ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Αργεντινή - Ουρουγουάη του Μανώλη Σκαρσούλη

0

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ

1. Η εμπειρία της διάσωσης

          Έξι μεταλλωρύχοι εργάζονται σε μια πολύ βαθιά σήραγγα και βγάζουν ορυκτά από τα έγκατα της γης. Ξαφνικά, μια κατολίσθηση φράζει την έξοδο της σήραγγας και τους απομονώνει από τον έξω κόσμο. Μόλις γίνεται αυτό, με μια γρήγορη ματιά, χωρίς να πουν λέξη, εκτιμούν την κατάσταση. Είναι όλοι τους πολύ έμπειροι και καταλαβαίνουν αμέσως πως το μεγάλο πρόβλημα θα είναι το οξυγόνο. Αν κάνουν ότι πρέπει, τους μένουν τρείς το πολύ τρεισήμιση ώρες αέρα.

Ο κόσμος απέξω ξέρει πως είναι εκεί εγκλωβισμένοι, μια τέτοια κατολίσθηση όμως σημαίνει ότι θα πρέπει να ανοίξουν τη σήραγγα από την αρχή για να κατέβουν να τους βρουν.  Θα προφτάσουν πριν τους τελειώσει ο αέρας;

Οι έμπειροι μεταλλωρύχοι αποφασίζουν πως πρέπει να εξοικονομήσουν όσο γίνεται περισσότερο οξυγόνο.

Συμφωνούν  να κάνουν την ελάχιστη δυνατή σωματική δαπάνη.  Σβήνουν τις λάμπες που κρατούν και ξαπλώνουν στο πάτωμα χωρίς να  μιλάνε.

Βουβοί λόγω της κατάστασης και ακίνητοι μέσα στο σκοτάδι, είναι δύσκολο να υπολογίσουν το πέρασμα του χρόνου. Συμπτωματικά, ένας μόνο έχει ρολόι. Σ’αυτόν λοιπόν απευθύνονται όλες οι ερωτήσεις: Πόση ώρα πέρασε; Πόση απομένει; Και τώρα;

Ο κάτοχος του ρολογιού καταλαβαίνει πως, όσο περνάει η ώρα, θα είναι όλο και πιο φοβερό να τους ανακοινώνει ότι πλησιάζει το τελευταίο λεπτό.  Χωρίς να το  συζητήσει με κανέναν, αποφασίζει πως δεν τους αξίζει να βασανίζονται μέχρι να πεθάνουν.  Έτσι, την επόμενη φορά που τους ανακοινώνει την ώρα, έχουν στην πραγματικότητα περάσει 45 λεπτά.

Δεν υπάρχει τρόπος να καταλάβουν τη διαφορά, κι έτσι δεν αμφιβάλλει κανείς.

Αφού βλέπει ότι πέτυχε το τέχνασμα, την Τρίτη ενημέρωση την κάνει μια ώρα μετά.  Τους λέει : «πέρασε άλλη μισή ώρα…» Και οι πέντε πείθονται ότι έχουν περάσει παγιδευμένοι, συνολικά μιάμιση ώρα, και σκέφτονται μάλιστα πόσο μακρύς τους φαίνεται ο χρόνος.

Έτσι συνεχίζει αυτός με το ρολόι, κάθε μία ολόκληρη ώρα να τους ενημερώνει πως έχει περάσει μόνο μισή.

Στο μεταξύ, η ομάδα που επιχειρεί το έργο της διάσωσης ξέρει σε ποιόν θάλαμο έχουν παγιδευτεί,. και ξέρουν, επίσης, ότι θα είναι πολύ δύσκολο να φτάσουν εκεί πριν περάσουν τουλάχιστον τέσσερις ώρες.

Φτάνουν τελικά, μετά από τεσσερήμιση ώρες. Το πιθανότερο είναι να βρουν τους έξι μεταλλωρύχους νεκρούς.

Βρίσκουν ζωντανούς τους πέντε.

Ένας πέθανε από ασφυξία… Εκείνος που είχε το ρολόι.

 

2. Ορειβάτη λύσου

Ήταν μια φορά ένας ορειβάτης και επιχειρούσε μια πολύ δύσκολη αναρρίχηση σε ένα νουνό με έντονη χιονόπτωση.  Πέρασε τη νύχτα μαζί με άλλους στο καταφύγιο.  Το πρωί το χιόνι έχει σκεπάσει για τα καλά το βουνό, πράγμα που κάνει την αναρρίχηση ακόμη πιο δύσκολη.  Δεν θέλει, όμως, να γυρίσει πίσω, κι έτσι, όπως μπορεί, με μεγάλη προσπάθεια και θάρρος, συνεχίζει την αναρρίχηση, συνεχίζει να σκαρφαλώνει στο απόκρημνο βουνό.  Μέχρι που κάποια στιγμή, ίσως από κακό υπολογισμό, ίσως γιατί η κατάσταση ήταν πραγματικά δύσκολη, πάει να στερεώσει στον  πάσσαλο το σχοινί ασφαλείας και του γλιστράει ο γάντζος.  Ο ορειβάτης, γκρεμίζεται.. αρχίζει να κατρακυλάει σ το βουνό χτυπώντας άγρια στα βράχια ενώ  το χιόνι πέφτει πυκνό…

Από μπροστά του  βλέπει να περνάει όλη του η ζωή.  Κλείνει τα μάτια περιμένοντας το χειρότερο, και ξαφνικά, νιώθει στο πρόσωπό του ένα χτύπημα από σχοινί.  Χωρίς καθόλου να σκεφτεί, πιάνεται από το σχοινί με μια ενστικτώδη κίνηση.  Ποιος ξέρει…. Το σχοινί αυτό μπορεί να έμενε εκεί κρεμασμένο από κάποιον πάσσαλο.. κι αν είναι έτσι, θα μπορέσει να τον κρατήσει και να σταματήσει την πτώση του.

Αντιλαμβάνεται πως αν δεν κάνει κάτι γρήγορα, αυτό θα είναι το τέλος του.

Όμως τι να κάνει;

Θα μπορούσε ίσως να σκαρφαλώσει προς τα πάνω και να προσπαθήσει να φτάσει στο καταφύγιο, αμέσως όμως καταλαβαίνει πως κάτι τέτοιο είναι αδύνατον.  Ξαφνικά … ακούει μια φωνή από μέσα του που του λέει «λύσου!». Μπορεί να είναι η φωνή του Θεού, ή η φωνή της εσωτερικής του σοφίας, μπορεί όμως να είναι κάποιο κακό πνεύμα, ή παραίσθηση.… ακούει πάντως τη φωνή να επιμένει «λύσου, λύσου !».

Σκέφτεται πως αν λυθεί αυτή την στιγμή σίγουρα θα σκοτωθεί.  Θα είναι ένας τρόπος για να τελειώσει το μαρτύριό του.  Μπαίνει στον πειρασμό να επιλέξει το θάνατο για να σταματήσει να υποφέρει.  Σαν απάντηση όμως στη φωνή δένεται ακόμη πιο σφιχτά.  Και η φωνή επιμένει «λύσου!... Μη βασανίζεσαι άλλο, δεν έχει νόημα τόσος πόνος… λύσου !».  Εκείνος, όμως, δένεται ακόμη πιο σφιχτά, ενώ πολύ αποφασιστικά λέει μέσα του πως καμία φωνή δεν πρόκειται να τον πείσει να αφήσει αυτό που χωρίς αμφιβολία του έχει σώσει τη ζωή.  Η σύγκρουση  αυτή συνεχίζεται για ώρες, ο ορειβάτης όμως εξακολουθεί να είναι δεμένος  μ’ αυτό που νομίζει πως είναι η μοναδική του δυνατότητα για να σωθεί.

Ο μύθος λέει ότι την άλλη μέρα η ομάδα διάσωσης βρήκε τον ορειβάτη μισοπεθαμένο.  Η ζωή του κρεμόταν από μια κλωστή.  Ακόμα λίγα λεπτά, και ο ορειβάτης θα είχε πεθάνει από το κρύο παγωμένος, και., παραδόξως, δεμένος με το σχοινί του…. σε απόσταση λιγότερο από ένα μέτρο από το έδαφος.

 

5. Δεν είμαι αιώνιος

Λένε πως ήταν κάποιος μια φορά που πήγε να επισκεφτεί έναν διάσημο ραβίνο, να τον συμβουλευτεί για κάποιο θρησκευτικό ζήτημα.

Μπαίνει στο σπίτι του ραβίνου και το βλέπει τελείως άδειο. Υπήρχαν μόνο δυο σκαμνάκια, ένα στρώμα ριγμένο στο πάτωμα  κι ένα απλό τραπεζάκι.

Ο επισκέπτης αφού πήρε τις απαντήσεις που ήθελε στο ζήτημα που τον απασχολούσε, ρωτάει τον ραβίνο :

«Με συγχωρείτε ραβίνε.. Που είναι τα έπιπλά σας;»

Ο ραβίνος του λέει :

«Τα δικά σου που είναι;»

Ο επισκέπτης του απαντάει :

«Μα εγώ δεν είμαι από δω, είμαι περαστικός από αυτήν την πόλη».

«Κι εγώ περαστικός είμαι…»του λέει ο ραβίνος.

Φαίνεται ότι ζούμε σ’ ένα κόσμο όπου αγοράζουμε, αποκτούμε ένα σωρό πράγματα και μένουμε δεμένοι σ’ αυτά.  Ζούμε σ’ ένα κόσμο, όπου από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, η βιομηχανική κοινωνία μας υποσχόταν κάτι που στην πραγματικότητα δεν θα μπορούσε ποτέ να πραγματοποιήσει –αλλά αυτό δεν μας το είπε κανείς.  Μας υποσχέθηκε ότι αν μπορέσουμε να αγοράσουμε  όλα όσα θέλουμε,  τότε θα είμαστε καλά, δεν θα υποφέρουμε, και τα λοιπά… και τα λοιπά… Μας ξεγέλασαν !  Μας είπαν ψέματα !  Καταλαβαίνεις; Ψέματα!  Η ιστορία έδειξε ότι όλα ήταν ένα ψέμα !

Πηγή : Πραγματικές Ιστορίες του Χόρχε Μπουκάι

ΤΟ ΠΟΡΤΡΑΙΤΟ ΤΗΣ ΕΛΙΣΑΣ

Είχε ιππεύσει το άλογο του Προέδρου Τάχες και είχε ζήσει σ’ ένα σπίτι με δεκαπέντε δωμάτια, μ’ έναν αμαξά και τέσσερις μαύρες υπηρέτριες στα δώδεκα της είχε ταξιδέψει στη Γαλλία, κι ακόμη φύλαγε σαν πολύτιμο κειμήλιο ένα βιβλίο με δέσιμο, από ανθρώπινο δέρμα, που κάποιος αργεντινός συνταγματάρχης είχε χαρίσει στον πατέρα της, Φεβρουάριο του χίλια οκτακόσια εβδομήντα τέσσερα.

Στα είκοσί της είχε παντρευτεί έναν ιταλό μηχανικό που, αφού της έκανε τέσσερα παιδιά (δυο κορίτσια και δύο αγόρια) πέθανε σε νεαρή ηλικία,  χωρίς να φροντίσει για την αναγνώριση του πτυχίου του και χωρίς να της αφήσει σύνταξη. Ποτέ δεν αγάπησε υπερβολικά τούτο τον πρώτο σύζυγο, που τώρα έχει ακινητοποιηθεί σε κιτρινισμένες φωτογραφίες,  με τα άγια μουστάκια αλά Ναπολέων Γ΄, τα ζωηρά ματάκια, τους λεπτούς τρόπους και τα ασφυκτικά οικονομικά προβλήματά του.

Μετά εμφανίστηκε ένας άξεστος κτηματίας, χήρος κι αυτός, που την περνούσε είκοσι και κάτι χρόνια.

Κατά την διάρκεια του σύντομου αρραβώνα, ο δον Γουμερσίνδο Ολμέδο τη φλέρταρε με την ίδια τρυφερότητα που έδειχνε στις αγελάδες του, και τη νύχτα που, ανατρέχοντας στο μονοκόμματο λεξιλόγιό του της απαρίθμησε τα υπάρχοντά του, αυτή τη αποφάσισε και δέχτηκε τη σίγουρη και χειροπιαστή βέρα. Τα κορίτσια, που ήταν υπάκουα, πρακτικά και εμφανίσιμα, μετακόμισαν στην ύπαιθρο μαζί με τη μητέρα τους και τον πατριό.

Εκεί ήταν που τους επιφυλάχθηκε η πρώτη έκπ0ληξη. Ο Ολμέδο με την πρωτόγονη πονηριά του, είχε φανερώσει στην Ελίσα τις αγελάδες, τα λιβάδια, μέχρι και τον τραπεζικό λογαριασμό του, επ’ ουδενί όμως την ύπαρξη των τριών ρωμαλέων γιών του από τον πρώτο γάμο.  Από την πρώτη μέρα τα’ αγόρια άρχισαν να τρώνε με τα μάτια τους τις δυο αδελφές, οι οποίες αν και στρουμπουλές και κοκέτες, δεν είχαν πατήσει ακόμη το κατώφλι της εφηβείας. Δυο φορές χρειάστηκε να επέμβει επιτακτικά η Ελίσα ώστε η έντονη διέγερση των αγοριών να μη ξεπεράσει τα όρια.

Στο κτήμα η Ελίσα ξανάρχισε την προσφιλή μουρμούρα της και τις νύχτες με σεξ κάτω απ’ την κουνουπιέρα, έβρισκε ευκαιρία για να θυμίζει στον Ολμέδο τις επιδόσεις του πρώτου της συζύγου.  Ο γέρος ίδρωνε και τίποτ’  άλλο.  Όλα έδειχναν ότι είχε αρκετά γερό σκαρί ώστε να αντέξει τις κατάρες.  Όμως πέντε μέρες μετά την έκτη επέτειο του γάμου τους, τον έπιασε ένας πόνος στο στομάχι που τον έριξε, πρώτα στο κρεβάτι και οκτώ μήνες αργότερα, στον οικογενειακό τάφο.

Σ’ αυτούς τους οκτώ μήνες, η Ελίσα τον φρόντισε, τον έφερε στο Μοντεβιδέο και έκανε θερμές ευχές να ψοφήσει μια και καλή.  Αυτή τη φορά όμως ο Γουμερσίνδο της την έφερε καλύτερα από ποτέ άλλοτε.  Οι τρείς θεράποντες ιατροί που τον κουράριζαν, γνώριζαν ότι στην περίπτωσή του μπορούσε να γίνει χρήση ραδίου.  Το ράδιο, όμως ήταν πάρα πολύ ακριβό, κι έτσι με την οκτάμηνη θεραπεία στην κλινική ο Ολμέδο πρόλαβε προτού πεθάνει να ξοδέψει  ολόκληρη την περιουσία του.

Μετά από δυο χρόνια επιμονή, όταν πια η παρουσία της προκαλούσε δέος σε οποιαδήποτε αίθουσα αναμονής, κατάφερε να της χορηγηθεί μια απίθανη σύνταξη, που κανείς δεν γνώριζε με βεβαιότητα με τι δικαιολογητικά.  Ευτύχησε να παντρέψει και τις δυο κόρες της την ίδια χρονιά, και έκτοτε αφοσιώθηκε στους γαμπρούς.

Η Ελίσα έμεινε με τους ανύπαντρους γιούς της, αλλά περνούσε τα σαββατοκύριακα με τις παντρεμένες κόρες της. Η επιρροή της όμως, δεν περιοριζόταν στο Σάββατο και την Κυριακή. Σχεδόν όλοι είχαν αφορμή κάποιον ψίθυρο της πεθεράς στο ευήκοον  ους των κορών τους, την ώρα που οι άντρες τους είχαν αποσυρθεί για να απολαύσουν τη σαββατιάτικη σιέστα τους.

Σπανίως συγκεντρώνονταν όλοι μαζί γύρω από το οικογενειακό τραπέζι, αλλά έφτασε μια φορά για να μπλέξει η Ελίσα τους δύο γαμπρούς της σε μια δριμεία λογομαχία γύρω από τη μάχη του Μάρνη, κατόπιν της οποίας ψυχράνθηκαν δια παντός.

Σε κάθε επίσκεψή της στις κόρες της, η Ελίσα εισέπραττε, εν είδει εξομολογητού, τις πιο πρόσφατες πικρίες τους.  Με τη σειρά της, συνιστούσε ευρεία ανοχή, «εκτός εάν σου θίξουν τα όσια και τα ιερά».  Και τι πιο ιερό, φυσικά, από τη μάνα;    Το κακό ήταν πως, μερικές φορές, εκείνοι έχαναν τον αυτοέλεγχο και κατέφευγαν στη χειροδικία. Αλλά ακόμη και αυτό δεν ήταν για να απογοητεύεται κανείς:  μια εισπραχθείσα σφαλιάρα αποτελούσε καλή επένδυση, καθώς σήμαινε τουλάχιστον ένα μακρύ εξάμηνο παραχωρήσεων και επανορθώσεων.

Ένα δεν είχε υπολογίσει όμως η Ελίσα:  το σεξ.  Η ίδια, και απ’ τους δυο γάμους της, είχε αποκομίσει λιγότερη ηδονή απ’ ό,τι μια σανίδα. Αλλά οι κόρες ήταν καλύτερα προικισμένες και δε χαράμιζαν τις καλές τους νύχτες. Μετά τη ημερήσια ήττα τους απ’ όλη την επιχειρηματολογία που έβαζε η Ελίσα στα χείλη των θυγατέρων της, οι γαμπροί έβγαιναν νικητές στο κρεβάτι με τα επιχειρήματα που τους είχε χαρίσει ο Θεός.  Με ντροπή, αλλά χωρίς ενδοιασμούς, πεπεισμένες ότι αυτό που διακυβευόταν ήταν η μεγαλύτερη απόλαυσή τους οι δυο κόρες  την παρακάλεσαν να μην τις επισκέπτεται εκείνη, προτιμούσαν να ‘ ρχονται αυτές που και πού να την βλέπουν.

Όταν ο πόνος έκανε την εμφάνισή του, η Ελίσα Μόντες δεν προσπάθησε να ξεγελάσει τον εαυτό της.   Γνωρίζοντας ότι ήταν χαμένη, χωρίς ελπίδα, δεν της πέρασε απ’ το μυαλό, όπως σε πολλούς άλλους να εξερευνήσει τη συνείδησή της, να επανεξετάσει  τις αλήθειές της.  Τις στιγμές που η μορφίνη της απάλυνε τον πόνο, ανασκάλευε ακόμη, με υπολείμματα ικανοποίησης, τις ακίνδυνες ζωές  που την είχαν περιβάλλει. Τις άλλες, όταν ο ανυπόφορος  πόνος την έσφαζε, δεν προσπαθούσε καν να προσποιηθεί, γιατί εκείνο ήταν πράγματι φοβερό.

Άτολμος, αδρανής και πρόθυμος, ο Ανίμπαλ Δομίνγκο τη φρόντιζε χωρίς ενθουσιασμό και εισέπραττε τις κατάρες της.  Μόνο ένα τέτοιο άτομο, στεγνό και ελάχιστα ευαίσθητο, μπορούσε να αντέξει μέχρι τέλους το σβήσιμό της μέσα στη μοναξιά και τη λήθη.  Αλλά ακόμη και αυτός, ένιωσε κάποια ανακούφιση όταν ένα πρωινό τη βρήκε νεκρή, αδυσώπητη μεσ’ την συντριβή της, σαν να της είχαν αρνηθεί κι αυτή ακόμη την ύστατη γαλήνη.

Πίσω απ’ τη φτηνή και σχεδόν αστόλιστη νεκροφόρα, ακολουθούσε το αυτοκίνητο μες τους συγγενείς.

Προχώρησαν αργά, σαν να τους ακολουθούσε πολυπληθής λιτανεία,.  Έπειτα, άφησαν την κεντρική αλέα και σταμάτησαν μπροστά σ’ έναν απλό λάκο, ολόιδιο με άλλους δεκαπέντε ή είκοσι που περίμεναν τους νεκρούς τους. Μ’ ένα πνιχτό κρότο, η κάσα ακινητοποιήθηκε στον πάτο. Ο οδηγός φύσηξε τη μύτη του, δίπλωσε το μαντίλι σαν να ήταν καθαρό, και οπισθοχώρησε αργά προς την κεντρική αλέα.

Τότε οι άλλοι κοιτάχτηκαν, ανεξήγητα αλληλέγγυοι, και τίποτα πια δεν τους εμπόδιζε να πετάξουν πάνω στο φέρετρο τις χούφτες χώμα με τις οποίες εκείνος ο θάνατος εξομοιώθηκε επιτέλους με τους άλλους.

 

Πηγή:  «Φράουλα και Σοκολάτα», Εκδόσεις:  ΥΨΙΛΟΝ

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Αργεντινή - Ουρουγουάη του Μανώλη Σκαρσούλη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ