ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΑΡΚΕΙΑΣ ΤΟΥ ΥΔΡΟΦΟΡΟΥ ΟΡΙΖΟΝΤΑ
Μέχρι πριν από λίγες μόλις εβδομάδες ο νομός Ρεθύμνου βρισκόταν αντιμέτωπος με μια από τις πιο ανησυχητικές περιόδους λειψυδρίας των τελευταίων ετών. Οι χαμηλές στάθμες σε φράγματα και υδάτινους πόρους σε συνδυασμό με τα σαφή σημάδια ξηρασίας είχαν σημάνει συναγερμό σε αρχές και παραγωγικούς φορείς. Οι πρόσφατες βροχοπτώσεις όμως φαίνεται να αλλάζουν τα δεδομένα, δημιουργώντας ένα συγκρατημένο αλλά ουσιαστικό κλίμα αισιοδοξίας για την επερχόμενη καλοκαιρινή και τουριστική περίοδο.
Η εικόνα των τελευταίων ημερών δίνει λόγους ανακούφισης, καθώς οι βροχοπτώσεις αποδείχθηκαν καθοριστικές για την αποκατάσταση της υδατικής ισορροπίας στην περιοχή. Όπως τόνισε ο πρόεδρος του Οργανισμού Ανάπτυξης Κρήτης Θοδωρής Νίνος, «οι τελευταίες βροχοπτώσεις ήταν εξαιρετικά χρήσιμες και αποδοτικές γιατί η ένταση των φαινομένων και τα ύψη βροχής κατά τη διάρκεια των τελευταίων ημερών ήταν κατανεμημένα όσο πιο καλά γινόταν, ώστε η μέγιστη ποσότητα νερού να φτάνει είτε στους υπόγειους υδροφορείς, είτε σε επιφανειακά έργα υποδομών που έχουμε για ταμίευση του νερού».
Το αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης αποτυπώνεται ήδη στις βασικές υδατικές υποδομές του νομού. «Έτσι, το αποτέλεσμα αυτών των καλών βροχοπτώσεων είναι να φτάσει το Φράγμα Ποταμών στα 19 εκ. κυβικά, προσεγγίζοντας μια πληρότητα της τάξεως του 88%», ανέφερε χαρακτηριστικά, επισημαίνοντας την ουσιαστική ενίσχυση των αποθεμάτων.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στη λίμνη του Κουρνά, όπου η κατάσταση δείχνει να σταθεροποιείται. Όπως σημείωσε ο ίδιος, «ενώ είχε ανακοπεί η ανοδική πορεία που είχε ο όγκος του νερού εντός της λίμνης, φαίνεται ότι ομαλοποιείται και πάλι η κατάσταση και αυξάνεται η διαθέσιμη ποσότητα». Ωστόσο ξεκαθάρισε ότι υπάρχει ακόμη απόσταση από το επιθυμητό επίπεδο, τονίζοντας ότι «έχουμε ακόμα δρόμο για να φτάσουμε το όριο ασφαλείας που έχουμε θέσει που είναι τα συν 5 μέτρα στο φρεάτιο του οργανισμού».
Παρά ταύτα, η εκτίμηση για το άμεσο μέλλον είναι θετική. «Με αυτόν τον καιρό που έχουμε μπροστά μας, με βάση τις προβλέψεις και των επόμενων 15 ημερών, νομίζω θα το φτάσουμε και αυτό», υπογράμμισε, προσθέτοντας ότι η λίμνη είχε βρεθεί σε οριακή κατάσταση, αφού «είχαμε πραγματικά φτάσει στο πιο χαμηλό σκαλί. Πάντως το ευχάριστο είναι ότι τώρα είναι σταθερά ανοδικά».
Η προοπτική για την τουριστική σεζόν συνδέεται άμεσα με τα επίπεδα της λίμνης. «Εάν ξεκινήσουμε τη σεζόν με υψόμετρο στο φρεάτιο στα 5 μέτρα θεωρούμε ότι το καλοκαίρι δεν θα έχουμε κανένα πρόβλημα», δήλωσε, επισημαίνοντας παράλληλα τη σημασία της υπεύθυνης στάσης όλων. «Κρατώντας βέβαια και τη συμπεριφορά των καταναλωτών αλλά την υπεύθυνη στάση που κράτησαν και οι ΤΟΕΒ την προηγούμενη χρονιά».
Σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί ο στόχος, έχει ήδη σχεδιαστεί εναλλακτικό πλάνο. «Στο ακραίο σενάριο που δεν θα έχουμε την αφετηρία των 5 μέτρων στον Κουρνά, θα γίνουν συναντήσεις, οι οποίες έχουν ούτως ή άλλως προγραμματιστεί για την ερχόμενη εβδομάδα», ανέφερε, εξηγώντας ότι οι συνεννοήσεις θα γίνουν αρχικά με τη ΔΕΥΑ Αποκορώνου και κατόπιν με τη ΔΕΥΑ Ρεθύμνου και αφού ολοκληρωθούν αυτές οι δύο συναντήσεις θα πραγματοποιηθεί συνάντηση και με τους ΤΟΕΒ που αρδεύονται από τη λίμνη Κουρνά. «Η συνεννόηση θα γίνει με βάση τις διαθέσιμες ποσότητες και θα βγει ένας προγραμματισμός για τις μέρες αλλά και τις ποσότητες που θα είναι διαθέσιμες για χρήση από τους ΤΟΕΒ».
Ο ίδιος εμφανίστηκε αισιόδοξος για την έκβαση της χρονιάς, σημειώνοντας ότι «είμαι αισιόδοξος κι έχοντας και την εμπειρία και των προηγούμενων ετών ότι με συνεργασία και συνεννόηση θα μπορέσουμε να έχουμε μια κανονική χρονιά». Ωστόσο έστειλε σαφές μήνυμα ότι τίποτα δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο. «Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι θα έχουμε μια κανονική χρονιά εάν εξακολουθήσουμε να εφαρμόζουμε τις καλές πρακτικές που είχαμε το 2025».
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η βελτίωση της υγρασίας του εδάφους, η οποία επηρεάζει άμεσα την αγροτική παραγωγή. «Δεν είμαστε σε φάση ξηρασίας πλέον στην Κρήτη. Με δεδομένο ότι η κρίσιμη στρώση που δίνει ή δεν δίνει υδατικό στρες στις καλλιέργειες, έχει πλέον την υγρασία που συνάδει με την εποχή. Δεν υπάρχει πλέον η εικόνα των περασμένων δύο μηνών που η στρώση από τα 20 εκατ. μέχρι το 1 μέτρο βάθος παρέπεμπε σε ξηρασία», δήλωσε, τονίζοντας ότι «ευτυχώς έχει αναστραφεί πλήρως αυτή η εικόνα».
Παράλληλα, ο κ. Νίνος αναφέρθηκε και στις προκλήσεις που σχετίζονται με τις εναλλακτικές λύσεις υδροδότησης. Όπως εξήγησε, «στο Ρέθυμνο δεν είναι τόσο διαδεδομένη η χρήση θαλασσινού νερού ούτε μέσω αφαλάτωσης», επισημαίνοντας ότι υπάρχουν σημαντικά εμπόδια. «Υπάρχουν πολλά προβλήματα αδειοδότησης αυτών των εγκαταστάσεων και απαιτούνται και μετατροπές στη λειτουργία των βιολογικών καθαρισμών των ξενοδοχείων. Άρα δεν είναι κάτι που μπορεί να εύκολα να εφαρμοστεί».
Ωστόσο, το ενδιαφέρον παραμένει ενεργό και ενδέχεται να ενισχυθεί. «Θεωρώ ότι θα υπάρξει ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν απλοποιηθεί ή διασαφηνιστεί η διαδικασία που ισχύει σήμερα, η οποία είναι πολύπλοκη και χρονοβόρα», ανέφερε, διευκρινίζοντας ότι η προσοχή πρέπει να είναι στραμμένη και στο μέλλον. «Μπορεί φέτος να φαίνεται ότι θα έχουμε μια ήρεμη χρονιά, όμως το βλέμμα πρέπει να είναι μπροστά στα επόμενα χρόνια».
Ως πιο βιώσιμη λύση ο ίδιος προκρίνει την επανάχρηση του νερού. «Προσωπικά προκρίνω έναντι της αφαλάτωσης τη λύση της επανάχρησης του νερού μέσω τριτοβάθμιας επεξεργασίας», σημείωσε, εξηγώντας ότι ήδη «σχεδόν το σύνολο των μεγάλων ξενοδοχείων του νομού Ρεθύμνης έχουν τριτοβάθμια επεξεργασία». Το νερό αυτό, όπως τόνισε, μπορεί να αξιοποιηθεί σε πολλαπλές χρήσεις, καθώς «είναι απολύτως ασφαλές. Θα μπορούσε για παράδειγμα να χρησιμοποιηθεί για υπεδάφεια και επιφανειακή άρδευση, ή και καζανάκια των δωματίων. Μάλιστα θα μπορούσε να εξελιχθεί ακόμα περισσότερο και να χρησιμοποιηθεί ακόμα και για την καθαριότητα των κοινόχρηστων χώρων.»
Καταλήγοντας, επεσήμανε την ανάγκη αλλαγών στο θεσμικό πλαίσιο και στη νοοτροπία, τονίζοντας ότι σήμερα «σχεδόν στο 90% επιστρέφει στη θάλασσα» ένα πολύτιμο υδάτινο απόθεμα που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί.
Η συνολική εικόνα στο Ρέθυμνο δείχνει να βελτιώνεται αισθητά, χωρίς όμως περιθώρια εφησυχασμού. Οι βροχές έδωσαν την πολυπόθητη ανάσα, αλλά η διασφάλιση της επάρκειας νερού για το καλοκαίρι και τα επόμενα χρόνια θα εξαρτηθεί από τη συνέχιση της υπεύθυνης διαχείρισης και τον έγκαιρο σχεδιασμό.
