ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Το σώμα σε ποιον ανήκει του Μανόλη Σκαρσούλη

0

Αγχολυτικόν Διακοπών 2014

ΒΟΥΚΟΛΙΚΕΣ ΕΞΟΡΜΗΣΕΙΣ

            Μπορεί να στενάζουν οι παραλίες από την πολυκοσμία και τα οφθαλμόλουτρα «Μια από τα ίδια», όμως τα χωριά, τα δάση, τα βουνά, τα ρυάκια, με την ομορφιά και την ησυχία τους, σε στέλνουν χωρίς σταθμούς διοδίων σε χώρες μακρινές κι ονειρεμένες.

            Μακριά από τα άγχη, το στρες, τα καυσαέρια και τα βάσανα της πόλης. Απαλλαγμένοι από ωράρια, ρολόγια, ξυπνητήρια, ραντεβού. Αφήστε που είναι ιδανικό για τους πάσχοντες από κλειστοφοβία. Γι΄αυτό σας λέω, εφοδιαστείτε με μία λύρα, καρώ κουβερτούλα και φακό, πασαλειφθείτε με Autan και πάρτε τα όρη, τ΄ άγρια βουνά. Τέρμα. Εδώ, δεν λέει, πήξαμε.

Υπάρχουν μερικά μεγάλα και βασανιστικά ερωτήματα στη ζωή, τα οποία παραμένουν αναπάντη­τα μέχρι σήμερα. «Υπάρχει Θεός;» «Υπάρχει ζωή σε άλλους πλανήτες;» «Υπάρχει τηλεπαρουσιάστρια που να μην είναι γλάστρα;» Τέτοια. Ανάμεσα σ' αυτά τα καυτά ερωτήματα εξέχουσα θέση διά μέσου των αιώ­νων κατέχει το ερώτημα «υπάρχει ο ιδανικός χώρος για την απογείωση του έρωτα». Μην το γελάτε καθόλου. Εκατο­ντάδες σοβαροί ερευνητές έχουν καταθέσει τις από­ψεις τους, προσπαθώντας να προσδιορίσουν αυτό το κατάλληλο μέρος πάνω στη γη -σε στεριά, αέρα και θάλασσα- όπου η διέγερση, η έξαψη και το πά­θος μεταμορφώνονται σε ποιητικό στίχο. Με λίγα λόγια, για να προσεγγίσουμε την ουσία το ερώτημα τίθεται ως «πού θα την έβρι­σκες, βρε αδερφέ, καλύτερα;».

Οι άντρες οι σωστοί, οι νορ­μάλ και μερακλήδες την ψάχνουν την υπόθεση του σωστού περιβάλλοντος χώρου. Και φυσικά το δοκιμάζουν έ­ξω και πέρα από το κλισέ του σουμιέ του κρεβατιού, άντε και τα καθίσματα του αυ­τοκινήτου. Παντού: επιγείως, υποβρυχίως και εναερίως. Σε γραφεία και κουζίνες, σε δρόμους, αγρούς και παραλίες, σε ασαν­σέρ, κλιμακοστάσια και ντουλάπες, σε τρέ­να, καράβια και αεροπλάνα. Ουφ! Μετά την απαραίτητη αυτή εισαγωγή ας πάμε παρακάτω. Αν θέλεις να τη βρεις, πρώτα πρέπει να την ψάξεις. Και η αρχή όλων είναι φυσικά η φύση-ύπαιθρος.

Του βουκόλου τα εννιάμερα. Τι είναι, τέλος πάντων, αυτό το βουκολικόν. Προφανώς κάτι που τελείται μεταξύ βου­νού και λόγγου. «Πρόκειται για παλαιότατη συνή­θεια, η οποία ήταν στο φόρτε της καθ' ό­σο χρόνο η κοινωνία δεν είχε πλήρως α­στικοποιηθεί». Δηλαδή, μιλάμε για μια περίοδο που τράβηξε καμιά τρια­νταριά αιώνες πριν αποκτήσουμε οι περισσότεροι θερμοσίφωνα, μπιντέ, εντοιχισμέ­νη κουζίνα, PC, TV, κάρτα ATM και καρο­τσάκι για το σουπερμάρκετ. Όσο η κοινωνία ήταν στενά δεμένη με τη γη, τις α­γροκαλλιέργειες και την κτηνοτροφία, οι αρπαχτές στο χωράφι, το κοτέτσι ή το μαντρί ήταν στην ημερήσια διάταξη.

Πού να τρέχουν οι άνθρωποι να βρουν κρεβάτι να ξεμοναχιαστούν. Μήπως είχανε πουπουλένια στρώματα για άνεση ή μή­πως θα απομονώνονταν            στην ίδια κάμαρα όπου κοιμούνταν τότε ο ένας πά­νω στον άλλο καμιά δεκαριά νοματαίοι; Παρατάγανε λοιπόν την τσάπα, την τσου­γκράνα, το άρμεγμα της γελάδας και την πέφτανε εκεί στο σανό πλάι στα αθώα κα­τοικίδια και επί τόπου φούντωναν οι θημωνιές, ενώ τα δοκάρια της στέγης στους στά­βλους έτρεμαν, καθώς αντηχούσαν από η­δονικές κραυγές και αναστεναγμούς.

Από το Μεσαίωνα και το Βυζάντιο (όπου η Θεοδώρα, λένε, πριν γίνει αυτοκράτειρα, το έ­δινε ξαπλωμένη πάνω στο σανό για τα ζώα του τσίρκου) έως τη Βικτωριανή ε­ποχή ο λαός των χωρικών πηδιόταν αδιαλείπτως, σκανδαλωδώς μαζικά και ενίοτε παγανιστικά σε ανοικτούς ή ημιυπαίθριους χώρους. Αυτό το ντα­ραβέρι τρά­βηξε κάμποσους αιώνες, περιγράφηκε στους Θρύλους του Καντέρμπουρι, στο Δεκαή­μερο του Βοκάκιου και στο φινάλε αντιπαρατέθηκε σαν παράδοση μέχρι τις αρχές της βιομηχανικής εποχής στις ε­ναλλασσόμενες συμπεριφορές, πότε πουριτανικές και πότε ελευθεριάζουσες.

Σου 'χει λάχει ίσως αυτό το έντονο πανηγύρι του παρελθόντος σε αυθε­ντικό αγροτοκτηνοτροφικό ντεκόρ; Πιθανόν ν' αποτελεί μόνο μια νοσταλγική αναφορά και για τους κα­τοίκους των αγροτικών περιοχών. Πού να τρέχεις τη σήμερον ημέρα να τσαλαβουτάς σε στέρνες, να ξεμεσιάζεσαι απλωμέ­νος σε κακοτράχαλες πλαγιές, να ιδρωκοπάς σε στάχυα, να κρεμάς τα ρούχα σου σε κλαδιά κι αλέτρια να σκοντάφτεις στα μαύρα σκοτάδια, να σε παίρνουν μάτι τα βλέφαρα της κάθε τρελής ή γνωστικής γελάδας και στο τέλος να βρωμοκοπάς σαν πλατφόρμα τρακτέρ που με­ταφέρει κοπριά; Πλάκα στην πλά­κα, όμως, κάθε βάσανο έχει και τη χάρη του. Διαφορετικά, πώς εξηγείται το ότι κάτι σουξεδιάρικα φίλμ που σέβονται τον εαυτό τους έχουν και μια τουλάχιστον σκηνή σε θερμοκήπιο, μποστάνι ή στάνη;

ΟΠΟΥ ΣΤΑΒΛΟΣ ΚΑΙ ΧΑΡΑ

Εντάξει, όλοι εμείς οι κάτοικοι των πόλεων, οι «πολιτισμένοι», το κάνουμε για την απόλαυση της ηδονής και ενίοτε ως αναπαραγωγΙΚή διαδικασία. Εντούτοις ο βουκολικός έρωτας δεν διεγείρει μόνο τη φαντασία αλλά προσθέτει και μια φιλοσοφική διάθεση στο όλο εγχείρημα, η οποία λειτουργεί αγχολυτικά μέσα στη σιγαλιά του φυσικού περιβάλλοντος. Εκτός πια κι αν σ' ενοχλεί το γκάνισμα του πλησιέστερου γαϊδάρου ή σε αναστατώνει το γάβγισμα του μαντρόσκυλου. Ξέρεις, όμως, τι είναι τώρα να το κάνεις πλάι σε ένα μοσχαράκι που βόσκει αμέριμνο, ενώ προορίζεται για χάμπουργκερ ή σ' ένα αρνάκι που βελάζει χωρίς καν να φαντάζεται ότι θα καταλήξει λαχταριστά παιδάκια σε χασαποταβέρνα; Πέραν της άμεσης επαφής με τη φύση, αυτή η αίσθηση της ματαιότητας, σίγουρα σε ξεστρατίζει από το επιβεβλημένο καθήκον, για να βγάλεις και την παράταση.

Θα πρέπει να λάβεις υπόψη σου και μερικούς επιπλέον σημαντικούς παράγοντες. Σαφώς σε τέτοιο περιβάλλον, μέρα ή νύχτα, δεν θα έχεις πολυτέλειες τύπου: α) διακριτικός φωτισμός, β) απαλή μουσική, γ) αναπαυτικό στρώμα, δ) αιρκοντίσιον, ε) μπάνιο κ.λπ. κ.λπ. Κάνεις λοιπόν την ανάγκη φιλοτιμία και προμηθεύεσαι τα αναγκαία. α) Ένα φακό ή ένα φανάρι είναι απαραίτητα, τουλάχιστον τη νύχτα. Όχι μόνο για να φτιάξεις ατμόσφαιρα, αλλά και για να μην καρφωθείς σε κανένα τσιγκέλι. β) Ακόμα, καλό θα είναι να κουβαλάς μαζί σου μια Σκωτσέζικη κουβέρτα, μια φλοκάτη νεροτρι­βής ή μια υφαντή κουρελού ή τέλος πάντων φόρα μια ρόμπα α­διάβροχη καπιτονέ την οποία θα βγάλεις και θα στρώσεις την κατάλληλη στιγμή. γ) Πάρε και κανένα εντομοκτόνο σπρέι και ψέκασε αδιακρίτως στο χώρο. δ) Αν σου τη σπάει η απουσία μου­σικής υπόκρουσης, βολέψου με την κουδούνα του πλησιέστερου κριγιού, ειδάλλως προέτρεψε τη συνοδό σου να επιδοθεί στο παιάνισμα της ποιμενικής φλογέρας ή του πανηγυριώτι­κου κλαρίνου. ε) Τέλος ένα παγούρι, ένα θερ­μός, άντε μέχρι κι ένας κουβάς νερό είναι το καταλληλότερο δροσιστικό συμπλήρωμα καθαριότητας μετά την τελετή. Αν τώρα δεν αντέχετε τα μπουγέλα τσεκάρετε κάνα βαρέλι με καθαρό νερό και χωθείτε μαζί μέσα ως Γκιζέλα Ντάλι στο Χώμα Βάφτηκε Κόκκι­νο και απολαύστε το ώς τον πάτο. Την ίδια λει­τουργία επιτελεί οποιαδήποτε στέρνα, γούρνα κἀδος, δεξαμενή, χείμαρρος ή ρυάκι. Α, ναι, και ποτέ τσιγάρο μετά. Ξέρετε πια πόσο εύφλεκτα είναι εκεί τριγύρω τα πράγματα, οπότε μην αφήσετε τα Καναντέρ να σας χαλάσουν την ημέρα.

Βέβαια vα έχετε πάντα υπόψη σας ότι καμμία, μα καμία γυναίκα  -όσο ρομαντική, ζωόφιλη, φυσιολάτρης ή οικολόγος κι αν φαίνεται- δεν πρόκειται να σας ακολουθήσει, αν πραγμα­τικά δεν το γουστάρει το άθλημα. Κυρίως όμως πρέπει να εκμεταλλευτείτε άμεσα τους δικαιο­λογημένους ή προσποιητούς φόβους της. Αφή­στε τη να γατζωθεί έντρομη πάνω σας και γυρί­στε το στο πεντοζάλη τηρώντας τις καλύτερες φιγούρες του. Συμπερασματικά, οι φιγούρες δεν είναι η ουσία στο ζήτη­μα. Το περιβάλλον μετράει. Και το αποτέλε­σμα φυσικά. Γι' αυτό να είστε σίγουρος ότι στο τέλος η σύντροφός σας θα είναι η τελευταία που θα σας αποκαλέσει ποτέ «βρομογούρουνο», «παλιογάιδαρο», «κότα».

Πόθοι στα στάχυα

Πρώτη διδάξασα η Μέμα Σταθοπούλου. Αυτή πια είχε τέτοιο βίτσιο και τόση οικειότητα με τους αχυρώνες που πλέον και απέξω να περνούσε έμενε έγκυος. Οι 9 στις 10 σκη­νές που έχει γυρίσει είναι καβάλα στις θυμωνιές και στα σανά. Αν συνέχιζε με τον ίδιο ρυθμό την καριέρα της σε λίγο θα άρχιζε να μουγκανίζει. Ευτυχώς, η μετάλλαξη της σε γελάδα απεφεύχθη, οι αχυρώνες της επικράτειας όμως σίγησαν. Δεν πρέπει, λοι­πόν, κι εμείς να βάλουμε ένα χεράκι να ξαναζωντα­νέψουν; Έτσι άχρηστοι θα σαπίζουν οι καημένοι. Γι' αυτό σας λέω, άντε, κουνηθείτε. Ξαμολυθείτε στην ηπειρωτική χώρα, πάρτε την σύντροφό σας ξαπλώστε την πάνω στα στάχυα, κι αφήστε τη φαντασία σας να οργιάσει. Κι ο Ανέστης Βλάχος κάπως έτσι ξεκί­νησε την καριέρα του. Πού ξέρετε, εκεί ανάμεσα στις θημωνιές και στα σπαρτά εκεί που ο χρόνος κυλάει πιο αργά από ποτέ, μπορεί να σας ανακαλύψει η κάμερα του Αγγελόπουλου και να γίνετε star.

Το ότι υπάρχουν ψύλλοι, τσιμπούρια, αλογόμυγες και μύγες τσε τσε στο συγκε­κριμένο χώρο, δεν πρέπει να σας αποθαρρύνει. Όπως λέει κι ο  λαός μας «μην ψάχνεις ψύλλους στα άχυρα». Εσείς ένα πρέπει να θυ­μάστε: Εμπρός στο δρό­μο που χάραξε η Μέμα.

Του βουνού και του λόγγου

Εις το βουνό ψηλά εκεί, μην ψάξεις για εκκλησιά ερημική, όπως λέει το τραγούδι, αλλά για καμιά παχιά σκιά, να ξαποστάσεις, να βγάλεις τα παπούτσια σου, τα σώβρακά σου και ό,τι άλλο σε στενεύει τέλος πάντων και να επιδοθείς στο γνωστό σπορ.

Εξάλλου, το βουνό είναι η ιδανική τοποθεσία για ένα απολαυστικό σμίξιμο. Δροσιά, καθαρός αέρας, ωραίες μυρωδιές, και προπαντός ησυχία. Ουδείς μπορεί να σ' ενοχλήσει ή να σου αποσπάσει την προσοχή πέραν των αδιακρίτων τιτιβισμάτων κάποιας περαστικής κουκουβάγιας ή πέρδικας. Δεν είναι συγκλονιστικό αυτό;

Στρώνεις καρώ κουβερτούλα, την περι­τριγυρίζεις με το σκοινί για τα φίδια, διότι όσο να 'ναι οι εξοχές έχουν και απρόοπτα. Παίρνεις το γνωστό σουγιά του telemarketing 50 σε 1 για την περίπτωση που θα δεχτείς επίθεση από περαστικούς, λύκους, τσακάλια, κυνηγόσκυλα, μυρμήγκια και επιτέλους αφοσιώνεσαι στην σύντροφό σου. Κι αν δεν θέλεις να είσαι έτσι εκτεθειμένος μέσα στη μέση του πουθενά, στήνεις και μια σκηνή και μπαίνεις μέσα. Λοιπόν λέγε. Θέλεις να γίνει της Γκόλφως; Θέλεις να είσαι ο Τάσος; Αν ναι, τότε πάρε τα βουνά.

Προτίμησε ένα ήδη καμένο δάσος, διότι αν σε τσακώσουν οι πυρο­σβέστες μέσα σε κανέναν Εθνικό Δρυ­μό να περιφέρεσαι σαν χάφτας, άντε να τους πείσεις ότι δεν είσαι εμπρη­στής. Η μόνη περίπτωση να μη σε μπουζουριάσουν είναι να σε πιάσουν τσιτσίδι. Ή έ­στω να σε βρουν με την Γκόλφω την ώ­ρα που σου παίζει «κλαρίνο». Τότε μό­νο θα λάμψει η αλήθεια και θα αποδει­χτεί ότι είσαι ένας αθώος βουκόλος.

Στη μάντρα και στο μιτάτο

Η πρώτη σκέψη ενός αυθεντικού αναβάτη είναι αφενός να μάθει φλογέρα, αφετέρου να το κάνει απαξάπαντος στην - πρώτη μάντρα που θα βρει μπροστά του. Έτσι για το γούρι. Για να τιμήσουμε τους προγονούς μας που ως αρματολοί και κλέ­φτες και κυρίως ως αντάρτες, τις μάντρες, τις είχαν όπως εμείς το motels και τα ξενοδοχεία Γ κατηγορίας.

 Ένας άλλος οπαδός του μιτάτου που άνοιξε το δρόμο για τους Έλληνες μαντρατζήδες ήταν κι ο Γιάννης Βόγλης στη γνωστή ταινία Κορίτσια στον ήλιο. Μήπως δεν ξέρου­με τι την έκανε την Άν Λόμπεργκ όταν βγήκε από τη φυλακή; Αφού της μίλησε για το bouzouki, το mousaka, το ouzo και τα ρέστα, την πήγε από το μιτάτο, έστρωσε κάτω την προβειά που φορούσε ως ζιπουνάκι και εκεί της μίλησε για το greek hot «souvlaki». Εκείνη, βέβαια, μετά του μίλησε για το Rexona, αλλά αυτό δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Αυτή η βαρβατίλα του μιτάτου είναι που την έριξε την Αν. Αυτά φίλε μου θέλουν οι γυ­ναίκες από αρχαιοτάτων χρόνων. Επιστροφή στη φύση, να μυρίζεις λίγο τραγίλα.

Προσοχή, αν ξεχαστείς πολλή ώρα μέσα όξω στην μάντρα και σε πιάσει το βράδυ, πρόσεξε μη σε ποδοπατήσουν τα ζα, γιατί αυτά δεν καταλαβαίνουν από προτεραιότητες κι ευγένειες. Μπουκάρουν όλα μαζί μέσα και όποιον πάρει ο χάρος.

Στο αγροτικό Ι.Χ.

Τελικά, αν δεν το έχεις κά­νει μέσα στο «εργαλείο», είναι σαν να μην το έχεις κάνει καθόλου. Τι βουκό­λος είσαι, αγόρι μου αν δεν την πιάσεις από το μαλλί και δεν τη σύρεις μέσα στην καρότσα πάνω στις πατάτες να της αλλά­ξεις τα φώτα. Αν δεν κουνήσετε μαζί τα χαϊ­μαλιά και τα «μπαμπά μην τρέχεις» δουλειά δεν γίνεται. Κι αν δεν βρεις τη συγκεκριμένη μάρκα, δεν χάλασε κι ο κόσμος. Σκοπός είναι να βρεις όχημα με καρότσα που να διαθέτει τα απαραίτη­τα για το ντεκόρ αξεσουάρ, φλοκάτες, κουρελούδες, χάντρες, εικονίτσες). Και τέτοια οχήματα, δόξα τω Θεώ η ελληνική ύπαιθρος διαθέτει πολλά. Ανοίγεις όποιο βρεις μπροστά σου και το οικειοποιείσαι για ένα βράδυ. Εξάλλου, όλοι ανοιχτά τα παρατάνε.

Προσοχή, μην ξεχάσεις πάνω στη χαρά σου να τραβήξεις το χειρόφρε­νο και σε βρούμε σε κα­μία ρεματιά, ανάμεσα στα σακιά τις πατάτες. Επίσης αν νιώσεις καμιά δεκαριά ζευγάρια μάτια να σε κοιτούν μην πανικοβληθείς. Προφανώς, ο ιδιοκτήτης του αγροτικού και οι συγγενείς του ανακάλυψαν ότι τους λείπει το όχημα και αποφάσισαν να το διεκδικήσουν.

Ψυχραιμία. Βγες έξω, πες συγγνώμη λάθος, και άρχισε να τρέχεις προς οποιαδήποτε κατεύθυνση όσο πιο γρήγορα μπορείς.

Παρέα: Αντώνης Σμυρναίος

    Νανά Χατζή

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Το σώμα σε ποιον ανήκει του Μανόλη Σκαρσούλη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ