ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΡΕΘΥΜΝΟ

Αποχαιρετισμός στον παπά Μανώλη του Μέρωνα

0

Το βλέμμα από τα όμορφα σπινθηροβόλα μάτια του, δυνατό, διεισδυτικό, ήταν η πρώτη εντύπωση από τον παπά -Μανώλη Βαμιεδάκη  όταν τον γνώριζες. Βάδιζε στητός με σταθερό ζάλο και με το ράσο του ν’ ανεμίζει πίσω του κι είχε την χαρακτηριστική κρητική θωριά την τόσο ξεχωριστή που μέλλεται να χαθεί μαζί με τις παλιότερες γενιές και που θα μείνει στην απώτερη μνήμη, ίσως και σε κάποιες παλιές φωτογραφίες. Ζούσε και ιερουργούσε στον Μέρωνα, ένα από τα ορεινά χωριά του μαγευτικού Αμαρίου που κοσμεί το κέντρο του νομού Ρεθύμνης, στον τόπο όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε, και που αγάπησε με πάθος.

Η αμεσότητα και η απλότητα με την οποία σου απευθυνόταν σύντομα διαπίστωνες ότι έκρυβε πίσω της έναν χαρακτήρα ευθύ, θεληματικό και μια προσωπικότητα ισχυρή και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Δεν ήταν απλώς «ο παπάς του χωριού» ο αγαπητός και σεβαστός απ’ όλους που σ’ αυτόν προσέτρεχαν οι συντοπίτες του σε κάθε πρόβλημα ή δυσκολία για να βρουν στήριγμα και πολύτιμη συμβουλή. Ήταν κάτι πολύ περισσότερο κι αυτό το μαρτυρούσε η όλη πορεία του από τα πρώτα ήδη νεανικά του χρόνια.

Αυτό το όμορφο και πανέξυπνο κρητικόπουλο με την ανήσυχη φύση, αφήνοντας πίσω του με την ενηλικίωσή του την θαλπωρή ενός πολύτεκνου κρητικού νοικοκυρόσπιτου, βρέθηκε αρχές της δεκαετίας του ’70 φοιτητής στην Θεολογική σχολή της Αθήνας, σ’ ένα πρωτόγνωρο αστικό περιβάλλον και  με ανοιχτό μπροστά του τον δρόμο της γνώσης. Αυτό που όμως είναι αξιοθαύμαστο, είναι ότι δεν περιορίστηκε σ’ ό,τι του προσέφερε το πρώτο τη τάξει πανεπιστήμιο της χώρας. Χάρη στην έμφυτη φιλομάθειά του και με εφαλτήριο τις ακαδημαϊκές του σπουδές, βάλθηκε να πλουτίσει τις γνώσεις του γύρω και από άλλα γνωστικά αντικείμενα με πάντα κεντρικό εκείνο της ελληνικής γλώσσας την οποία λάτρευε. Η αγάπη του για τα κείμενα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας που χρονολογείται από εκείνα τα χρόνια, και η συνήθεια του να εντρυφεί σ’ αυτά, αποδείχθηκε ισόβια. Στον ελεύθερο χρόνο του απολάμβανε να τα μελετά και να αντλεί απ’ αυτά πνευματικό πλούτο και διδάγματα που ενσωμάτωνε στον ποιμενικό του βίο προς όφελος του πιστού ποιμνίου του.

Στις συντροφιές με συντοπίτες αλλά και πολυάριθμους φίλους που καθημερινά συναναστρεφόταν με την χαρακτηριστική ακτινοβόλα κοινωνικότητά του, ο τρόπος που συζητούσε και που συχνά αποκτούσε μια θυμοσοφική χροιά δεν έπρεπε να ξεγελά τον συνομιλητή του. Πίσω του υπήρχε ένα υπόβαθρο γνώσης που λίγοι διαθέτουν. Το σπίτι του, όμορφο, φιλόξενο και νοικοκυρεμένο όσο λίγα, ήταν το ησυχαστήριό του τις ώρες ανάπαυσης αλλά και το κέντρο οργάνωσης των πολλών και ποικίλων δραστηριοτήτων του. Ψυχή του η πρεσβυτέρα Φωτεινή, μια υπέροχη γυναίκα που συνέδεσε από έφηβη ακόμη την ζωή της μ’ εκείνη του πολυαγαπημένου της παπά Μανώλη. Σαν άλλη Εστιάδα φρόντιζε για την εύρυθμη λειτουργεία ενός σπιτικού με πολλές απαιτήσεις, καθότι άνοιγε τις πόρτες του ακόμη και σε «ξενομερίτες». Τέτοιοι κι εμείς, ο σύζυγός μου κι εγώ, περάσαμε το κατώφλι του πρώτη φορά πριν από δεκαπέντε χρόνια απολαμβάνοντας την ξεχωριστή φιλοξενία του. Έκτοτε έχοντας την τύχη και την χαρά να γνωρίσουμε καλύτερα τον ίδιο και την οικογένειά του, ευτυχήσαμε να δεθούμε μαζί του με ισχυρούς δεσμούς φιλίας και αγάπης. Θα θυμόμαστε πάντα με νοσταλγία κάποιες κρύες νύχτες του χειμώνα την φιλική «μάζωξη» γύρω από το μεγάλο τζάκι ενώ πλάι μας στρωνόταν το πάντα πλούσιο τραπέζι ή τα καλοκαίρια την μοναδική ατμόσφαιρα της όμορφης και φροντισμένης αυλής με τον τεράστιο ξυλόφουρνο απ’ όπου έβγαιναν τα λαχταριστά εδέσματα της χαρακτηριστικής αμαριώτικης κουζίνας, στην οποία η κυρία Φωτεινή είναι άφθαστη. Και βέβαια εκείνον, κεντρική μορφή της συντροφιάς να διευθύνει την συζήτηση πλουτίζοντάς την με τον μεστό λόγο του όπου κυρίαρχο θέμα αποτελούσε συνήθως η προώθηση σχεδίων σχετικών με την πρόοδο και την τουριστική ανάπτυξη του χωριού του και της περιοχής. Με ενθουσιασμό άλλωστε συμμερίστηκε εξ αρχής την όλη προσπάθειά μας για ανάδειξη του Αμαρίου ως ανερχόμενου οικοπεριηγητικού προορισμού.

Η δραστηριότητα αυτού του ξεχωριστού ιερέα της κρητικής υπαίθρου παρότι σημαντική, αξίζει να αναφερθεί ότι έδινε προέκταση και σε πολλές άλλες. Δεν είχε απλώς αποδυθεί σ’ έναν αγώνα να αναδείξει την αγαπημένη του γενέτειρα έξω από τα όρια του νομού και του νησιού, ακόμη και της ελληνικής επικράτειας με κάθε πρόσφορο ή και ευφάνταστο ακόμη τρόπο - μιλούσε πάντα για την «παγκοσμιότητα» του Μέρωνα - αλλά αγωνίστηκε με όλες του τις δυνάμεις να προσφέρει σημαντικό κοινωνικό και πολιτιστικό έργο. Παράλληλα με την φροντίδα του ποιμνίου του, που βεβαίως στην καθημερινότητά του είχε πρωτεύουσα θέση, και καθώς διέθετε σπάνια οργανωτική ικανότητα, συμμετείχε σε κάθε δραστηριότητα που στόχευε στην   πρόοδο της ευρύτερης περιοχής με θαυμαστά αποτελέσματα. Με όπλο την προσωπική του ακτινοβολία και αξιοποιώντας στο έπακρο τις πολλές γνωριμίες του με άτομα κύρους, ή οικονομικής ισχύος, και με όπλο την προσωπική του γοητεία και τον πειστικό του λόγο, κατόρθωνε πάντα να φτάνει τον στόχο του, επιτυγχάνοντάς σημαντικό έργο, όπως την φροντίδα και ανάδειξη τοπικών μνημείων μεγάλης αξίας και την συντήρηση αρκετών από τις πολυάριθμες  βυζαντινές εκκλησίες που διαθέτει η περιοχή. Αντικείμενο ιδιαίτερης μέριμνας του παππά Μανώλη υπήρξε η παλαιά εκκλησία του χωριού, η Παναγία του Μέρωνα, που σύμφωνα πάντα με αυτόν, ήταν εκείνη που έδωσε το όνομά της στο χωριό. Δεσπόζει σε περίοπτη θέση με εκπληκτική θέα προς τον Ασωμαθιανό κάμπο, στεγάζει την παμπάλαιη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας – που «ήλθε να μερώσει στον τόπο τούτο» -  κι είναι κατάγραφη με ανυπολόγιστης αξίας αγιογραφίες του 15ου αιώνα οι οποίες έχουν αποτελέσει κατά καιρούς αντικείμενο πολλών και αξιόλογων μελετών. Τον ναό αυτό για τον οποίο ήταν ιδιαίτερα υπερήφανος, τον λάτρευε και φρόντιζε ακάματα για την συντήρησή και την προβολή του. Τον θυμάμαι να λάμπει από χαρά το Πάσχα του 2019 στην μετά από πολλά χρόνια πρώτη αναστάσιμη ακολουθία στον κατάμεστο από κόσμο μεγάλο περίβολο του ναού της Παναγίας, όπου η μαγευτική κι απίστευτα μελωδική φωνή του δονούσε τον νυχτερινό αέρα δίνοντας άλλη διάσταση στην γιορτινή βραδιά.

Ο πρόωρος θάνατός αυτού του σπάνιου σε χαρίσματα ανθρώπου, συγγενείς αλλά και απλούς γνώριμους καθώς και φίλους όπου γης, όλους όσοι τον γνωρίσαμε και τον αγαπήσαμε μας έθλιψε βαθύτατα. Τον βρήκε στα εβδομήντα τέσσερα χρόνια του, σε μια στιγμή όχι δύσης του βίου του, αλλά πλήρους ακμής και κοινωνικής δράσης. Ναι, ο αγαπημένος παπά Μανώλης του Μέρωνα έφυγε περιτριγυρισμένος από την όμορφη οικογένεια που ευτύχησε να δημιουργήσει, την λατρευτή του Φωτεινή και τις τρείς υπέροχες κόρες του, την Βίκυ, την Ειρήνη, την Μαρίνα, τους ακριβούς και πανέμορφους εγγονούς του και τους δυο θαυμάσιους γαμπρούς του που τον αγαπούσαν βαθιά και τον σέβονταν, νικημένος από την ασθένεια που τον κτύπησε, αλλά όχι απόμαχος. Μέχρι την τελευταία στιγμή έκανε σχέδια, οργάνωνε καινούριες δραστηριότητες και έδινε τα «φώτα» του και τις πολύτιμες συμβουλές του για ό,τι είχε δρομολογηθεί και αφορούσε την πρόοδο και την ανάπτυξη του λατρευτού του τόπου.

Στις 16 του Ιούλη ο παπά Μανόλης του Μέρωνα συνάντησε τους ουράνιους κήπους του πλάστη του, όπου όλοι ευχόμαστε να είναι η ψυχή του αναπαυμένη, όμως ο δικός του ο κόσμος όσο ζούσε ανάμεσά μας, ήταν ο μικρός όμορφος λουλουδιασμένος κήπος του σπιτιού του απ’ όπου αγκάλιαζε με το βλέμμα του την επιβλητική όψη των κορφών του Ψηλορείτη, του Κέδρου και της Σάμιτου, και στα ριζά τους την γαλήνια αμαριώτικη κοιλάδα, τον τόπο όπου γεννήθηκε, ανδρώθηκε και λάτρεψε με πάθος. Τον δικό του επίγειο παράδεισο.

 

Ειρήνη Κουρουπάκη - Τσακαλάκη

 

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΡΕΘΥΜΝΟ

Αποχαιρετισμός στον παπά Μανώλη του Μέρωνα

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ