ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Το πρώτο ταξίδι τση Δοξανιώς της Ευγενίας Ζαμπετάκη

0

(Αληθινή Ιστορία)

Μια και δυο ξεστιμονίζουνε1 στο σπίτι του άρχοντα ίσια-ίσια στα μουντίσματα2.Εκατέβηκενε η Δοξανά απού τ’ άλογο και αντίκρισενε ένα μεγάλο σπίτι, δε ν-είχενε ξαναθωρώντας τέθοιο κονάκι στη ζωή τζη.

Όφου, μπάρμπα εσένα ΄ναι ούλο τουτονέ το παλάτι;

Πόσες κάμερες απάνω, πόσες κάτω; Δίπλα τόσες αποθήκες! Χώρια οι στάβλοι για τα ωζά, για τα βούγια και για τ΄ άλογα. Εμείς οι εργάτες κοντό θέμου που θα μένομενε;

Ακλούθα μου κοπελιά μου, ελάστε ούλοι να σα σε δείξω τη δική σας σπιτοκαθέ.

Στην άκρα τσ΄ αυλής μεγάλα δωμάτια στη σειρά ισόγεια ανιμένανε3  τσ΄ εργάτες. Μέσα σε κάθ΄ένα ήτανε τέσσερα κρεβάθια, ένα σε κάθε τοίχο. Δυο τρίποδα ξύλα ένα πάνω ένα κάτω, κι από πάνω τρεις σανίδες εκάνανε τη γ-κοιμητέ4. Για στρώμα είχανε φαντά λουράτα υφάσματα γεμισμένα με ξερά φύλλα από καλάμια. Στη μέση τση κάμερας ήτανε ένα μεγάλο τραπέζι. Απάνω από τη μ-παραστιά5 τα πήλινα τσικάλια τηγάνια και ένας λύχνος. Παραδίπλα στο τζάκι ήτανε κρεμασμένη στο ν-τοίχο μια ξύλινη πιατοθήκη με πιάτα τσίγκινα και πήλινα χρειγιδάκια. Ένας πέτρινος νεροχύτης κι από πάνω ο σταμνοστάτης με μια μεγάλη στάμνα γεμάτη νερό και δίπλα σ΄ένα καρφί κρεμασμένος ένας μπακιρένιος μαστραπάς6 που ελαμποκόπανε.

Δοξανιώ ούλο το σπιτικό να το ρέμπεσαι7 όσο γ-καιρό κάτσεις επαδά. Εκαληνύχτισενε τ΄ αφεντικό και έφυγενε.

Κουρασμένη, ταλαιπωρημένη, η Δοξανιώ εκοιμήθηκενε νωρίς. Αξημέρωτα άκουσενε τη φωνή τ΄ αφεντικού που πρεμάζωνενε τσ΄ εργάτες στη δουλειά. Ετοιμάστηκενε η μιτσή εργάτρια κι ακλούθανε τω μεγάλω.

Όπως εσάλεβγενε εθώριενε το μεγάλο κατακίτρινο κάμπο να φτάνει ως την άκρα τση γης και όπως εφύσανε ο αέρας τα στάχυα, ούλος ο κόσμος έμοιαζενε με μια κατακίτρινη θάλασσα. Στο δρόμο οι θεριστάδες με τα δραπάνια, οι κουβαλητές με τ΄ άλογα και τσι γαϊδούρους , με τραγούδια και φωνές καταφτάνουνε στο ν-τόπο τσης δουλειάς.

Η Δοξανιώ πρόσχαρη περιποιούντανε τσ΄ εργάτες των εκουβάλιενε κρυγιό νερό και φρούτα. Οι εργάτες σκυμμένοι κάτω από το καυφτό ήλιο εκόβανε με τα δρεπάνια τα χρυσαφένια στάχυα τα κάνανε αγκαλές και τα ρίχνανε στο χώμα. Οντε νε μεγάλωνε ο σωρός ήρχουντανε ένας εργάτης, τά δενε μ΄ένα λιγοδέτη8 και τά βανε το ένα απάνω στ΄άλλο κι ετσά εγίνουντανε η θεμωνέ.

Επεράσανε κάμποσες μέρες εξάνοιγενε η νεροκουβαλήτρα τσι θεριστάδες και δε ν-εχρειάστηκε πολύς καιρός να καταλάβει πως ο θερισμός δε ήτανε δύσκολη δουλειά. Έστεσενε νομπέτι9  κι ανίμενε τ΄αφεντικό. Από νεροκουβαλήτρα με λίγους παράδες ήθελε να γενεί κανονική θερίστρα.

Ένα πρωινό εμπήκενε στη σειρά με τσ΄ εργάτες. Εχωρίσανε το χωράφι σε όργα (σύνορα-γραμμές). Σε κάθε εργάτη αναλογούσενε μια λουρίδα, ένα όργο. Ανασκουμπώθηκενε ανάλαβαινε το δικό τζη η Δοξανιώ και ξεκίνησενε με τσ΄άλλους. Επροχώρανε μπροστά μ΄ενθουσιασμό, εξεπέρασενε όλους τους θεριστές και απόδειξε πως ήτανε το πιο γρήγορο δραπάνι.

Ο νοικοκύρης ενθουσιάστηκενε! Γιαμιάς10 άλλαξενε τη θέση τση νεροκουβαλήτρας με τη πλερωμή τση θερίστρας.

1.ξεστιμονίζουνε=φτάνουν με καθυστέρηση

4.κοιμητέ=τόπος για ύπνο

5.παραστιά=(παρά την εστία) η πυροστιά

8.λιγοδέτης=λεπτό κλωνάρι λυγιάς

9.έστεσενε νομπέτι=εστάθηκε στη σειρά

10.γιαμιάς=δια μιάς=αμέσως

Συνεχίζεται

Ευγενία Ζαμπετάκη-Σπαντιδάκη

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Το πρώτο ταξίδι τση Δοξανιώς της Ευγενίας Ζαμπετάκη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ