ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Κασαδόρος κι ο Κλειδάς του Μανόλη Σκαρσούλη

0

Αγχολυτικόν Διακοπών 2014

ΕΡΩΤΑΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΩΝ ΙΣΧΝΩΝ ΑΓΕΛΑΔΩΝ

Ο ΚΑΡΟΛΟΣ ΝΤΙΚΕΝΣ ήξερε το υλικό της δουλειάς του, ξέ­ρετε. Ακουστέ αυτό εδώ: «Ετήσιο εισόδημα είκοσι λίρες, ετήσια έξοδα δεκαεννιά λίρες, δεκαεννιά σελίνια κι έξι πέ­νες, ίσον ευτυχία. Ετήσιο εισόδημα είκοσι λίρες, ετήσια έξο­δα είκοσι λίρες κι έξι πένες, ίσον μιζέρια».

Σωστός. Υπολογίστε τώρα στα νούμερα τον πληθωρισμό και θα έχετε την ιστορία της Γουώλτ Στρητ. Ή, τουλάχιστον, το κομμάτι της ιστορίας της Γουώλ Στρητ που με περιλαμβά­νει: χρόνια επτά. Γνωρίσαμε καλές εποχές και περάσαμε ζά­χαρη μ’ εκείνες τις έξτρα έξι πένες, και τώρα ζούμε μέρα με τη μέρα την παρατεταμένη ανιούσα του ελλείμματος. Ίσον μιζέρια.

Πού πήγαν εκείνες οι έξι πένες της περσινής χρονιάς; Ελά­τε δα, ξέρουμε πού πήγαν. Εσείς στο Γκστάαντ, αυτός στην Αρούμπα, εκείνη στο Παρίσι, κι εγώ στις αντρικές τουαλέτες να παίρνω τη δόση μου απ’ τη μύτη. Να πού πήγαν οι έξι πένες του Ντίκενς.

Παρεμπιπτόντως, το όνομά μου είναι Κίμπαλ· να η κάρτα μου. Μπρους Κίμπαλ, της Rendall/Lebeau. Υπεύθυνος λογι­στηρίου. Να προσθέσω ότι εξακολουθώ να βγάζω λεφτά για τους πελάτες μου; Υπάρχει πολύ καλό υλικό που το υποτι­μούν εκεί πέρα, φίλε μου. Μπορείς ακόμα να κάνεις λεφτά στη Στρητ. Αμέ. Παραδέχομαι ότι είναι πιο δύσκολο τώρα, όταν έχω μόνο τρεις πένες και χρειάζομαι έξι για να έχω τη μύτη μου γεμάτη και την αυτοπεποίθησή μου όρθια, για να μπορώ κι εγώ ν’ αντικρίζω τον κόσμο με το χαμόγελο του νικητή.

Kυρία Μάργουελ: Είμαι σχεδόν δύο χρόνια χήρα· καιρός να ξαναπαντρευτώ. Χρειάζομαι μια αγάπη αληθινή, να μοιραστεί μαζί μου το ρετι­ρέ μου, με έξοχη θέα της πόλης, το εξο­χικό μου (14 δωμάτια) στο Αμάγκανσετ, το εισόδημα από το χαρτοφυλάκιο των μετοχών μου.

Ένα εισόδημα - αχ, η άμοιρη - που είναι μικρότερο απ’ όσο ήταν μια φορά. Μια-δυο όχι και τόσο σίγουρες ειδοποιήσεις, στη χάση και στη φέξη, από το χρηματιστήριο, για ενημέρωση μου για διαφορές στην αγορά και μεταπώληση μετοχών, λίγα αδιανέμητα μερίσματα· τα κακά μαντάτα έχουν τον τρόπο τους να καβαλάνε το ’να τ’ άλλο.

Μα πρώτα ο έρωτας. Πού είναι ένας σύζυγος για τα -άντα μου; Ετών σαράντα δύο, τε­λικό προϊόν καλής ανατροφής, καλής σίτισης, ενός εξαίρετου προγράμματος σωματικής αγωγής και εκπληκτικά ικα­νών και προικισμένων πλαστικών χει­ρουργών. Καθώς οι γονείς μου απεδήμησαν εις Κύριον - κάτι σαν δώρο για την αποφοίτησή μου από το κολέγιο - έχω, λίγο-πολύ, αναλάβει η ίδια τη μέρι­μνα του εαυτού μου, αν και, φυσικά, εί­ναι φορές που, πώς να το κάνουμε, ένας άντρας χρειάζεται στο σπίτι.

Δεν μέμφομαι το χρηματιστή μου, παρακαλώ, επιτρέψτε μου να καταστήσω σαφές αυτό το σημείο. Μπρους Κίμπαλ είναι το όνομά του και είναι αμετακίνη­τα αισιόδοξος και ευχάριστος.

Στην πραγματικότητα, ο Μπρους.... χμμμ. Με φλερτάρει μερικές φορές, αλ­λά με τρόπο αυστηρά επαγγελματικό, όπως θα περίμεναν απ’ αυτόν οι εργο­δότες του να φλερτάρει με μια κυρία με λεφτά. Είναι αρκετά καλοφτιαγμένος, αν και λιγάκι αδύνατος.

Δυο-τρία χρόνια νεότερος μου; Θα μπορούσε ο Μπρους Κίμπαλ να είναι η απάντηση στις προσευχές μου; Τον ξέρω ήδη καλά και καλύτερα να μην αφιερώ­σω πάρα πολύ χρόνο γι’ αυτό το σχέ­διο.

Μπρους Κίμπαλ: «Υπάρχει μια παλίρροια στις υποθέ­σεις των ανθρώπων, που, όταν τις ση­κώσει η φουσκονεριά, οδηγεί στην κα­λοτυχία». Η Άγκαθα Κρίστι το ’χε πει αυτό. Μα κι εκείνη από κάπου το είχε πάρει, ε; Σαίξπηρ! Το βρήκατε.

Υπήρξε σίγουρα μια φουσκονεριά στην ιστορία μου με τη Στέφανι Μόρ­γουελ. Πριν πέντε χρόνια, ήταν απλά άλλη μια πλούσια κυρία ανάμεσα στους πελάτες μου, αν και μια πελάτης που εισέπραττε ένα μεγαλύτερο ενδιαφέρον απ’ ό,τι οι περισσότεροι πελάτες στην καθημερινή φροντίδα του χαρτοφυλάκιου των μετοχών της.

Σεβάστηκα το πένθος της κυρίας Μόργουελ ένα-δυο μήνες, κι ύστερα έβαλα μπροστά λιγάκι ανώδυνο φλερτ. Και γιατί όχι; Στο κάτω-κάτω, χήρα ήταν. Όμορφη γυναίκα, ευ­προσήγορη, πλούσια, αλλά ποτέ στα κο­ντινά πλάνα της σκέψης μου, εκτός απ’ τις φορές που ήταν παρούσα, απέναντι μου στο γραφείο. Και τώρα όλα έχουν αλλάξει.

Η κυρία Μόργουελ ήταν ξανά στο γραφείο μου, ν’ ακούει κυρίως κακά νέα, φοβάμαι, κι εγώ, σε μια προσπά­θεια να διασκεδάσω τη θλίψη της κατά­στασης, έκανα μερικά ανάλαφρα σχό­λια. «Υπάρχουν καλύτερα πράγματα να κάνουμε, αντί να καθόμαστε εδώ πέρα, παρέα μ’ όλα αυτά τα μελαγχολικά νού­μερα». Κάτι τέτοιο' κι εκείνη είπε, με φωνή κάπως πνιγμένη που δεν την είχα ξανακούσει πριν. «Σίγουρα υπάρχουν».

Την κοίταξα, έκπληκτος, να λυγίζει την πλάτη της και να τεντώνεται σαν γά­τα. «Κυρία Μόργουελ», είπα, «μου βάζετε ιδέες τώρα».

Χαμογέλασε. «Σαν τι ιδέες;» ρώτησε - και, σαράντα λεπτά αργότερα, βρισκό­μασταν στο κρεβάτι, στο διαμέρισμά της στο Σάττον Πλέις.

Αααχ. Η παρατεταμένη χηρεία σίγου­ρα ακόνισε τα γούστα της. Τι απόγευμα. Τι θέα, πάνω απ’ το Ηστ Ρίβερ. Τέτοια ζωή, μάλι­στα...

Γύρισα. Το σώμα της ήταν το ίδιο όμορφο με τη σαμπάνια. Χαμογελώ­ντας, μου έδωσε ένα ποτήρι και είπε. «Ποτέ στη ζωή μου δεν πέρασα τόσο υπέροχο απόγευμα».

Στέφανι: Παντρευτήκαμε, ο χρυσός μου χρημα­τιστής κι εγώ, επτά βδομάδες μετά. Όχι ακριβώς ένας θυελλώδης έρωτας, πάντως κοντά. Φυσικά, έπρεπε να τον συστήσω στους γονείς του, αγγαρεία που όλοι διεκπεραιώσαμε αρκετά καλά.

Κάναμε το μήνα του μέλιτος στο Κανήλ Μπέυ και ήταν τόσο όμορφα που παρατείναμε την παραμονή μας άλλη μια βδομάδα. Ο Μπρους ήταν τόσο πε­ριποιητικός, τόσο χαριτωμένος, τόσο - πώς να το πω; - τόσο πρόθυμος. Και τα πήγαινε εκπληκτικά καλά με τους ντό­πιους· όλοι τους έτρωγαν, που λέει ο λό­γος, φαί απ’ τα χέρια του. Στο πι και φι, αστειευόταν με το μικρό τους όνομα με μισή ντουζίνα ανθρώπους που εγώ δεν θα τους έβλεπα κατά διάνοια σαν τίπο­τα περισσότερο από επικίνδυνους αλή­τες, αλλά ο Μπρους ήξερε τον τρόπο να κάνει σχεδόν τον καθένα να νιώθει σαν στο σπίτι του.

Διαπίστωσα, εκείνες τις πρώτες βδομάδες, πως, όλο και πιο πολύ, αγαπούσα τον Μπρους. Τι απρόσμενο δώρο! Και τα θερμά μου αισθήματα για τον καινούριο σύζυγο φούντωσαν ακόμα πιο πολύ όταν, επιστρέφοντας στη Νέα Υόρκη, επέμεινε να μη σταματήσει να εργάζεται στη Rendall/Lebeau. «Δεν θέ­λω να ζω με τα λεφτά σου», μου δήλωσε, τόσο αμετακίνητα κι αντρίκια που έπε­σα στα γόνατα την ίδια στιγμή. Τέτοια αντίθεση με κάθε προηγούμενη συζυγι­κή μου εμπειρία!

Ωστόσο, ο έρωτας δεν είναι το παν. Πρέπει κανείς και να ζήσει. Κι έτσι, δυο βδομάδες μετά την επιστροφή μας, κα­τέβηκα με ταξί στο κέντρο της πόλης για μια κουβέντα με τον καινούριο μου ασφαλιστή.

«Η νέα κα­τάσταση, όπως αντιλαμβάνεστε», είπα, «θα απαιτήσει ορισμένες μεταβολές στο ασφαλιστικό μου πακέτο».

«Βεβαίως, βεβαίως».

«Ο Μπρους είναι τώρα συνιδιοκτήτης του διαμερίσματος στην πόλη και του σπιτιού στον Λονγκ Άιλαντ».

Εντυπωσιάστηκε ολοφάνερα. «Πολύ γενναιόδωρο εκ μέρους σας, κυρία... ε... Κίμπαλ».

«Ναι, δεν το νομίζετε κι εσείς; Ο Μπρους είναι τόσο σημαντικός για μένα τώρα, που δεν μπορώ να φανταστώ πως έζησα τόσα χρόνια χωρίς αυτόν. Αλλά αυτό θέτει από μόνο του ένα οχληρό ζή­τημα. Φαντάζομαι ότι τώρα θα πρέπει να ασφαλίσω τη ζωή του Μπρους, δεν είναι έτσι;».

«Όσο πιο σημαντικός είναι για σας ο σύζυγός σας», είπε, μ’ εκείνη την αυτό­ματη κατανόηση που διαθέτουν οι πωλητές, «τόσο περισσότερο οφείλετε να προνοήσετε για κάθε ενδεχόμενο».

«Μα μου είναι τόσο πολύτιμος», είπα. «Πώς θα μπορούσα να διαλέξω ένα οποιοδήποτε ποσό ασφάλισης; Πώς θα μπορούσα να μετρήσω με δολάρια τον Μπρους;».

«Επιτρέψτε μου να σας βοηθήσω εγώ στην απόφασή σας αυτή», είπε ο Σουέρντλαφ, γέρνοντας το ιδρωμένο, κόκκινο πρόσωπό του προς το μέρος μου, πάνω απ’ το γραφείο.

Συμφωνήσαμε στο ένα στρογγυλό εκατομμύριο.

Μπρους: Όλα κύλησαν πρίμα. Στην αρχή, απλά απολάμβανα τη Στέφανι γι’ αυτή την ίδια, χωρίς να περιμένω τίποτα πε­ρισσότερο, εκτός απ’ τις συχνές μας συ­ναντήσεις, κι ύστερα, δεν ξέρω πώς, προέκυψε η ιδέα πως θα μπορούσαμε και να παντρευτούμε. Δεν είδα τίποτα στραβό στην πρόταση. Η Στέφανι ήταν εκπληκτική στο κρεβάτι, ήταν πλούσια, ήταν όμορφη και - ολοφάνερο – μ΄ αγα­πούσε. Χωρίς αμφιβολία, θα μπορούσα να βρω μέσα μου κάποια καλά αισθήμα­τα για ένα τέτοιο πακέτο.

Και κάτι άλλο που μπορούσε ακόμα να κάνει, αν και θα έπρεπε να είμαι πο­λύ προσεκτικός να μην το ανακαλύψει ποτέ, ήταν να αναλάβει την κάλυψη εκείνου του ελλείμματος, εκείνες τις πε­ντάρες που λέγαμε ανάμεσα σε μένα και στο άσπρο γιατρικό που με μεταμορφώ­νει σε νικητή. Ανοιχτοχέρα γυναίκα, σί­γουρα αρκετά γαλαντόμα για μια τέτοια λογική ανάγκη. Και κατάλαβα απ’ την αρχή ότι, αν ήθελα να κρατήσω την αγά­πη και το σεβασμό της, και την πρόσβα­σή μου στο κομπόδεμά της, όφειλα να μη φανώ ποτέ υπερβολικά άπληστος. Ανε­ξάρτητος, αυτάρκης, με αυτοεκτίμηση, αποφασισμένος να κάνω βουτιά στα λε­φτά της μόνο γι’ αυτές τις έξτρα δεκάρες που θα μ’ έφερναν σ’ εκείνο το - με τα λόγια του κυρίου Ντίκενς - «ίσον ευτυ­χία».

Τέσσερις παραδεισένιους μήνες ζήσαμε αυτή τη ζωή, χωρίς να υποψιάζεται τίποτα η Στέφανι. Στην πραγματικότη­τα, χωρίς κανείς απ’ τους δυο μας να πάρει μυρωδιά τίποτα. Κι αν δεν ήμουνα τέτοιας λογής εργασιομανής, ειδικά όταν είχα την παρέα του μικρού άσπρου φίλου μου, διερωτώμαι τι θα μπορούσε να είχε συμβεί τελικά. Μάλλον όχι, δεν διερωτώμαι - ξέρω τι θα είχε συμβεί τε­λικά.

Αλλά ιδού τι, όντως, συνέβη. Αδύνα­το να κρατήσω τα χέρια μου μακριά απ’ τα οικονομικά κιτάπια της Στέφανι. Δεν ήταν από μανία να ψαχουλεύω, δεν ήταν από υποψίες, δεν ήταν για το δικό μου συμφέρον.

Τα φορολογικά βιβλία και οι σπιτικοί λογαριασμοί της Στέφανι ήταν ένα χάος. Το συνειδητοποίησα για πρώτη φορά όταν ένα βράδυ γύρισα στο σπίτι και βρήκα τη Στέφανι, συνοφρυωμένη, να είναι σκυμμένη πάνω απ’ το τραπέζι της τραπεζαρίας μαζί με το λογιστή της. Ήταν ο μή­νας της υποβολής φορολογικών δηλώ­σεων και το τραπέζι ήταν στρωμένο ακατάστατα με χαρτομάνι. Ο Σερζ, ήταν λογιστής ένας άκακος είλωτας με πέτσινα μπαλώματα στους αγκώνες κι ένα μικρό, απρόσωπο μουστάκι, ξεναγούσε υπομονετικά τη Στέφανι στις λεπτομέρειες της χρονιάς που είχε μόλις περάσει.

Τότε ήταν που αποφάσισα να βάλω μια τάξη στο σπιτικό της Στέφανι. Δεν υπήρχε λόγος να κάνω γνωστό το σχέδιό μου αυτό· η Στέφανι πραγματικά ντρε­πόταν για την ανικανότητά της να κρατάει λογαριασμό, οπότε ποιος ο λόγος να χώνει τη μύτη της σ’ αυτό; Βραδιές και Σαββατοκύριακα, αν δεν κάναμε τίποτ’ άλλο, αν δεν πεταγόμασταν μέχρι το εξοχικό μας ή να δούμε φίλους ή να πάμε στο θέατρο και για δείπνο, αφιέρωνα μισή-μια ώρα δουλειάς στα φορολογικά της.

Ο προηγούμενος σύζυγός της, ο Ρόμπερτ, δεν είχε βοηθήσει καθόλου. Όταν έφτασα αρκετά πίσω, δεν διαπίστωσα την παραμικρή βελτίωση. Ο Ρόμπερτ ήταν κακός τουλάχιστον όσο κι η Στεφάνι στην τήρηση των βιβλίων, και πολύ χειρότερός της όταν επρόκειτο για αλόγιστη σπατάλη χρημάτων. Πραγμα­τικός σκορποχέρης. Τα έξοδα ξεπερνούσαν σταθερά τα έσοδα σ΄όλη τη διάρκεια ζωής του ήλθε, στο τέλος, σαν πραγματική σανίδα σωτηρίας.

Το ίδιο και η ασφάλεια ζωής του Φρανκ.

Ήταν δυο-τρεις βδομάδες αφότου εί­χα τελειώσει το έργο της λογικής τακτο­ποίησης των χρόνων του Ρόμπερτ - δυο χρόνια γάμου, τρία φορολογικά έτη, στην ουσία - όταν το έργο μ’ έφερε για πρώτη φορά σε επαφή με τον Φρανκ. 'Αλλος σύζυγος αυτός, Μπούλλοκ το επίθετο. Ο Φρανκ Μπούλλοκ πέθανε τριάμισι χρόνια πριν από το γάμο της Στέφανι με τον Ρόμπερτ Μόργουελ. Ω, ναι, είχε κι εκείνος κάνει μια πολύ καλή ασφάλεια ζωής. Και στην περίπτωσή του, επίσης, η ασφάλεια πλήρωσε διπλή αποζημίωση λόγω θανάτου από ατύχη­μα.

Ο Λέσλι Χάνφορντ είχε πέσει σ’ έναν γκρεμό, ενώ έκανε σκι κάπου στον Κα­ναδά. Ο Χάνφορντ ήταν ο άλλος σύζυ­γος, ο πριν απ’ τον Μπούλλοκ. Προφα­νώς, ο πρώτος στη σειρά των συζύγων. Στην ουσία, η περιουσία την οποία απο­λάμβανε τώρα η Στέφανι είχε ως βάση της την ασφάλεια του Λέσλι, συνεπικουρούμενη, ανάλογα με τις ανάγκες ή για λόγους βολής, απ’ την ασφάλεια του τε­λευταίου των συζύγων. Μετά από κάθε θάνατο από ατύχημα, η Στέφανι άλλαζε ασφαλιστικό πράκτορα και λογιστή. Κι όλοι οι σύζυγοι είχαν αποδημήσει εις Κύριον ακριβώς πάνω στη συμπλήρωση χρόνου από τη σύσταση της ασφάλειας ζωής.

Ο εν ενεργεία ασφαλιστικός πράκτο­ρας λεγόταν Όλιβερ. Του έκανα μια επίσκεψη. «Ήθελα απλά να σιγουρευτώ», του είπα, «ότι η καινού­ρια μου ασφάλεια ζωής δεν έχει κανένα μπέρδεμα. Σε περίπτωση που μου συμβεί οτιδήποτε, θα ήθελα να είμαι βέβαιος ότι η Στέφανι δεν θα μείνει ακά­λυπτη».

«Θαυμάσια σκέψη εκ μέρους σας», εί­πε ο Όλιβερ. Ήταν ένας παχύσαρ­κος, τύπος με μικροσκοπικά ματάκια, ένας άνθρωπος που δεν θα επέτρεπε ποτέ να παρεισφρήσει τίπο­τε ανάμεσα σ’ αυτόν και σε μια καλή προμήθεια. Η Στέφανι είχε κάνει σωστή επιλογή.

«Για να δούμε», είπα. «Μισό εκατομ­μύριο είπαμε είναι;».

«Α, θεωρήσαμε ότι ένα εκατομμύριο θα ήταν καλύτερα», είπε ο Όλιβερ  μ’ ένα πλατύ χαμόγελο. «Διπλή εγγύηση».

«Μα, φυσικά!» ανέκραξα. «Συγχωρή­στε με, αλλά όλο μπερδεύομαι μ’ αυτά τα νούμερα. Ένα εκατομμύριο, φυσικά. Διπλή εγγύηση. Και μάλιστα είναι ακρι­βώς το ποσό που θέλουμε και για τη νέα ασφάλεια, την ασφάλεια ζωής της Στέφανι.  Αν τόσο αξίζω γι αυτήν, τότε τό­σο αξίζει κι εκείνη για μένα».

Πείτε με βλάκα, αλλά τον ερωτεύτη­κα. Ο Μπρους ήταν τόσο διαφορετικός απ’ τους άλλους, τόσο πιστός, με τόση εμπιστοσύνη στον εαυτό του. Κι ήταν τόσο φανερό πως μ’ αγαπούσε, πως αγαπούσε εμένα, όχι τα λεφτά μου, όχι τα πλεονεκτήματα που του πρόσφερα. Προσπάθησα να είμαι πρακτική, προσ­γειωμένη, αλλά η καρδιά μου είχε γίνει αφέντρα του κεφαλιού μου. Αυτόν τον άντρα θα τον κρατούσα.

Ε, και; Τι είναι μια πέργκολα λουλού­δια μπροστά στον αληθινό έρωτα; Ο Μπρους κι εγώ θα μπορούσαμε να συζη­τήσουμε για το μέλλον μας, για τα οικο­νομικά μας. Ένα πλάνο ζωής που το μοιράζεσαι μ’ έναν άλλον άνθρωπο.

Θα έπρεπε, φυσικά, να κάνουμε οικο­νομίες, ξεκινώντας, πρώτα απ’ όλα, μ’ εκείνη την ασφάλεια του ενός εκατομμυ­ρίου δολαρίων. Δεν θα τη χρειαζόμουν πια, οπότε αυτό το έξοδο θα ήταν το πρώτο που θα κοβόταν. Πήγα να δω τον κύριο  Όλιβερ. «Θέλω να ακυρώσω την ασφάλεια», του είπα.

«Όπως επιθυμείτε», είπε. «Θα ακυρώσετε μήπως και τις δυο;».

ΑΡΛΕΚΙΝ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΤΗΣ ΧΟΛΕΡΑΣ

Απόδοση: Κώστας Γιούργος (1992)

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο Κασαδόρος κι ο Κλειδάς του Μανόλη Σκαρσούλη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ