Χρυσή, χρυσή, επαδά ‘σαι κοπελιά μου, γη επόρισες;
Έλα, μάνα μου επά ΄μαι, γιάντα ‘σηκώθηκες απού τη γκοιμητέ σου αξημέρωτα, είντα ‘χεις ;
Δε γ-κατέω κακονίζικη, εγώ ‘μαι σα ν-τη χαμαρρωσταρέ[1] δε μπορώ να ζευλώσω[2] τη μ-παντέρμη μου μέση και φαίνεταί μου πως δε μ’ απ ΄ακούνε τα πόδια μου μόνο τα βολοσέρνω[3]
Έλα παέ μάνα να σου κάμω ένα βραστάρι, γη να σου βάλω ένα χρειγιδάκι[4] γάλα
Ταυτέρου[5] απού σηκώθηκα, έβαλα μια μπουκιά ψωμί στο στόμα με μια ν-ελέ και φαίνεταί μου πως εγίνηκενε κομμόλιθος[6] κι έκατσενε στο στομάχι μου
Γι αυτό συ λέω μάνα, έβγα πάνω να σε γιατρικουλέψω να δεις και το ‘γγκονάκι σου το Δημήτρη απού τριμυχούντανε[7] ούλη νύχτα στη γ-κοιμητέ[8] και δε ν-είχενε ύπνο.
Εδά κοντό[9] κοιμάται;
Δε γατέω[10] μάνα, έλα να ξανοίξομενε μήμπα να ‘ναι αρρωστάρης;
Ε νάρθω θέλω να κάτσω μια ουλιά[11] ώρα. Ν α μπω να γητέψω[12] το κοπέλι γιατί σάικα[13] το ΄χουνε θιαρμισμένο[14]. Είντα λογάσαι[15] Χρυσή ετσά κοπέλι σα ν-το Δημήτρη μας, δε μ-πορπατεί άλλο, επαδά στα γυρωχώριουλα. Πρώτος στα γράμματα κι όντε δε ν-είναι στο σκολειό, τόνε βολοσέρνει ο πατέρας του σ’ ού λες τσ’ οξωτάρικες δουλειές και χαντώ[16] πως ξεικάζει[17] καλιά παρά τον ν-ίδιο
Είναι μάνα ο άντρας μου πολλά ταμακιάρης[18]! Έχομενε πολλή περιουσία και μόλις έρθει απού τη χώρα , τα Σαββατοκύριακα απού ‘ναι κλειστά τα σκολειά, τονε επαναλαγιάζεται και δε ν-το ν-αφήνει να κάτσει σε χλωρό κλαρί. Είναι και καλοπίταγο[19] τα’ αντράκι μου . . . τ’ αφουγκράζεται[20], ενώ ο άλλος ο μικιότερος είναι κιοκνές[21] και ανεπρόκοπος. Πχαίνει στα χωράφια για να παίξει, να στέσει βεργιά για να πιάνει πουλιά, να βγαίνει στα δεντρά να τρώει φρούτα να γυρίζει αλίμπερτος[22]
Είντα θα γενούμενε χρυσή μου με τουτονά το Μανωλιό μας, απούναι αστρόλογο [23] και πως θα το κουλαντρίσομενε[24]; Μα λέω δα πως όσο μεγαλώνει θα στρώνει το κακομάζαλο!
Ηγούμια μας μάνα μα « το καλό πουλί απού τ΄ αβγό κελαδεί.»
Για μένα λέτε πάλι; ερώτηξενε ο Δημήτρης κι αγκάλιασενε τη λαλά ν-του απού τηνε πολυαγάπανε.
Έλα παιδί μου , να βάλω ένα γ-κουκί αλάτσι στη ν-άκρα τση πετσέτας να σου πω τη γηθειά, γιατί μου ’πενε η μάνα σου πω εταλαπόδερνες [25] ουληνυχτίς τση νύχτας στη γ-κοιμητέ.
Δε ν-έχω μάνα αρρώστια μόνο οψές το βράδυ εφαντάχτηκα
Ας κάμω κοπέλι μου το Σταυρό μου, είντα συ όντε ήσουνε μικιό δε ν-εφοβούσουνε κι εδά απού ’σαι κοτζάμου λούμακος φοβάσαι;
Λάγασαι[26] Χρυσή ,άφης το κοπέλι να μας τα πεί, δε σου ‘χω ορμηνέψει κοπέλι μου να κάνεις το σημείο του Σταυρού να φεύγουνε τα φανταχτά;
Επήγα οψές το βράδυ και πότισα το περβόλι, ύστερα βγήκα από πάνω απού ΄χα θωρώντας πατημασιές και βερβελίδες του λαγού κι έκατσα στη ρίζα μιας ελιάς, εβάστουνε έτοιμο το τζιφτέ και τονε περίμενα. Έφεγγενε το φεγγάρι σα ντη μέρα.
Ξαφνικά ακούω από το δασάκι τσ’ από πάνω πεζούλας, πατημασιές κι αλυσίδες να σέρνουνται στο χώμα, άκουγα μασέλες να κροταλίζουνε και βαριές αναπνοές κοντά μου.
Εγύρισα τη γ-κεφαλή μου και μέσα στη σκιανάδα τω δετρώ , είδα δυο μεγάλα γυαλιστερά ‘μάθια. Αμούλαρενε ούλο μου το κορμί! Επάγωσα απού το φόβο μου! Να ξεκουνήσω, να γλακίξω δε ν-είχα ντούζια[27]. Η μόνη μου ελπίδα ‘τανε ο τσιφτές απού κράτουνε τσι χούφτες μου. Δε μ-πορώ να καρατάρω[28] πόση ώρα εκουλουμούντριζενε η καρδιάμου, μέχρι απ’ αρχίνηξενε να γκαρίζει το θεριό. Τοτεσιδά κατάλαβα πως ήτανε γάιδαρος δεμένος με αλυσίδα για να μη πιάνει τ’ ανάπλαγα [29] . . .
24-6-2014
Ευγενία Σπαντιδάκη Ζαμπετάκη
Συντ/χος δασκάλα
[1] Χαμαρρωσταρέ=άρρωστη στο πόδι,ελαφρά
[2] Ζευλώνω=κάμπτω,σκύβω
[3] Βολοσέρνω=βαδίζω με δυσκολία
[4] Χρειγιδάκι=οικιακό χρειασίδι(από το αρχ/. χρεία)
[5] Ταυτέρου=πολύ πρωί
[6] Κομμόλιθος(αρχ κομμός+λίθος)=σβώλος
[7] Τριμυχούμαι(τρι+μυχούμαι,μύχος αρχαία λέξη=ενδότατο μέρος ψυχής)
Τριμυχούμαι=ανησυχώ,αγωνιώ.
[8] Κοιμητέ=από το επίθετο κοιμητός-αρχ κοιμώμαι=μέρος που κοιμάμαι
[9] Κοντό=επίρρ.άραγε
[10] Γατέω=ξέρω
[11] Μια ουλιά=πολύ λίγη
[12] Γητεύω=ξεμαθιάζω
[13] Σάικα=επίρρ=σίγουρα
[14] Θιαρμισμένο=ματιασμένο
[15] Λογάσαι=συλλογίζεσαι
[16] Χαντώ=νομίζω
[17] Ξεικάζω=(εξ+εικάζω=εννοώ)=νογά,εννοεί
[18] Ταμακιάρης(τουρκ tamankar)=άπληστος,αχόρταγος
[19] Καλοπίταγος=βολικός
[20] Αφουγκράζεται=ακούει με προσοχή
[21] Κιοκνές=βραδυκίνητος
[22] Αλίμπερτος(ιταλ liberto)=απελεύθερος
[23] Αστρόλογο επίθ(μόνο για παιδά)από το βενετ strolego=ζωηρό
[24] Κουλαντρίζω=εξουσιάζω
[25] Ετελαπόδερνες=χτυπιόσουνα
[26] Λάγασαι=σώπασε
[27] Ντούζια=δύναμη
[28] Καρατάρω ιταλ caratake=υπολογίζω
[29] Ανάπλαγα=απόμακρα μέρη
