πράγματα και να μην κάνουμε ορισμένα άλλα. Για το σκοπό αυτόν μαθαίνουμε ορισμένες άλλες. Από τα πράγματα που καλούμαστε να κάνουμε ή ν’ αποφεύγουμε μπορούμε να διαπιστώσουμε ποιος προγραμμάτισε την εκπαίδευσή μας. Δε χρειάζεται παρά να εξετάσουμε ποιον ωφελούν περισσότερο οι πράξεις και οι παραλείψεις μας .
ΑΝ ΟΡΙΖΟΥΜΕ ΤΗΝ ΖΩΗ ΜΑΣ
Μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει ένα αυτοκίνητο και να φτάσει στον προορισμό του χωρίς να ξέρει τι γίνεται στο εσωτερικό της μηχανής, δηλαδή ποιες διεργασίες προκαλούμε στο εσωτερικό της μηχανής. Όταν χρησιμοποιούμε ένα σχολείο μπαίνουμε σ’ ένα αυτοκίνητο που δεν ξέρουμε που πηγαίνει και που την πορεία του δεν την ορίζουμε εμείς. Άλλοι αποφασίζουν πού θα σταματήσουμε. Και δε μας ρωτάνε καν αν συμφωνούμε με την κατεύθυνση.
Μπορεί να συμφωνούμε εκ των υστέρων, αφού μάθουμε τι έγινε μ’ εμάς. Θα μπορούσαμε να δείξουμε μεγαλοθυμία και να μην κολλήσουμε στο γεγονός ότι η συγκατάθεση μας έπρεπε να ζητηθεί εκ των προτέρων.
Το αν η μεγαλοθυμία αυτή ενδείκνυται ή αντενδείκνυται, το μαθαίνουμε εξετάζοντας τα αποτελέσματα που είχε ως τώρα το έργο των παιδαγωγών. Με τις παρατηρήσεις που κάναμε μέχρι τώρα διαπιστώσαμε ότι:
Όποιος φτιάχνει ανθρώπους, φτιάχνει ανθρώπους που του χτίζουν εργοστάσια σύμφωνα με τις οδηγίες του και χωρίς να γκρινιάζουν
που του χτίζουν βίλες με πισίνα, παρόλο που οι ίδιοι δε βρίσκουν παιδικό σταθμό για τα παιδιά τους
που καταδικάζουν τα ίδια τους τα όνειρα και θεωρούν δικό τους λάθος το ότι δεν είναι ευχαριστημένοι
που τον ντύνουν με γούνες ακριβές όσο ένα σπίτι, ενώ αυτωνών τα πόδια παγώνουν το χειμώνα
που του ευφραίνουν τον ουρανίσκο με λιχουδιές, ακόμα κι όταν οι ίδιοι αναγκάζονται να τρώνε δυο φορές τη βδομάδα σπανάκι με αυγά μάτια
που του χαρίζουν τα σταθερότερα, τα ανετότερα και τα γρηγορότερα αυτοκίνητα, για να μη στραπατσάρεται το καλομαθημένο κορμί του με μετακινήσεις, ακόμα κι όταν οι ίδιοι οδηγούν ένα παλιό Φολκσβάγκεν.
Όποιος φτιάχνει ανθρώπους, φτιάχνει μανάδες και πατεράδες που λένε στα παιδιά τους: «Ου κλέψεις», παρόλο που οι ίδιοι αφήνουν να τους κλέβουν ολόκληρη τη ζωή τους•
ή που λένε: «Αγάπα τον πλησίον σου ως σεαυτόν». Παρόλο που στέλνουν τα παιδιά τους βορά των κανονιών και των τουφεκιών, χωρίς να έχουν κανένα όφελος.
Η πρώτη μορφή ιδρυμάτων παραπλήσιων με τα δημοτικά σχολεία εμφανίσθηκε στα αγγλικά εργοστάσια του 19ου αιώνα: οι άγγλοι επιχειρηματίες διαπίστωσαν ότι οι εργάτες παραείχαν αποβλακωθεί. Τους συνέφερε περισσότερο να έχουν εργάτες με μια κάποια εκπαίδευση. Όσο περισσότερο τελειοποιούνταν οι μέθοδοι παραγωγής, τόσο πιο αναγκαίο γινόταν να έχουν όλα τα εργατόπαιδα κάποια μόρφωση. Όταν η εκπαίδευση παραέγινε δαπανηρή για τους επιχειρηματίες, την ανέλαβε το κράτος για λογαριασμό τους. Ακόμα και σήμερα ο κρατικός σχεδιασμός της παιδείας δε γίνεται ποτέ χωρίς οι ενώσεις των εργοστασιαρχών να υποβάλλουν στους κρατικούς εκπροσώπους τις αντιρρήσεις και τις υποδείξεις τους. οι κρατικοί εκπρόσωποι συμμορφώνονται με τις επιθυμίες των μεγαλοεπιχειρηματιών. Οι επιχειρηματίες τους λένε ποιο είδος υποτακτικών χρειάζονται. Το κράτος τους κατασκευάζει κι αναλαμβάνει τα έξοδα. Όταν πληρώνουμε, είμαστε εμείς το κράτος. Οι ίδιοι οι κρατικοί εκπρόσωποι, ξεκινούν από τους εξής συλλογισμούς: Γιατί να φτιάξουμε ανθρώπους που να χορεύουν και να ζωγραφίζουν στα εργοστάσια και στα γραφεία; Όταν βάζουμε τους δασκάλους να κάνουν μάθημα, θέλουμε ο κόπος μας να έχει ως αποτέλεσμα να εργάζονται οι άνθρωποι όλη τη μέρα και να κάνουν πώς και πώς για υπερωρίες. Το αποτέλεσμα της παιδείας πρέπει να είναι να κάνουν οι άνθρωποι ότι το λένε οι επιχειρηματίες. Οι κρατικοί εκπρόσωποι λένε ότι λένε και οι εργοστασιάρχες.
Ένα μεγάλο ποσοστό των εργατόπαιδων δεν τελειώνουν το Γυμνάσιο και αναγκάζονται να στραφούν προς ανειδίκευτα επαγγέλματα», είναι αλήθεια ότι μπορεί κανείς να κάνει καθηγητή το κουτό παιδί ενός πλουσίου και το έξυπνο παιδί ενός εργάτη να το κάνει εξάρτημα της κυλιόμενης κορδέλας, τότε είναι αλήθεια ότι μπορεί κανείς να φτιάξει μια στρατιά από ανθρώπους που δεν κάνουν για τίποτα άλλο παρά για να εκτελούν χρόνια ολόκληρα ηλίθιες κινήσεις σε ορισμένες μηχανές.
Οι πληροφορίες με τις οποίες φτιαχτήκαμε, επιλέγονται από ανθρώπους, που η σημαντικότερη απασχόλησή τους είναι να βάζουν άλλους ανθρώπους να παράγουν και να πουλάνε εμπορεύματα. Κανένας από εμάς, και σχεδόν κανένας από τους γονείς μας, δεν βάζει άλλους να παράγουν και να πουλάνε εμπορεύματα. Όπου κι αν κοιτάξει κανείς, οι άνθρωποι που βάζουν άλλους ανθρώπους να κατασκευάσουν διάφορα αγαθά προορισμένα για πούλημα αποτελούν μειοψηφία. Πώς μπορεί ένας άνθρωπος που πουλάει πυραύλους να έχει συμφέρον να μάθουν τα παιδιά στο σχολείο ότι οι πύραυλοι αξίζουν περιφρόνηση;
Αν οι ισχυρότεροι άνθρωποι έχουν για κύρια απασχόλησή τους να βάζουν άλλους να παράγουν αντικείμενα, η πώληση των οποίων μεγαλώνει την απόσταση των ισχυρών από την πλειοψηφία των ανθρώπων τότε δεν είναι δυνατό να καταρτίζουν το πρόγραμμα διδασκαλίας που προορίζεται για ανθρώπους αναγκασμένους να κάνουν κύρια απασχόλησή τους την απόκτηση εμπορευμάτων.
Το είναι η βιογραφία; Η βιογραφία είναι τα όσα κάνει κανείς στη ζωή του, ο τρόπος που περνάει τη ζωή του. ποιος έχει την άδεια να καθορίζει πώς θα περάσουμε τη ζωή μας; για ποιο είδος ζωής χρειάζονται άδειες, για ποιο όχι; ποιος δίνει τέτοιες άδειες;
Αν δεχτούμε ότι δεν έχουμε εμείς την άδεια να ορίζουμε τη ζωή μας, τότε πρέπει να ρωτήσουμε: Για ποιο λόγο να ορίζουν άλλοι τη ζωή μας; ένας λόγος θα μπορούσε να είναι ότι οι άλλοι ξέρουν καλύτερα πώς πρέπει να ζει κανείς.
Αν είναι έτσι, αυτό σημαίνει ότι ζούμε καλύτερα όταν παράγουμε αυτοκίνητα που χαλάνε γρηγορότερα απ’ όσο μπορούμε ν’ αγοράσουμε καινούρια.
Σημαίνει ότι ζούμε καλύτερα όταν χαρίζουμε ολόκληρα σπίτια στους ιδιοκτήτες σπιτιών για να μας αφήνουν να μένουμε στα σπίτια.
Σημαίνει ότι ζούμε καλύτερα όταν ολόκληρη τη ζωή μας, ώσπου να γεράσουμε και ν’ αρρωστήσουμε, θα σηκωνόμαστε στις εφτά το πρωί για να δουλέψουμε στο γιαπί ή στην κορδέλα ή σ’ ένα γραφείο.
Σημαίνει ότι ζούμε καλύτερα όταν οι πόλεις μας γίνονται ακατοίκητες.
Ο ένας λόγος που θα δικαιολογούσε να ορίζουν άλλοι το πώς ζούμε, δηλαδή οι καλύτερες γνώσεις τους για τον τρόπο που πρέπει να ζούμε, αποκλείεται στην περίπτωση των ανθρώπων που ως τώρα καθόριζαν την παιδεία μας: δεν εφαρμόζουν τις γνώσεις τους για εμάς. Δεν υπάρχει κανένας άλλος, έξω από εμάς τους ίδιους, που να μπορεί να ορίσει τη ζωή μας. πρέπει ν’ αφαιρέσουμε από τους προγραμματιστές της παιδείας την άδεια να καθορίζουν τη βιογραφία μας, αδιάφορα πώς απόκτησαν αυτή την άδεια.
Ο δεύτερος λόγος που θα δικαιολογούσε ν’ αφήνουμε άλλους να διαμορφώνουν τη ζωή μας, είναι ότι αναγκαζόμαστε να το κάνουμε λόγω πλάνης και βίας. Τρίτος λόγος δεν υπάρχει.
Πηγή: «Κατασκευή Υπηκόων» Ε.Α. ΡΑΟΥΤΕΡ, εκδόσεις ΑΙΓΟΚΕΡΩΣ
