Αν ρωτούσε κανείς τους περισσότερους πολίτες ποιος φτιάχνει τους νόμους στην Ελλάδα, η απάντηση θα ήταν σχεδόν αυτονόητη: η Κυβέρνηση. Πράγματι, το σύνολο των νόμων που ψηφίζει η Βουλή προέρχεται από κυβερνητικά νομοσχέδια. Είναι άλλωστε λογικό. Η κυβέρνηση διαθέτει τη δημοκρατική νομιμοποίηση να εφαρμόσει το πρόγραμμά της και χρειάζεται τα νομοθετικά εργαλεία για να το κάνει.
Υπάρχει όμως κάτι που λίγοι γνωρίζουν. Το ελληνικό Σύνταγμα δεν δίνει το δικαίωμα να προτείνει νόμους μόνο στην Κυβέρνηση. Το δίνει και στους βουλευτές. Κάθε βουλευτής, μόνος του ή μαζί με άλλους συναδέλφους του, μπορεί να καταθέσει μια ολοκληρωμένη πρόταση νόμου.
Εδώ γεννιέται ένα εύλογο ερώτημα. Αν οι βουλευτές έχουν αυτό το δικαίωμα, γιατί σχεδόν ποτέ δεν βλέπουμε τις προτάσεις τους να συζητούνται σοβαρά στη Βουλή; Πρόκειται, κατά τη γνώμη μου, για ένα από τα πιο υποτιμημένα προβλήματα της λειτουργίας του κοινοβουλευτισμού μας. Το πρόβλημα δεν είναι ότι η Κυβέρνηση νομοθετεί περισσότερο. Αυτό συμβαίνει σε όλες σχεδόν τις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες και αποτελεί φυσική συνέπεια του κοινοβουλευτικού συστήματος. Το πρόβλημα είναι ότι μία αρμοδιότητα που το ίδιο το Σύνταγμα αναγνωρίζει στη Βουλή, στην πράξη συχνά αδρανοποιείται.
Αξίζει εδώ να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Η πρόταση νόμου δεν είναι μία πολιτική ανακοίνωση. Δεν είναι ένα επικοινωνιακό κείμενο για να καταγραφεί μία θέση. Για να κατατεθεί, πρέπει να συνοδεύεται από αιτιολογική έκθεση, από Ανάλυση Συνεπειών Ρύθμισης, να ελέγχεται ως προς τις δημοσιονομικές της επιπτώσεις, να πληροί τους κανόνες της καλής νομοθέτησης και να μπορεί να σταθεί ως ολοκληρωμένο νομοθετικό κείμενο.
Με άλλα λόγια, πρόκειται για πραγματική νομοθετική πρωτοβουλία. Κι όμως, πολλές από αυτές τις προτάσεις παραμένουν για χρόνια στα συρτάρια της Βουλής, χωρίς ποτέ να φθάσουν στην Ολομέλεια προς συζήτηση. Αυτό σημαίνει ότι το Σύνταγμα αναγνωρίζει στη Βουλή μία σημαντική αρμοδιότητα, χωρίς όμως να εγγυάται πάντοτε την ουσιαστική άσκησή της.
Αυτό ακριβώς επιχειρεί να αντιμετωπίσει η συζήτηση για την αναθεώρηση του άρθρου 73 του Συντάγματος. Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας αποτελεί μία σημαντική θεσμική τομή, καθώς κατοχυρώνει για πρώτη φορά στο ίδιο το Σύνταγμα τις αρχές της καλής νομοθέτησης. Αναγνωρίζει ότι η παραγωγή ενός νόμου δεν μπορεί να αποτελεί μία πρόχειρη ή αποσπασματική διαδικασία. Οφείλει να στηρίζεται στη διαφάνεια, στην τεκμηρίωση, στην αξιολόγηση των συνεπειών κάθε ρύθμισης και στον ουσιαστικό κοινοβουλευτικό διάλογο.
Πρόκειται για μία αναγκαία μεταρρύθμιση. Πιστεύω, όμως, ότι μπορούμε να προχωρήσουμε ακόμη ένα βήμα. Αν το ίδιο το Σύνταγμα αναγνωρίζει νομοθετική πρωτοβουλία στη Βουλή, τότε οφείλουμε να δημιουργήσουμε και τις προϋποθέσεις ώστε αυτή να μπορεί να ασκείται πραγματικά.
Για τον λόγο αυτό έχω προτείνει μία συμπληρωματική αναθεώρηση. Να προβλεφθεί ότι μία φορά κάθε μήνα θα συζητούνται εκκρεμείς προτάσεις νόμων και ότι, ύστερα από αίτημα πενήντα βουλευτών ή μιας κοινοβουλευτικής ομάδας που εκπροσωπεί τουλάχιστον το ένα δέκατο του Σώματος, δύο τουλάχιστον προτάσεις νόμων σε κάθε κοινοβουλευτική σύνοδο θα εισάγονται υποχρεωτικά προς συζήτηση και ψήφιση.
Η πρόταση αυτή δεν αφαιρεί καμία αρμοδιότητα από την Κυβέρνηση. Δεν ανατρέπει την αρχή της δεδηλωμένης. Δεν υποχρεώνει την πλειοψηφία να ψηφίσει τις προτάσεις της μειοψηφίας. Υποχρεώνει, όμως, το Κοινοβούλιο να τις εξετάσει και να αποφανθεί επ' αυτών.
Η διαφορά είναι ουσιώδης. Ας φανταστούμε, για παράδειγμα, ότι πενήντα βουλευτές καταθέτουν μία ολοκληρωμένη πρόταση νόμου για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας ή για τη στήριξη της περιφερειακής ανάπτυξης. Έχουν προηγηθεί μελέτες, έχει εκτιμηθεί το δημοσιονομικό κόστος, έχουν τηρηθεί όλες οι απαιτήσεις της καλής νομοθέτησης. Σήμερα δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι αυτή η πρόταση θα φθάσει ποτέ στην Ολομέλεια. Η πρότασή μας δεν επιβάλλει να γίνει νόμος. Επιβάλλει μόνο να συζητηθεί και να κριθεί δημοκρατικά.
Ανάλογος προβληματισμός υπάρχει και για τις βουλευτικές τροπολογίες. Δεν χρειαζόμαστε περισσότερες τροπολογίες ούτε χαλάρωση των κανόνων. Χρειαζόμαστε ένα σαφές, διαφανές και προβλέψιμο πλαίσιο, ώστε όσες πληρούν τις συνταγματικές και κανονιστικές προϋποθέσεις να εξετάζονται με αντικειμενικούς κανόνες και όχι να εξαρτώνται από περιστασιακές πρακτικές.
Όλα αυτά έχουν έναν κοινό στόχο. Να αναβαθμίσουν ουσιαστικά τον ρόλο του βουλευτή. Όχι γιατί οι βουλευτές χρειάζονται περισσότερη εξουσία. Αλλά γιατί η δημοκρατία χρειάζεται μία Βουλή που να μην περιορίζεται στην έγκριση κυβερνητικών νομοσχεδίων. Μία Βουλή που να μπορεί να παράγει ιδέες, να καταθέτει τεκμηριωμένες προτάσεις, να εμπλουτίζει τον δημόσιο διάλογο και να συμβάλλει δημιουργικά στη διαμόρφωση της νομοθεσίας.
Μία ισχυρή Κυβέρνηση και μία ουσιαστικά ενεργή Βουλή δεν είναι αντικρουόμενες έννοιες. Είναι οι δύο όψεις της ίδιας ώριμης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Γιατί, τελικά, η ποιότητα των νόμων δεν εξαρτάται μόνο από το ποιος κυβερνά. Εξαρτάται και από το πόσο ουσιαστικά συμμετέχει το ίδιο το Κοινοβούλιο στη διαμόρφωσή τους. Και αυτό δεν είναι ζήτημα δικαιωμάτων των βουλευτών. Είναι ζήτημα ποιότητας της δημοκρατίας μας.
