KΩΣΤΗΣ ΜΥΡΟΥ ΛΑΓΟΥΒΑΡΔΟΣ (1945-2014)
Ο ΟΔΟΔΕΙΧΤΗΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
ΑΓΑΠΑΣ ΜΕ;
«Το νόημα και το περιεχόμενο της ζωής που υπερβαίνει τις σκοπιμότητες των παθών, ενός κόσμου ανελέητου και σκληρού που τροφοδοτεί την τρυφερότητα κι ενισχύει την εγκαρδιότητα, επαινεί την προσπάθεια, αρνείται την απολυτότητα, εχθρεύεται την υπερβολή, απορρίπτει τον δογματισμό. Δεν εγκλωβίζεται σε τύπους, δεν λειτουργεί προσχηματικά»
ΕΖΗΣΕ ΜΕ ΤΗΝ ΘΑΛΠΩΡΗ ΤΩΝ ΔΙΚΩΝ ΤΟΥ
Μανόλη μ΄αγαπάς; Σ΄αγαπώ Κωστή.
Πες μου: Τι μου έλεγε ο Βασίλης, όταν του έλεγα ότι θα πάρω την Μαρία του Μπέη.
-Ναι μωρέ κι εγώ θα πάρω την Ερασμία σας!
-Ξαναπέστο μου!
Πέθανε στις 11 Αυγούστου 2014 στην «ΑΓΚΑΛΗ». Έζησε όλη του την ζωή, στην αγκαλιά των δικών του ανθρώπων, των χωριανών και του ξένου κόσμου που τον αγάπησε. Αν δεν τον έβρισκε το κακό συναπάντημα, θα ζούσε ως τα βαθιά γεράματα. Σίγουρα εξακολουθεί να ζει μέσα μας. Η μνήμη του δεν θα σβήσει, γιατί είναι σμιλεμένη από τις αυθεντικές κι ανόθευτες αρετές της πανανθρώπινης αγάπης, Ήταν χωρίς υπερβολή ο καλύτερός μας, ο πιο αγαπητός, ο πιο αναγνωρίσιμος. Γιατί ακριβώς ήταν αυτός που ήταν και κανείς άλλος.
Σμίγαμε τα πρωινά όταν ήμουνα στο χωριό στο καφενείο της Αθανασίας. Τον είχε κοντά της η αδερφή του Πόπη, από τότε που πέθανε ο Μπάμπης, πριν από δεκαπέντε χρόνια. Με την φροντίδα και την αγάπη της, αλλά και όλων των δικών του ανθρώπων, είχε ενταχθεί πλήρως στην ζωή της καθημερινότητας. Όλοι εμείς βλέπαμε την καλή ή και την κακή του πλευρά, όμως οι δικοί του άνθρωποι αγωνιζόντουσαν να τον κρατούν όρθιο με την θαλπωρή τους, αποκλείοντας τις πιο εύκολες λύσεις που θα τον οδηγούσαν με βεβαιότητα στον πρώιμο θάνατο.

ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ
Ανατραφήκαμε την ίδια χρονική περίοδο, μετακατοχικά. Μαζί παίζαμε, μαζί μαλώναμε. Με τις παιδικές αντιπαλότητες γινότανε πιο επιθετικός και συνήθως μας χαλούσε τις κατασκευές μας, όταν δεν τον παίζαμε. Έτσι όταν όλα τα παιδιά του Δημοτικού φυτεύαμε τους ευκαλύπτους στον αμαξωτό, από την Μυλολέ ως του Τσίγκα, ο Κωστής σε λίγο καιρό, τους έκοβε. Γλύτωσαν μόνο αυτοί που ήταν κοντά στα καφενεία. Δεν υπήρχε περίπτωση να υπερβεί το μέτρο, αν δεν τον προκαλούσε κάποιος μεγάλος ή μικρός αψυχολόγητα. Ήταν πολύ ευάλωτος, σ΄ αυτές τις συμπεριφορές, Θύμωνε και γινόταν απειλητικός. Τελικά ξεθύμαινε στον εαυτό του. Μέσα του δεν είχε άλλο συναίσθημα από την αγάπη κι έβγαινε στην κυριολεξία έξω από τα ρούχα του, όταν πληγωνότανε στο σημείο αυτό που τον πονούσε. Όταν εισέπραττε αγάπη, ακτινοβολούσε από την χαρά του.
ΣΤΗΝ ΔΙΑΚΟΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Γαλουχημένος με τις θρησκευτικές παραδόσεις του χωριού μας, λατρευτικές και λειτουργικές, ένοιωσε πολύ έντονα το συναίσθημα της αγάπης μέσα στην εκκλησία, κοντά στους ιερείς, τους οποίους αγαπούσε και σεβότανε, εισπράττοντας απ΄ αυτούς τα ίδια συναισθήματα. Οι εφημέριοι του χωριού μας, ο αείμνηστος παπά Σήφης και ο παπά Μανόλης, του στάθηκαν φύλακες κι αρωγοί και μέσα κι έξω από την Εκκλησία.
Η σχέση τους βασιζόταν στην χριστιανική αγάπη, γιατί ο Κωστής όχι μόνο αγαπούσε αλλά και ήταν άξιος ν΄ αγαπηθεί. Εμπεριείχε στην ψυχή του όλες τις αρετές που αναδεικνύουν την χριστιανική συνείδηση και εκφράζονται με την αγάπη στον πλησίον.
«Ταπεινώνεται για ν΄ανυψωθεί, Χλευάζεται, για να ευλογηθεί. Συμπάσχει, αγκαλιάζει, υπομένει. Δεν ασχημονεί όταν περιφρονείται. Αποδέχεται ιδιαιτερότητες, υπομένει αδυναμίες. Πενθεί για την κακία, χαίρεται με τις χαρές και λυπάται τις λύπες των συνανθρώπων του. Δεν κουράζεται να υπηρετεί. Δεν προκαλεί, δεν περιφρονεί, δεν ασχημονεί».
Η άμωμη κι αγνή διακονία του Κωστή, αποσκοπούσε στην ειλικρινή συνύπαρξη των ανθρώπων σε μια κοινωνία χωρίς προνόμια, χωρίς διακρίσεις, χωρίς ανισότητες.
Δίπλα από τον ιερέα που μας δίνει το αντίδωρο των Τιμίων Δώρων, στην απόλυση λειτουργίας, μας έδιδε κι ο Κωστής το φυλλάδιο «Φωνή της Αγάπης». Μεταφορικά και πραγματικά μας έδινε το αντίδωρο, ως ανταπόδοση των αξιών της ίδιας μας της ζωής.
Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΜΟΝΑΞΙΑ
«Μικρός μου φαίνεται ο ντουνιάς όφου και δεν με βάνει
κι η πεθυμιά μου αστέρευτη φλέγα που δεν το κάνει»
Κανείς δεν ακούει την ψυχή του άλλου και μένει μόνος. Ο Γιώργος Θέμελης γράφει: «Γιατί Θεέ μου, να μην μπορούμε να βρεθούμε ολόκληροι μες στην αγάπη…/Κανείς δεν ακούει την ψυχή του άλλου. /Κανείς./Κανείς». Σ΄αυτό το τριπλό «κανείς» αντηχεί τυραννικά η σύγχρονη μοναξιά. Μια μοναξιά που ο καθένας την κουβαλά στο πετσί του, σαν υπαρξιακή ερημιά και τη μετατρέπει, είτε σε οργή, είτε σε κατάθλιψη.
«Κύριε, σε αναζήτησα παντού: στις δόξες της γης και τ΄ουρανού, στο μεγαλείο των μητροπόλεων, στων εποχών τα σταυροδρόμια –κι εσύ περνούσες ταπεινά κι αθόρυβα στον πιο ακαθόριστο, τη νύχτα, ρεμβασμό μου». Τάσος Λειβαδίτης
Στη σημερινή εποχή η άκρατη εμπιστοσύνη στις καθαυτές δυνάμεις του ανθρώπου αποδυνάμωσε τον άνθρωπο και απομύζησε κάθε του ελπίδα. Ο σύγχρονος άνθρωπος κλήθηκε να παλέψει με την απελπισία και ηττήθηκε. «… βλέποντας για μια στιγμή/μέσα στο βάθος του καθρέπτη/όλη την έρημο που μας ακολουθεί…».
Ο δρόμος για τον άνθρωπο περνάει μέσα από τον δρόμο για τον Θεό. Ο Χρήστος Μαλεβίτσης, σαν ψαλμωδός του τώρα, χαράζει με το νυστέρι της ποίησής του το σώμα της ιστορίας: «Μετά από κάθε συμφορά, μετά από κάθε πόλεμο, μετά από κάθε θάνατο, χάνεσαι από μέσα μου. Και τότε είναι η ώρα που πρέπει να ξανάρχεσαι. Γιατί τότε νιώθω απελπιστικά μόνος». Το τραγικό βάρος αυτού του «απελπιστικά μόνος» έρχεται να σηκώσει στους ώμους του ο ψαλμωδός του τότε με το εξής απλό «Συ είσαι μετ΄εμού»».
Την απλότητα απολέσαμε στο πέρασμα των αιώνων, φορτωθήκαμε όλου του κόσμου τα περιττά και λησμονήσαμε τον εαυτό μας, Σκονίσαμε ζώσες έννοιες και προστρέξαμε σε κενές αλήθειες. Στον αιώνα του άγχους και της κατάθλιψης.
Δεν θα λένε: Τον καιρό που το παιδί πετούσε βότσαλα πλατιά, στου ποταμού το ρέμα.
Θα λένε: Τον καιρό που ετοιμάζονταν οι μεγάλοι πόλεμοι.
Δεν θα λένε: Τον καιρό που μπήκε στην κάμαρα η γυναίκα.
Θα λένε: Τον καιρό που οι μεγάλες δυνάμεις συμμαχούσαν ενάντια στους εργάτες.
Μα δεν θα λένε: Ήτανε σκοτεινοί καιροί.
Θα λένε: Γιατί σώπαιναν οι ποιητές τους;» (Αναστασία Γκίτση)
Ο Κωστής μοίραζε την ευαισθησία και την αγάπη του, σε όλους τους ανθρώπους χωριανούς ξένους, περαστικούς, που του έσφιγγαν το χέρι με ειλικρινή αγάπη. Με τους οδηγούς των λεωφορείων και των φορτηγών είχε μια ιδιαίτερη σχέση αγάπης, φιλίας κι αναγνώρισης. Κοντά τους είχε την δυνατότητα γνωριμίας άλλων τόπων κι άλλων ανθρώπων. Πάντα είχε αυτήν την ανάγκη και πάντα ήταν έτοιμος στον αμαξωτό, να ταξιδέψει μαζί τους. Όταν δεν τον έπαιρναν ένοιωθε πικρία. Έτρεχε πίσω τους όσο τον βαστούσαν τα πόδια του. Από την Μυλολέ ως τ΄Ανασουβάρι, τους περίμενε κάθε μέρα για ένα απλό χαιρετισμό, όταν έκοβαν ταχύτητα. Μόνο γι αυτόν τον χαιρετισμό ένοιωθε ότι καταξιωνόταν η ύπαρξή του και του έμενε ζωντανή η «ελπίδα», όπως και το είχε καταφέρει αρκετές φορές, να ταξιδέψει έξω από τις γραμμές των οριζόντων του τόπου μας.
Ο ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΚΑΘΡΕΠΤΗΣ
Ο Κωστής διέθετε μεγάλη παρατηρητικότητα. Αποτύπωνε τους πάντες και τα πάντα, ειδικά σε εκφράσεις και συμπεριφορές που ξέφευγαν από τις συνηθισμένες. Έχοντας έμφυτο το χάρισμα της ηθοποιίας και του μίμου, διακωμωδούσε κι αναπαριστούσε, όσο πληρέστερα γινότανε, συγκεκριμένες κινήσεις και φράσεις χωριανών, που του κέντριζαν το ενδιαφέρον.
Για κάθε χωριανό, ειδικά σ΄ αυτούς που είχε ζήσει παλιότερα, είχε ανά πάσα στιγμή έτοιμη κάποια φράση του από μια συγκεκριμένη δραστηριότητα που του την αποσπούσε. Παίρνοντας την ίδια στάση και με τις ίδιες χειρονομίες τον αναπαριστούσε τέλεια, προκαλώντας την ευθυμία των παρισταμένων, ακόμα κι αυτού του σατιριζομένου, που δεν μπορούσε να βρει ψεγάδι στο ηθογραφικό ταλέντο του Κωστή. Ήταν ο καθρέπτης του και δεν κατακρινότανε αφού δεν υπήρχε κανένα κίνητρο προσβολής ή μείωσης, από τ΄ αγνά αισθήματα του Κωστή.
ΤΟ ΑΝΑΠΟΤΡΕΠΤΟ ΤΕΛΟΣ
ΨΑΛΜΟΣ ΜΑ΄: Ελένης Καραγιάννη, Ψυχοθεραπεύτριας
Ον τρόπον επιποθεί η έλαφος επί τας πηγάς των υδάτων, ούτως επιποθει η ψυχή μου προς σε, ο Θεός.
Διψασμένη έλαφος η ψυχή μου ζητά να ξεδιψάσει στον Θεό: στο καθάριο, κρυστάλλινο νερό που αναβλύζει στις πηγές. Βασανιστικό το αίσθημα της δίψας, αλλά και σιγουριά μέσα στην αμφιβήτηση ότι υπάρχει πηγή καθαρών υδάτων.
Η έλαφος: ομορφιά, γρηγοράδα, λαχτάρα, επιθυμία. Η επιθυμία της χαράς της ζωής, η επιθυμία της γνώσης του κόσμου, η επιθυμία της ανάβασης, η επιθυμία του απόλυτου, η επιθυμία του κάλλους, η επιθυμία της επικοινωνίας, η επιθυμία συνάντησης του προσώπου του Θεού.
Πώς θα αναζητήσω Θεέ μου το πρόσωπό Σου;
Σε ψάχνω στα πρόσωπα των συνανθρώπων μου. Διψώ για ανθρώπινη επικοινωνία: να ανταμώσουμε, να κοιταχθούμε στα μάτια. Νιώθω δέος κάθε φορά που ένας άνθρωπος μου αποκαλύπτει κάτι από την ομορφιά της ψυχής του. Νιώθω απέραντο θαυμασμό όταν αισθανθώ το μεγαλείο της αγάπης που μπορεί να πλημμυρίσει μια ανθρώπινη καρδιά.
Σε συναντώ με αγαλλίαση στους ανθρώπους που πιστεύουν βαθιά στην ύπαρξή Σου –όχι από φόβο ή από την ανάγκη της ανταμοιβής.
Σε συναντώ στην ανεξάντλητη ομορφιά του κόσμου καθώς μου χαρίζει τη βεβαιότητα της ύπαρξης του απόλυτου που η ψυχή μου λαχταρά.
Περίλυπη η ψυχή μου σε κάθε απώλεια, σε κάθε δοκιμασία. Αρνείται να μάθει από τη δυσκολία, αρνείται να διδαχθεί από τον πόνο. Η επιθυμία ζωής που δεν πραγματοποιήθηκε ακυρώνει και όλες τις χαρές που έχει ήδη γευθεί, η ματαίωση απομακρύνει από τους άλλους ανθρώπους.
Η ζωή έρχεται και με βρίσκει, η ζωή όπως αποτυπώνεται στο παιγνίδι των παιδιών, στη λαχτάρα δύο νέων ερωτευμένων, στη σοφία των ηλικιωμένων.
Προς εμαυτόν η ψυχή μου εταράχθη· δια τούτο μνησθήσομαί σου.
Το δώρο της μνήμης προσφέρει τις αναμνήσεις αυτών που αγαπούμε κρατώντας ζωντανό ένα πρόσωπο στην καρδιά ακόμα κι αν έχει πεθάνει.
Να θυμηθώ τα δώρα της ζωής. Να θυμηθώ την καλοσύνη των ανθρώπων και τη φροντίδα που έχω δεχθεί. Να θυμηθώ την αγάπη που μοιράστηκα. Να θυμηθώ ότι υπάρχει πάντα ένας τόπος, ένα σπίτι, μια αγκαλιά.
Η ύπαρξή μου με οδηγεί αλάθευτα στον Δημιουργό της. Ελπίζω όταν όλα μοιάζουν κατεστραμμένα· ενώ θα είμαι βαθιά στο σκοτεινό τούνελ, να το διαβαίνω με τη βεβαιότητα του φωτεινού ανοίγματος, ενώ θα βιώνω τη διαφωνία, την απογοήτευση, τη ματαίωση, θα διατηρώ τη σιγουριά και την ασφάλεια μιας αγάπης που διαρκεί. Ένας αέναος κύκλος με βροχή και ήλιο, με τρικυμία και γαλήνη, με βουνά και ξέφωτα, με συντροφιά και μοναξιά. Η διψασμένη έλαφος πορεύεται πάντα, αλάθευτα προς τις πηγές των υδάτων. Πορεύεται και ταυτόχρονα βιώνει την ομορφιά του κόσμου.
Θεέ μου, σ΄ ευχαριστώ πρωτίστως για το δώρο της δίψας.
Επίμετρον: «Οι σπείροντες εν δάκρυσιν εν αγαλλιάσει θεριούσι» Ψαλμός ΡΚΕ΄
Κωστή, όσο καιρό η ψυχή σου παραμένει κοντά μας, δέξου τον χαιρετισμό μου, σαν ένα ποτήρι κριγιό νερό από την Γρε-Βρύση του χωριού μας, ως ελάχιστη προσφορά στο ταξίδι της αιωνιότητας π΄ ανοίγεται μπροστά σου.
Μανόλης Ελευθ. Σκαρσουλής
