Της Βλασίας Μιχαηλίδου – Τριπολιτάκη
Φιλολόγου, Ιστορικού M.Sc.
Μ΄ αυτό το δελεαστικό σύνθημα κυκλοφορεί τις τελευταίες ημέρες η έντυπη διαφήμιση του Υπουργείου Παιδείας για τις Σχολές Επαγγελματικής Κατάρτισης (Σ.Ε.Κ.), που καλεί τους απόφοιτους του γυμνασίου να εγγραφούν σ΄ αυτές. Ακόμα πιο ενδιαφέρουσα η τηλεοπτική διαφήμιση, που επιχειρεί να αντιστρέψει το κοινωνικό στερεότυπο, που συνδέει την κοινωνική καταξίωση με συγκεκριμένα επαγγέλματα επιστημόνων, βάζοντας τους δυο πρωταγωνιστές να αναρωτιούνται για ποιο λόγο να γίνουν δικηγόρος ή γιατρός.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει κι ο αντίστοιχος Πλοηγός στο διαδίκτυο (είναι η Ελληνική Εθνική Βάση Δεδομένων Εκπαιδευτικών Ευκαιριών του Εθνικού Οργανισμού Πιστοποίησης Προσόντων και Επαγγελματικού Προσανατολισμού), όπου βρίσκει ο κάθε ενδιαφερόμενος σημαντικές πληροφορίες για σπουδές στην Ελλάδα σε όλα τα επίπεδα και όλους τους τύπους εκπαίδευσης (γενική, επαγγελματική εκπαίδευση, αρχική επαγγελματική κατάρτιση, εκπαίδευση ενηλίκων, εξ αποστάσεως εκπαίδευση κλπ). Όσον αφορά τις ΣΕΚ, υπάρχουν και επαγγελματικά περιγράμματα, με τα οποία ο υποψήφιος ενημερώνεται για τις συνθήκες και προοπτικές του κάθε επαγγέλματος. Να σημειωθεί πως οι σχολές αυτές δίνουν τη δυνατότητα σε όσους τις επιλέξουν αντί των ΕΠΑΛ να αποκτήσουν πτυχίο επιπέδου 3.
Οι μεταρρυθμίσεις αυτές εντάσσονται στην προσπάθεια του Κράτους να επιτύχει τη σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας, φιλοδοξώντας να αναχαιτίσει την τάση υπερπαραγωγής επιστημόνων, που δεν μπορεί να απορροφήσει η χώρα, και να μειώσει το εξωφρενικό ποσοστό ανεργίας των νέων στην Ελλάδα, που αγγίζει το 60%, κατακτώντας άλλη μία θλιβερή πρωτιά στην ΕΕ. Ωστόσο, οι αντιεκπαιδευτικές αναδιαρθρώσεις στην Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση, ειδικά την περασμένη χρονιά, δημιουργούν ποικίλα ερωτήματα σχετικά με τις σκοπιμότητες που υπηρετούνται.
Αρχικά, θα πρέπει να επισημάνουμε πως καταργούνται οι Επαγγελματικές Σχολές. Η φετινή χρονιά αποτελεί και την τελευταία για τις ΕΠΑΣ, που εντάσσονταν στο πλαίσιο της τυπικής εκπαίδευσης, ενώ οι ΣΕΚ ανήκουν στη μη τυπική εκπαίδευση όπως και τα ΙΕΚ. Επίσης, οι απόφοιτοι των Σ.Ε.Κ. δεν έχουν δικαίωμα πρόσβασης στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, εξ ου και το σλόγκαν «έτοιμος, στα 18 σου». Να σημειωθεί, ακόμα, πως οι σπουδές αυτές εντάσσονται στα προγράμματα της «δια-βίου μάθησης», που χρηματοδοτούνται με κοινοτικούς πόρους και αυτό αποτελεί και μία εύλογη εξήγηση του σκεπτικού της μεταρρύθμισης.
Από την άλλη, η απίστευτη προχειρότητα με την οποία λειτούργησε φέτος η περιβόητη Τράπεζα Θεμάτων στην Α’ Λυκείου ενισχύει τις υπόνοιες, για μεθοδευμένη προσπάθεια του Κράτους, να αποθαρρύνει τη φοίτηση στο Λύκειο (ακόμα και το Επαγγελματικό) και να στρέψει το ενδιαφέρον στη μαθητεία. Επιπλέον, η κατάργηση ειδικοτήτων από τη δευτεροβάθμια τεχνική εκπαίδευση προς όφελος των ΣΕΚ και των ΙΕΚ (και μάλιστα των ιδιωτικών) που συνιστούν μη τυπική κατάρτιση, αποκαλύπτουν μια τάση για αποδόμηση της δημόσιας Τεχνικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης.
Στα παραπάνω, αξίζει να παραθέσουμε τον προβληματισμό του προέδρου της Επιστημονικής Ένωσης Τεχνολογικής Εκπαίδευσης και Κατάρτισης κ. Ανδριανουπολίτη, ο οποίος παραδέχεται ότι πολλοί είναι εκείνοι, οι οποίοι επιθυμούν να ακολουθήσουν επαγγελματική κατάρτιση και μαθητεία. Όπως λέει, όμως, «η επαγγελματική κατάρτιση προσφέρεται μετά την επαγγελματική εκπαίδευση και όχι μετά το γυμνάσιο, σε παιδιά 15 χρονών. Ο νόμος ορίζει ότι οι σχολές επαγγελματικής κατάρτισης παρέχουν εκπαίδευση μετά το γυμνάσιο. Ο παλιός νόμος έλεγε ότι το παιδί θα έπρεπε να φοιτήσει πρώτα σε μία τάξη λυκείου. Το Γυμνάσιο όμως, δεν προσφέρεται για επαγγελματική εκπαίδευση, ούτε προσφέρεται η Γ’ Γυμνασίου ως τάξη προσανατολισμού για να ξέρει που θα στραφεί ο μαθητής. Όταν παρακάμπτουμε το επαγγελματικό λύκειο, πηγαίνοντας κατευθείαν στην κατάρτιση, το αποτέλεσμα θα είναι να έχουμε μαθητές πολύ χαμηλού επιπέδου με μαθησιακές αδυναμίες. Αυτούς θα τους βάζουμε να βιδώνουν και να ξεβιδώνουν, όντας χαμηλού επιπέδου και αστοιχείωτοι».
Η άποψη αυτή φαίνεται να συμφωνεί με τον προβληματισμό κάποιων μελετητών που υποστηρίζουν πως «η κατάρτιση αποτελεί “υποδεέστερο” είδος εκπαίδευσης, με περιορισμένους στόχους, που προετοιμάζει τα άτομα, ώστε να μπορούν να εκτελούν έργα ή ρόλους με μάλλον μηχανιστικό και τυποποιημένο χαρακτήρα, χωρίς να κατανοούν τις βαθύτερες διαστάσεις των ζητημάτων που χειρίζονται» (άρθρο του Αλέξη Κόκκου στο Περιοδικό Δια Βίου / Επιστημονική Επιθεώρηση για τη Δια Βίου Μάθηση, τ. 1, 2007, σ. 45-48)
Από την άλλη, θα μπορούσε να προταθεί ο κατάλληλος εκπαιδευτικός σχεδιασμός, προκειμένου η κατάρτιση να έχει στόχο τη συστηματική εκμάθηση όχι μόνο δεξιοτήτων, κανόνων και εννοιών, αλλά και στάσεων και συμπεριφορών, που να αποβλέπουν στην ανάπτυξη βασικών ικανοτήτων, όπως είναι οι ικανότητες δημιουργικότητας, ανάληψης πρωτοβουλιών, επίλυσης προβλημάτων, επικοινωνίας, διαπραγμάτευσης, συνεργατικότητας κ.ά.
Το βέβαιο, είναι πως η χώρα μας σημειώνει από τα υψηλότερα ποσοστά ανεργίας στους νέους, ενώ την τριετία 2010-2013 εγκατέλειψαν την Ελλάδα 300.000 πτυχιούχοι, από τους οποίους 73% είχαν μεταπτυχιακό τίτλο κι από αυτούς 51% ήταν κάτοχοι διδακτορικού. Είναι μεγάλο οικονομικό πλήγμα για τη χώρα να φεύγει το καλύτερο επιστημονικό δυναμικό, για το οποίο έχουν ξοδευτεί χιλιάδες ευρώ για την εκπαίδευσή του. Θα πρέπει, επίσης, να ανατραπεί η αναντιστοιχία στο αντικείμενο των σπουδών και τις ανάγκες των αγορών, που αποτελεί ένα από τους βασικούς παράγοντες στην αύξηση της ανεργίας και της οικονομικής ύφεσης.
Είναι, λοιπόν, επιτακτική ανάγκη η πολιτεία να διαμορφώσει ένα υπερκομματικό όραμα για την εκπαίδευση και, έχοντας μελετήσει τις ανάγκες της αγοράς εργασίας, να προβεί στην εφαρμογή μιας στρατηγικής εκπαιδευτικού σχεδιασμού, που θα άρει τις δυσλειτουργίες στο χώρο της επαγγελματικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, θα συμβάλλει στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας και, κυρίως, θα δώσει πίσω την ελπίδα και τα όνειρα στη νέα γενιά.
