«Κι ήτανε που λες μια φορά ο κακός ο λύκος που ‘θελε να φάει τα τρία γουρουνάαακια… («-κι εσένα σ’ αρέσουνε…; Στο φούρνο…; Καλά άσε με τώρα να πω το παραμύθι…»)
Που ‘θελε λοιπόν να φάει τα γουρουνάκια και να τα βγάλει απ’ το σπίιιιιιιτι….
Μια και δυο λοιπόν, πάει έξω από το σπίτι, φυσάει φυσάει μπας και το ρίξει…
Τρίχες…
Ξαναφυσάει…
Τρίχες πάλι… (Κατσαρές…)
Χτυπάει το κουδούνι μπας και το κάνει ο διάολος να τ’ ανοίξουνε, τον περνάνε για τον ταχυδρόμο και του λένε «από κάτω ριξ’ το από κάααατω…», μένει τέλος πάντων απ’ όξω ο λύκος να καπνίζει εκνευρισμένος σ’ ένα πεζούλι απάνω, σαν τον λύκο….
(σ.σ. Έχεις δει λύκο να καπνίζει…;)
Τι να ‘κανε τι να ‘κανε που πείναγε… (σ.σ. «Κι εσύ πεινάς…; Πολύ…; Ε κάτσε πρώτα ν’ ανοίξουνε και βλέπουμε…»)
Και τότε, εκεί πάνω στο πεζούλι που κάπνιζε, του ‘ρθε… (-«όχι ρε η σαλάτα, ιδέα του ‘ρθε…»)
Τι θα ‘κανε…;
Μα θα δάνειζε τα τρία τα γουρουνάκια…
Πώς…;
Θα πήγαινε λοιπόν να βρει κάποια άλλα, όχι γουρουνάκια αυτή τη φορά αλλά μεγάλα γουρούνια, και μέσω αυτών, θα δάνειζε τα τρία γουρουνάααακια…
Θα τα δάνειζε λοιπόν θα τα δάνειζε, θα τα μάθαινε να ζουν πραγματικά σαν γουρούνια, (-έτσι κι αλλιώς ό,τι σκατά τους δώσεις θα τα φάνε αυτά-), και κάποια στιγμή που τα γουρουνάκια δεν θα ‘χαν να του γυρίσουν τα δανεικά (με τους τόκους συμβατικούς και υπερημερίας), τότε και απ’ το σπίτι θα τα ‘βγαζε νόμιμα και θα τα ‘τρωωωγεεεε…
(«Τι πότε…;»)
«Μα καλά ρε, δεν βλέπεις σήμερα τι γίνεται στη χώρα σου…;»
