Τα ξύλα καήκανε στο τζάκι και έπρεπε να πάει να φέρει από το κατώι, η Μαριγώ.
Ό άντρας της ήταν πολύ άρρωστος αυτές τις ημέρες, άρπαξε ''πούντα'', είπε ο γιατρός και του συνέστησε, βραστάρια κι' εντριβές κι' έτσι η Μαριγώ, έκανε όλες τις δουλειές..
Το χοντροζούμι, έβραζε στη παρασιά, είχε ετοιμάσει να του κόψει και ποτήρια''βεντούζες'', έπρεπε να αρμέξει τις προβατίνες, να βράσει το γάλα να πιει ο άντρας της...
Είκοσι χρόνια παντρεμένη, δεν είχαν ανταλλάξει ''μαύρα μάτια'' που λένε.
Όλοι τους καμάρωναν η και τους ζήλευαν για την αγάπη τους...
Το μόνο που τους έλειπε ήταν τα παιδιά...δεν κατάφεραν να αποχτήσουν ποτέ...
-Δεν ήθελε η Χάρη ντου Μαριγώ μου, να μα σε στείλει ένα γ-κοπέλι, δε θα ποθάνουκε κιόλας...
-Άχι Νικολή μου, μεγάλο καημό το 'χω που δε σου χάρισα ένα κοπελάκι, έλεγε η Μαριγώ, και σκούπιζε τα δάκρυά της...
Τα χρόνια πέρασαν και το πήραν απόφαση, πως δεν ήταν τυχερό και έτσι αφωσιώθηκαν ο ένας στον άλλο...
-Πάω να αρμέξω Νικολιό μου, αν και εδά και δυο τρεις μέρες αποστηρώξανε οι παντέρμες, μα δε κατέω η κρυγιότη φταίει, γη σ' αναζητούνε...Της άρεσε να τον πειράζει και να τον κάνει να γελά...
Κατέβηκε στο κατώι, που είχε τα ''ζούμπερα'', τα τάισε τα πότισε, μα το γάλα ίσα ίσα που πάτωσε στο ''συγκλί''...
Έφευγε η Μαριγώ, και είχε κλείσει την πόρτα, όταν ένας παράξενος τσάρχαλος την έκανε να ξαναγυρίσει....
Άνοιξε σιγά σιγά και αυτό που είδε ήταν μια τρελλή εικόνα...Δυο κεφαλάκια μικρών παιδιών είχαν βουτήξει στον κουβά με το νερό, των ζωντανών και έπιναν, έπιναν...
Δεν ήθελα να τα τρομάξει και περίμενε να χορτάσουν τη δίψα τους πρώτα...
Σήκωσαν τα κεφαλάκια τους και την είδα...γούρλωσαν τα ματάκια τους και έτρεξαν να κρυφτούν πίσω από τα άχυρα...
-Ελάτε επαέ, γιάντα κρύβεστε, μικιά μου, ελάτε μα δε σα σε μαλώνω...
-Θεία, μη μα σε δείρεις, που κρυφτήκαμε στο κατώι σου και βυζάναμε τσι προβατίνες σου, είπε το μεγαλύτερο που ήταν αγοράκι...
-Α, για τούτονα δε ν-είχανε γάλα οι προβατίνες μουυυυ, είπε γελαστη η Μαριγώ...
-Πεστε μου εδά από που είστε και γιάντα είστε μοναχά σας, δε ν-έχετε τσι γονέου σας;
Όι, θεία δε ν-έχουμε γονέους έχουνε ποθάνει και η Αλεξάντρα, μας έδερνε, με το σκοινί και ήθελε να μα σε χωρίσει και να δώσει τη ν-αδερφούλα μου σε μια γυναίκα στη ν-Αθήνα που δε ν-είχενε κοπέλια, γι' αυτό εφύγαμε από το κονάκι μας...
-Ποια είναι αυτή η Αλεξάντρα κοπέλι μου;
-Όντε νε πόθανε η μάνα μας, τηνε παντρεύτηκε ο πατέρας για να μα σε προσέχει...
-Πάμε απάνω κοπέλια μου, που έχω βράσει χοντροζούμι να φάτε ζεστό, ζεστό και να γνωρίσετε και το Νικολή, το ν-άντρα μου...
Σφιχτά κρατούσε από το χεράκι την αδερφούλα του και ακολουθούσαν τη Μαριγώ...
-Ω γυναίκα, μουσαφιραίους έχουμενε, είπε παραξενεμένος ο Νικολής...
-Και ήντα μουσαφιραίους, άντρα μου!!!
Φάγανε τα παιδιά με την όρεξή τους και τα πήρε ο ύπνος δίπλα στο τζάκι, στη πετρόχτιστη πεζούλα..
Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε ο Νικολής και η Μαριγώ, τα κοίταζαν και δεν το πίστευαν πως είχαν στο σπίτι τους δυο μικρά παιδιά...Ο Νικολής ξέχασε το κρύωμα και όλη την ώρα τα σκέπαζε και τα χάιδευε...
-Πρέπει γυναίκα το πρωί να καλέσουμε το ν-αστυνόμο, να δούμε ήντα θα κάνουμε και ποιουνού 'ναι τα κοπέλια...
Ο αστυνόμος ειδοποίησε τη μητριά τους, που όλες αυτές τις ημέρες δεν τα είχε ψάξει καθόλου, άλλωστε είχε το δικό της παιδί να σκεφτεί, που ήταν μικρότερο...
-'Εκανε πως χάρηκε, μα όταν δεν την έβλεπαν οι άλλοι,τράβηξε τόσο δυνατά το αυτάκι του μικρού Θανασάκη, που το παιδάκι ούρλιαξε από τον πόνο..
-Τι κάνεις του κοπελιού μωρή, φώναξε η Μαριγώ και της όρμησε να την σουρωμαδήσει...Δε σου τα δίνω τα κοπέλια, για θα μου τα σκοτώσεις...Αστυνόμε, θωρρείς πως τονε φαίρεται, θα τση κάμω μύνηση και σ' έχω και μάρτυρα...Τα κοπέλια μου τα 'στειλε ο Θεός στη μ-πόρτα μου και δεν θα τα ΄φηκω να μου τα πάρουνε...
Τα παιδάκια αγκάλιασαν τη Μαριγώ και δεν ξεκολλούσαν από πάνω της.
-Μη ντη ν-αφήσεις να μα σε πάρει, εσένα θέλουμε για μάνα μας, είπε η μικρή Αγγελικούλα, που επιτέλους ακούστηκε η φωνούλα της.
-Μάνα σας, είπε η Μαριγώ, μια λέξη που ποτέ δεν περίμενε να ακούσει...μάνα σας, ναι, μάνα σας...και τα δάκρυά της έβρεχαν τα δυο σγουρομάλλικα κεφαλάκια...
Στο δικαστήριο η Αλεξάντρα, συμφώνησε να υπογράψει, αφού της υποσχέθηκαν πως ποτέ δεν θα ζητήσουν μερίδιο από την περιουσία ...
-Θα φέρνεις και τ' αδερφάκι ντως να το θωρούνε, ακούεις, μια βολά τη ν-εβδομάδα, αλλιώς, θα παραβούμε τση συφωνίας...της είπε η Μαριγώ, όταν βγήκαν από το δικαστήριο...
Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, η Αλεξάντρα και κάθε βδομάδα, έπαιρνε το μικρό γιο της και τον πήγαινε στα αδέρφια του...
Όταν πλησίαζε στην τελευταία επίσκεψή της, στο σπίτι της Μαριγώ, άκουσε χαρούμενα γέλια ...Μάνα, μάνα, φώναζαν τα μικρά και ο Νικολής τάχα τσατισμένος των έλεγε...
-Κι εγώ δε ν-είμαι πράμα, μόνο τη μάνα σας αγαπάτε;
-Όι πατέρα μας, σ' αγαπούμενε και σένα...
-Κοπέλια μου θέλω να σα σε πω ένα πράμα και να το κάμετε, είπε η Μαριγώ...
-Ήντα θέλεις μάνα;
-Χαίρομαι που μας αγαπάτε, γιατί σας αγαπούμε και ΄μεις και το κατέτε, αλλά θέλω να αγαπάτε και τη ν-Αλεξάντρα, γιατί είναι μάνα του αδερφού σας, δεν είναι κακιά κατά πολύ πολύ βάθος...και μια μέρα θα καταλάβει, πως έπραξε λάθος...
Τα άκουσε όλα η Αλεξάντρα, τα μάτια της βούρκωσαν και όλα της φάνηκαν αλλιώτικα, όμορφα...πρωτόγνωρα...
