Του ΧΑΡΗ ΣΤΡΑΤΙΔΑΚΗ
Σχολικού Συμβούλου-Συγγραφέα

Στις 2 Οκτωβρίου 2009 ο υποφαινόμενος έδωσε το κείμενο της διπλανής φωτογραφίας στις τοπικές εφημερίδες, οι οποίες το δημοσίευσαν την άλλη μέρα αφιλοκερδώς, όπως πάντα. Ελάχιστοι θα πρόσεχαν το παραπάνω κείμενο, που καλούσε σε συνάντηση παλιών συμμαθητών, αν δεν συνοδευόταν από μια φωτογραφία, που απεικόνιζε την δασκάλα τους να συνοδεύει -ούτε λίγα ούτε πολλά- 55 παιδιά σε εκδρομή στη Φορτέτζα. Η καταπληκτική εκείνη γυναίκα είχε πάρει την ευθύνη να συνοδεύσει τα 55 πρωτάκια στην ερειπωμένη Φορτέτζα της εποχής, με τις χαίνουσες παντού στέρνες και τις μισογκρεμισμένες επάλξεις. Και τα παιδάκια της είχαν ανταποδώσει την ευγνωμοσύνη τους όχι μόνο μη απομακρυνόμενα από δίπλα της, όπως τα κλωσόπουλα από την κλώσα, αλλά και με αγκαλιές λουλουδιών που η άνοιξη σκόρπιζε απλόχερα στο έδαφος. Για την ιστορία, θα πρέπει να πούμε ότι η συνάντηση εκείνη απέτυχε. Κι αυτό όχι εξαιτίας της προσέλευσης, που ανήλθε στις 15 συμμετοχές, παρόλο το ελάχιστο του χρόνου, αλλά λόγω των γνωστών εκλογών του 2009… Η εκλογική φρουρά του Σχολείου μας δεν μας άφησε να μπούμε αλλά οι παλίμπαιδες του 2ου Δημοτικού Σχολείου τα είπαμε σε παρακείμενο καφενείο και δώσαμε υπόσχεση να ξαναβρεθούμε.

Ομολογώ ότι, αν δεν ήταν ο Στέλιος Παγώνης και ο Πέτρος Μακρυδάκης να με πιέζουν κάθε τόσο για μια επανάληψη της προσπάθειας, η υπόθεση θα είχε οδηγηθεί σε πλήρες «κούρεμα», όπως περίπου και τα λεφτά και τα ομόλογα του μακαρίου έτους 2009 της πρώτης συνάντησης! Οι δυο καλοί συμμαθητές δεν με άφηναν σε ησυχία. Βέβαια την ευθύνη την είχα ο ίδιος, όχι μόνο γιατί είχα προκαλέσει την πρώτη συνάντηση αλλά και γιατί πριν από αυτήν είχα αφιερώσει το βιβλίο μου «Έναντι Σχολής Χωροφυλακής» στους «παλιόφιλους μαθητές της Α΄ τάξης του 2ου Δημοτικού Σχολείου Ρεθύμνης κατά το σχολικό έτος 1964-65, παραθέτοντας ακριβώς από κάτω φωτογραφία του Μαθητολογίου με 60 εγγραφές και λεπτομέρειες που σήμερα συγκινούν. Είχα μάλιστα δημοσιεύσει αποσπάσματα από το Ποινολόγιο της εποχής των νιάτων μας, με παραπτώματα που σήμερα φαντάζουν κωμικά αλλά που ήταν απολύτως χαρακτηριστικά την εποχή εκείνη: «Ούτοι κατά την εκδρομήν του Σχολείου εις Άγ. Ιωάννην παρά την απαγόρευσιν προ της εκκινήσεως εισήλθον εις κήπον και έκλεψαν παπούλες. Διότι ανερριχάτο εις τον μανδρότοιχον «Εσπέρου» κινδυνεύων να καταπέση. Ούτος εισελθών εις κήπον κ. Κ. έκοπτεν μπουρνέλλες. Ετιμωρήθη να γράψει 200 φορές: Δεν ξανακόπτω ξένες μπουρνέλλες.» κ.λπ.

Κάθε τόσο οι καλοί και επίμονοι συμμαθητές μού θύμιζαν την υπόσχεσή μου για επανασυνάντηση, φροντίζοντας να με προμηθεύουν με το κατάλληλο υλικό αναμνήσεων: φωτογραφίες από γυμναστικές επιδείξεις και σχολικές εκδρομές, χειροτεχνίες, κονκάρδες του σχολείου κ.ά. Κι έτσι φτάσαμε σε δεύτερη αναγγελία στις τοπικές εφημερίδες, πέντε χρόνια αργότερα, στην οποία καλούσαμε 77 τώρα συμμαθητές και συμμαθήτριες του Καμαρακιού να ξανακαθίσουμε στα θρανία. Είναι, νομίζω, φανερό ότι στους 60 μαθητές που εγγραφήκαμε στην πρώτη τάξη είχαμε προσθέσει και εκείνους που στη συνέχεια μεταγράφησαν από άλλα σχολεία, ιδιαίτερα από εκείνο της κυρίας Αμαλίας, που έκλεισε το έτος 1965. Με αυτά τα «αγόρια» και τα «κοριτσόπουλα» των 55-56 χρόνων θα ξαναβρεθούμε αύριο στο 2ο Δημοτικό Σχολείο, να «επιχειρήσουμε να γυρίσουμε πίσω, με τη χρονομηχανή των αναμνήσεών μας. Προετοιμαζόμαστε να ξαναζήσουμε μερικά από τα όμορφα και τα άσχημα της εποχής εκείνης, να τιμήσουμε τις δασκάλες και τους δασκάλους που μας εγγραμμάτισαν και να συνεστιαστούμε.» Για να γίνουν βέβαια αυτά χρειάστηκαν περισσότερες από 5 συναντήσεις και πολλή δουλειά από την επιτροπή προετοιμασίας, που απαρτίστηκε από τους Μάρκο Κουταλά, Τάκη Ζαχαριάδη, Μαριάννα Μαραγκουδάκη, Πέτρο Μακρυδάκη, Ελευθερία Καργάκη και Νίκη Πετράκη.

Στην αυριανή συνάντηση έχω αναλάβει να οργανώσω μια προβολή, που θα μας θυμίσει την εποχή που πρωτοκαθίσαμε στα θρανία. Θα θυμίσω στους παλιόφιλους πώς ήταν το Ρέθυμνο των δεκαετιών του 1960 και του 1970 χρησιμοποιώντας την ανεπανάληπτη διπλανή αεροφωτογραφία του Χάρη Κουγιτάκη. Το Ρέθυμνο του 1964 είχε 15.000 κατοίκους και εκτεινόταν στα ανατολικά από την Καλλιθέα μέχρι το κέντρο του Ρουσάκη στα δυτικά, ενώ στα νότια δεν έφτανε πολύ πάνω από τα τζαμί του Μασταμπά. Ήταν ένα Ρέθυμνο ταξικό, αφού στην παλιά πόλη συνωστίζονταν οι μεροκαματιάρηδες ενώ στη νέα, εκτός των τειχών, στην οποία ανήκε και το Σχολείο μας, ζούσαν σε σχετική «ευμάρεια» οι οικογένειες των υπαλλήλων και των καλοστεκούμενων επαγγελματιών. Βέβαια οι πρώτοι μέσα στην ατυχία τους, της υγρασίας και του συνωστισμού, είχαν τη χαρά να ζουν κοινωνικές στιγμές που οι δεύτεροι ούτε στο καλύτερό τους όνειρο θα τολμούσαν να ονειρευτούν. Το ίδιο ασφαλώς και με τα παιδιά, τα οποία ήταν χωρισμένα σε συμμορίες ανά γειτονιά: Κιουλουμπασιώτες, Σοχωρίτες, Μασταμπαδιανοί, Συνοικισμός και πολλές άλλες.

Δεν θα ξεχάσω να θυμίσω στα «δασκάλια» του 1964 ότι όλοι σχεδόν είχαμε γεννηθεί στην Κλινική Λυράκη, που τόσο άκαρδα της φερθήκαμε στη συνέχεια, αφήνοντας την ιδιοκτήτρια τράπεζα να την κατεδαφίσει χωρίς καμία διαμαρτυρία, χωρίς έστω να ζητήσουμε το κτήριό της να κηρυχτεί ως διατηρητέο. Η Κλινική λειτούργησε περισσότερο από μισό αιώνα, μέχρι το έτος 1972 που διέκοψε τις εργασίες της, έχοντας φέρει στο φως της ζωής δυο γενιές Ρεθεμνιωτών. Είχε οικοδομηθεί πριν από το 1935 στη συμβολή των οδών Κουντουριώτη, Ν. Ασκούτση και Επ. Μαρούλη. Σ’ αυτήν επί τέσσερις δεκαετίες ο Ν. Λυράκης με βασική βοηθό τη σύζυγό του έφερε στο φως της ζωής χιλιάδες Ρεθεμνιωτόπουλα, μεταξύ των οποίων και εμάς. Το μεσοπολεμικό κτήριο της κλινικής παρουσίαζε σημαντικό αρχιτεκτονικό -πλην του ιστορικού- ενδιαφέρον.

Στη συνέχεια θα προβάλω τη διπλανή εικόνα και θα συζητήσουμε με τους συμμαθητές για την περιοχή του Σχολείου μας την εποχή που εγγραφήκαμε στην πρώτη του τάξη. Θα θυμηθούμε τη σειρά των παραπηγμάτων στη θέση της σημερινής μικρής πλατείας με τον ανδριάντα του Ελευθερίου Βενιζέλου. Θα θυμηθούμε επίσης ότι το Σχολείο μας διέθετε δικό του θερινό κινηματογράφο, στον οποίο πραγματοποιούσε τις θεατρικές του παραστάσεις και τον οποίο ενοικίαζε για να έχει κάποια έσοδα για τις ανάγκες του. Σ’ αυτόν, στον «Έσπερο» παρακολουθήσαμε μερικές από τις ωραιότερες παραστάσεις της ζωής μας, έστω κι αν σήμερα κρίνουμε τις ταινίες που τότε βλέπαμε ως «άθλιες».

Το Σχολείο μας, το Καμαράκι, πήρε το όνομά του από ένα πολύ μικρό γεφύρι που την περίοδο της Βενετοκρατίας γεφύρωνε το ομώνυμο ρέμα, το οποίο διέσχιζε πάντα τον αστικό ιστό του Ρεθύμνου. Στα χρόνια μας το ρέμα ήταν ήδη σκεπασμένο μέχρι το ύψος της συμβολής των οδών Μοάτσου και Δημοκρατίας και το όνομα της συνοικίας είχε σχεδόν ξεχαστεί, όμως το Σχολείο, και τότε και σήμερα, διατηρούσε με περηφάνια το ηλικίας τριών τουλάχιστον αιώνων τοπωνύμιο. Το ρέμα έκανε όμως αισθητή την παρουσία του όταν ξεχείλιζε, όπως το 1968 που κατέστρεψε την πραμάτεια πολλών Ρεθεμνιωτών επαγγελματιών. Όσο για το κτήριο του Σχολείου, ήταν και είναι ένα επιφανές κτήριο, οικοδομημένο πάνω σε σχέδια ενός γνωστού αρχιτέκτονα, δραστήριου στελέχους του φονξιοναλισμού στην Ελλάδα, του Πάτροκλου Καραντινού. Βέβαια αρχικά το κτήριο είχε άλλη όψη, αφού επιστεφόταν με κεραμοσκεπή, γεγονός που δεν είχε αποτρέψει τους συμπολίτες μας το έτος 1933 που ολοκληρώθηκε να κάνουν καυστικά σχόλια γι’ αυτό.

Πολλά από τα 60 πρωτάκια της πρώτης τάξης του 2ου Σχολείου είχαν ήδη σχολικές εμπειρίες, έχοντας φοιτήσει είτε στο 1ο Νηπιαγωγείο Ρεθύμνης είτε σε εκείνο της κυρίας Αμαλίας. Το 1ο Νηπιαγωγείο είχε ιδρυθεί ήδη από το έτος 1930, ενώ μεταπολεμικά το είχε υπηρετήσει η αείμνηστη Μαρία Αλεφαντινού. Στην εποχή μας νηπιαγωγός ήταν η -επίσης αείμνηστη- Ευαγγελία Καστανιουδάκη-Βογιατζάκη και το Νηπιαγωγείο στεγαζόταν με ενοίκιο σε κατοικία εκεί περίπου που βρίσκεται σήμερα το φαρμακείο Φραγκιαδάκη. Στην παράπλευρη φωτογραφία ο αναγνώστης μπορεί να καταμετρήσει κοντά στην κυρία Ευαγγελία περί τα 60 νήπια. Οι αριθμοί όμως δεν ήταν τόσο μεγάλοι, αντίθετα ήταν ελάχιστοι, στο νηπιαγωγείο της κυρίας Αμαλίας κι αυτό γιατί εκείνο ήταν ιδιωτικό και απαιτούσε καταβολή χρημάτων, έστω και όχι ιδιαίτερα σοβαρή. Όμως το Ρέθυμνο της δεκαετίας του 1970 ήταν φτωχό, τα χρήματα δεν περίσσευαν και η σκέψη ιδιωτικής φοίτησης αποτελούσε όνειρο απατηλό για την συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων του.

Το Ρέθυμνο του 1964 προσπαθούσε ακόμα να σταθεί στα πόδια του, μετά την λαίλαπα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στα χρόνια μας λειτουργούσαν ακόμη κάμποσα λαδάδικα, χαρουπαποθήκες, βυρσοδεψεία, μαραγκούδικα και οι βιομηχανίες της εποχής, η ΒΙΟ (Ελαιουργίαι της Ελλάδος) και η πλινθοποιία Τσουρλάκη. Η οικονομική ζωή του παλιού λιμανιού είχε καταρρεύσει και του νέου λιμανιού ήταν ελάχιστη, αφού τα ποστάλια της γραμμής δεν έρχονταν πια να δέσουν αρόδο στο Ρέθυμνο αλλά είχαν αντικατασταθεί από επιβατικά/οχηματαγωγά, που έδεναν στα ασφαλή λιμάνια της Σούδας και του Ηρακλείου. Το Ρέθυμνο του 1964 ήταν μια κατεξοχήν πόλη του μεροκάματου. Θα σημειώσω όμως ότι αυτή η πραγματικότητα δεν αντικατοπτριζόταν στα επαγγέλματα των γονέων του Σχολείου μας, όπου ως «εργατικοί» είχαν δηλωθεί μόνο 12 από τους 60 πατεράδες μας. Κι αυτό γιατί στο Καμαράκι δεν πήγαινε όποιος κι όποιος. Υπήρχε σαφής ταξική διαβάθμιση των σχολείων του Ρεθύμνου, με πρώτο στη σχετική λίστα το 2ο Σχολείο, προτελευταίο το Τούρκικο (1ο) και τελευταίο οπωσδήποτε το 4ο. Για την ιστορία, οι υπόλοιποι γονείς μας ήταν, κατά φθίνουσα σειρά: υπάλληλοι 7, έμποροι 5, συνταξιούχοι 3, οικοδόμοι 2, τραπεζικοί 2, αξιωματικοί 2, μηχανικοί 2, καφεπώλες 2, δικηγόροι 2. Με 1 γονέα αντιπροσωπεύονταν τα επαγγέλματα του αυτοκινητιστή, του οδηγού, του αρτοποιού, του ράπτη, του υποδηματοποιού, του τυπογράφου, του καθηγητή, του υδραυλικού, του ιερέα, του αλιέα, του κρεοπώλη, του ξυλουργού, του εισπράκτορα λεωφορείων, του κουρέα, του γαλακτοπώλη, ενώ δεν έλειπαν τα επαγγέλματα του οπλοδιορθωτή, του φωτογράφου και του οργανοπαίκτη.

Θα δούμε πολλές ακόμα φωτογραφίες εποχής με τους συμμαθητές του 1964: με τα παιχνίδια μας (γυαλένια, πατίνια, καρφωτό, σφεντόνες κ.λπ.), με τα βιβλία μας (που εσχάτως ήρθαν ξανά στη μόδα), με τις εκδρομές και τις γυμναστικές μας επιδείξεις. Και μετά θα δούμε φωτογραφίες των δασκάλων μας, από τους οποίους οι περισσότεροι βρίσκονται σήμερα αλλού. Ευτυχώς όμως τρεις από αυτούς χαίρουν άκρας υγείας, σωματικής και πνευματικής, και πιστεύουμε ότι θα τους έχουμε κοντά μας: την Καλλιόπη Παττακού-Σαριδάκη, την Χαρά Περάκη-Ζαχαράκη και την Αρτεμισία Δραμιτινού-Αλεξανδράκη. Στην εκδήλωσή μας θα τους εκφράσουμε την αγάπη μας και θα τους απονείμουμε ένα σύμβολο εκτίμησης, τιμώντας στα πρόσωπά τους και τους απόντες. Και θα θυμηθούμε τους επίσης απόντες συμμαθητές και συμμαθήτριες, ευχόμενοι για την ξεκούραση των ψυχών τους.

Η προβολή θα έχει και πολλά άλλα: μουρουνέλαιο, θρεψίνη, σχολικά εμβόλια, ψείρες και κούρεμα με την ψιλή, κλασικά εικονογραφημένα, συλλογές γραμματοσήμων, πεντάρες και δεκάρες, Θεία Λένα, Διάπλαση των Παίδων, κουμπαράδες Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, Κατηχητικό, Λούνα Παρκ και Γύρο Θανάτου στους Τέσσερις Μάρτυρες. Κι από Ρέθυμνο θα έχει ακόμα κινηματογράφο, λιμάνι, εκδηλώσεις στο γήπεδο, Ρεθυμνιακό και Ανυφαντάκη, τσιπς στην Προκυμαία και βραδινές περαντζάδες και κάμποσα άλλα. Δε θα λησμονήσουμε να επιχειρήσουμε την ίδρυση συλλόγου αποφοίτων του 2ου Δημοτικού Σχολείου, αντί άλλης υλικής προσφοράς προς αυτό. Γιατί το Σχολείο μας «δεν είναι χτεσινό»: έχει ιστορία 169 ακριβώς χρόνων, από το 1845 που πρωτολειτούργησε ως Χριστιανικό Παρθεναγωγείο Ρεθύμνης. Η προβολή αναμνήσεων θα κλείσει με την παρατιθέμενη φωτογραφία, που θα μας βοηθήσει να ξαναδούμε τον κόσμο με τα τότε μάτια της ελπίδας και της χαράς. Γιατί μπορεί να ήμασταν φτωχαδάκια σε σχέση με σήμερα, με τρύπια ρούχα και παπούτσια, χωρίς πεντάρα για κουλούρι και με μεταχειρισμένα βιβλία. Όμως ήμασταν αισιόδοξοι και αισιόδοξες και αντιμετωπίζαμε το άδηλο μέλλον με το πιο πλατύ και ανεπιτήδευτο χαμόγελο της ζωής μας!











