ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα λιναρο-χαράργια της Ευγενίας Ζαμπετάκη

0

-Καλημέρα Κρουσταλιά μου, είντα ‘χεις κοπελιά κι είναι τα μάθια σου φλoγωμένα, μήμπα να σ’ έπιασενε πονάματος; Είναι σερμός τουτηνέ τη χρονέ. Επαδά στο χωριό πεντέξε νομάτοι τον έχουνε κι είναι τα μάθια ντωνε σα ν-τη φωθιά κόκκινα και τσιβιδίζουνε(1) και πρέπει δα πως τα ξιούνε και πρήστουνται. Ούλοι γλακούνε τση Κατεργιάς απού βυζάνει και τονε  βάνει μέσα στο χοχλιό τω ν-αμαθιώ μια ν-τζιρέ(2) μα(ν)όγαλο(3) και γιαμιάς ο πόνος παγουγιέρνει(4).

-Κάτσε μάνα να σου βράσω ένα ν-ατίταμο να σου πω το μ-πόνο μου!

-Ψυχανεμίζομαι(5) κοπελιά μου πως σούκαμενε τραβάγια ο άντρας σου μα δε γατέω(6) γιάντα(7).

-Ανάσκελα εσηκώθηκενε τη ταχυνή(8) απού τη γ-κοιμητέ κι αρχίνηξενε να με πνιγουριάζει, να με κοντομουρίζει(9), να με μαστραχαλιάζει(10), εβλαστήμανε, με φώναζενε ζαβή, πως ξαργώ λέει και δε φαίνω τα χαράρια και δε θα ‘ναι χαζίρικα(11) όντε θα κουβαλεί τ’ άχερα.

-Λάγασε(12) Κρουσταλιά, σάϊκα(13) ο άντρας σου έχει δίκιο, γιάντα δε ν-τα χαζιρεύγεις γερά - γερά μόνο κνουκνουκάς(14) και χαράς εδά το δύσκολο φασίδι, αμολητό(15) το φαίνεις, δε ν-του κάνεις ξόμπλια(16).

-Είντα μ’ αρχινάς και του λόγου σου, από τα βαθέ χαράματα ξυπνώ και μέχρι ν’ αποσιάξω τα ζούμπερα(17), να σκουπίσω τσι κοπρές, σηκώνουνται τα κοπέλια, να βράσω γάλα να ετοιμάσω το κολατσιό για το σκολειό, είντα λογάσαι, πέντε κοπέλια κουλαντρίζω, να διαρμιστώ το σπίτι, να μαγειρέψω… σέρνω μεγάλο κουπί.

-Να ’χα διανερίζουνε(18) τα μάθια μου μόνο, μόνο, θελά να κάτσω να σου το φάνω, μα εδά εστραβόθηκα… δε ν-έχω ανάκαρα(19).

-Να ’ρχεσαι μάνα να μ’ αδιέρνεις(20) τα πρωϊνά, να μαγειρεύεις να κάθομαι απού το πρωί να το φάνω μονιτάρου(21) σε δυο –τρεις μέρες, να μη με τριγουνίζει ο τσελεπής(22) ο άντρας μου…

-Θεέ μου μωρή παιδί μου τουτονά το λινάρι τσι κόπους απούχει, αλλά το πανί ν-του είναι αέττητο(23)!

-Κόπους μάνα μου, κόπους να καλουργήσομενε το χωράφι, να ρίξομενε το σπόρο, να μεγαλώσει με το νερό τση βροχής, να πετάξει το μικρό μπλάβο λουλουδάκι, να καρπίσει, με τη ζεστασιά του ήλιου να ξεραθεί κι από κεια και πέρα αρχινούνε τα μεγάλα βάσανα για τσι κακομοίρες τσι γυναίκες. Ταχυνή - ταχυνή να τα ξεπατώνουνε να το κάνουνε ματσάκια. Να τα χτυπούνε να πέφτει σε μια στρωμένη λινάτσα ο σπόρος, να τονε πρεμαζώνουνε προσεχτικά. Να κάνουνε το λινάρι δεμάτια κι απής το λιάσουνε, να το πάνε σ’ ένα ποταμό και να το πετρώνουνε σε μια κολύμπα νερό κάμποσες μέρες. Το μαλακωμένο λινάρι βάνουνε σε μια μακρέ ξύλινη «δαγκάνα» και το μασεί με τα ξύλινα αδοντάκια τζη. Πιάνουνε από την άκρα το κάθε ματσάκι και το χτυπούνε μ’ ένα ξύλο απού το λένε «κοπανίδα» φεύγει ο φλοιός και μένουνε οι κλωστές. Περνούνε απού τα σιδερένια «χερόχτενα» τσι κλωστές τσι ξένουνε και παίρνουνε την αλεκατισιά(24) και τη κλώθουνε ψιλή – ψιλή και κάνουνε το στημόνι τ’ αργαλειού. Τα χοντράδια π’ απομένουνε τα κλώθουνε χοντρή κλωστή και γίνεται το φάδι που μπαίνει ανάμεσα στο στημόνι και υφαίνεται το πανί.

-Κρουσταλιά μου κεινηνά η δαγκάνα απού αναμασεί τα ματσάκια το λινάρι δε σου φαίνεται πως συνεμοιάζει με τη μασέλα τω ν-αθρώπω και ουλουνώ των εχνώς. Η κάτω ξύλινη μασέλα στερεώνεται και είναι ακίνητη, η γιαποπάνω έχει ένα χερούλι και το πιάνομε με τη χέρα μας και το ανεβοκατεβάζομενε επάνω στο μάτσο το λινάρι και κομματιάζεται ανάμεσα στ’ άνω και τα κάτω αδόντια τση ξυλοδαγκάνας.

-Τρίφυλλα θα τα κάμω μάνα, τα χαράρια;

-Ναι παιδί μου και θα ενώνεις τσ’ άκρες με γερή κλωστή καβαλουρίκι(25).

-Να πάρω θέλει μια φουχτέ λιναρόσπορο γιατί τονε χτυπώ στο γουδί, του βάνω μια σταλέ νερό να γενεί ζύμη και αυτό το μπλάστρι, βάνω οπούχω πόνο και με παγουγιέρνει.

Άντε με καλό να ξυφάνεις και του λιναριού τα πάθη να πάθουνε οι γι’ οχθροί μας.

 

 

Λέξεις

(1)  τσιβιδίζουνε = έχουν φαγούρα

(2)  τζιρέ = μια σταγόνα

(3)  μανόγαλο = γάλα από το στήθος της μάνας

(4)  παγουγιέρνει = καταπραϋνει

(5)  ψυχανεμίζομαι = υποψιάζομαι

(6)  γατέω = ξέρω

(7)  γιάντα = γιατί

(8)  ταχυνή = αυγή

(9)  κοντομουρίζω = βρίζω

(10)μαστραχαλιάζει = καταπιέζει

(11)χαζίρικα = έτοιμα

(12) λάγασε = σώπασε

(13) σάικα = σίγουρα

(14) κνουκνουκάς = τεμπελιάζεις

(15) αμολητό = σκέτο

(16) ξόμπλια = πλουμιά

(17) ζούμπερα = μικρά ζώα

(18) διανερίζουνε τα μάτια = θαμπώνουνε

(19) νάκαρα = δύναμη

(20) αδιέρνω = βοηθώ

(21) μονιτάρου = μονομιάς

(22) τσελεπής = λεβέντης

(23) αέττητο = πολύ γερό, ανθεκτικό

(24) αλεκατισιά = ψιλό νήμα

(25) καβαλουρίκι = η μια κλωστή να σκεπάζει την άλλη

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΑΠΟΨΕΙΣ

Τα λιναρο-χαράργια της Ευγενίας Ζαμπετάκη

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ