Η πιστή εφαρμογή των αντισεισμικών κανονισμών, οι συχνοί έλεγχοι των κτιρίων, η ετοιμότητα της πολιτικής προστασίας σε όλα τα επίπεδα και η ενημέρωση του κόσμου, είναι αυτά που οφείλει η συντεταγμένη πολιτεία να ακολουθήσει, ώστε να μην δούμε στην χώρα μας εικόνες, όπως αυτές που εδώ και δύο εβδομάδες έρχονται και συγκλονίζουν από την Τουρκία και την Συρία.
Η Ελλάδα είναι μια σεισμογενής περιοχή και μπορεί οι ειδικοί επιστήμονες να είναι καθησυχαστικοί ως προς την εκδήλωση σεισμικών φαινομένων μεγέθους 8 ρίχτερ και άνω, όμως αφενός ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος και αφετέρου μεγέθη της τάξης 7 ή 7,5 ρίχτερ δεν είναι απίθανο να συμβούν.
Άρα, η πιστή εφαρμογή του νέου αντισεισμικού κανονισμού, του περισσότερου γνωστού ως σχεδίου «Ξενοκράτης», έρχεται να αποτελέσει ένα επίκαιρο ζήτημα για όλους τους εμπλεκόμενους φορείς στην Ελλάδα αλλά και στην Κρήτη. Διότι το νησί μας, είναι εκείνο, για στο οποίο αντίστοιχου μεγέθους με την Τουρκία σεισμοί, έχουν καταγραφεί κατά το ιστορικό παρελθόν.
Είναι μικρή η πιθανότητα, όμως, μια ισχυρή σεισμική δόνηση όπως αυτή που ισοπέδωσε τόσες πόλεις στην Τουρκία και στην Συρία, είναι δυνατόν να συμβεί και στην Κρήτη καθώς έχουν καταγραφεί κατά το παρελθόν. Αυτό υποστηρίζει ο καθηγητής του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, γεωλόγος, κ. Χαράλαμπος Φασουλάς, ο οποίος τονίζει, ότι στατιστικά, όμως, κάτι τέτοιο, συμβαίνει πολύ σπάνια. Δηλαδή, στο νησί μας ένας τέτοιος καταγράφηκε το 365 μ.Χ. και ακολούθως το 1926 νότια της Ρόδου. Είναι φαινόμενα δηλαδή, που επαναλαμβάνονται μετά από πολλούς αιώνες.
«Σεισμοί αντίστοιχου μεγέθους με την Τουρκία έχουν συμβεί στην Κρήτη. Έχουν δε συμβεί και μεγαλύτερου μεγέθους» δήλωσε στο «Ρέθεμνος» ο κ. Φασουλάς για να συμπληρώσει: «Έχουμε καταγραφές ιστορικές αλλά και από σεισμογράφους, για σεισμούς που ξεπέρασαν τα 8 ρίχτερ. Για παράδειγμα ο σεισμός που έγινε το 365 μ.Χ. και που έχει καταγραφεί από περιηγητές, είναι γνωστό πως ακολούθησε τσουνάμι και κατέστρεψε όλες τις πόλεις του νησιού, εκτιμάται πως ξεπέρασε το 8 ρίχτερ και πιθανόν να ήταν μεγέξους 8,2 ή 8,3 ρίχτερ. Το θέμα είναι πως αυτού του μεγέθους οι σεισμοί που είναι κοντά ή ξεπερνούν τα 8 ρίχτερ και συνήθως γίνονται νότια της Κρήτης, της Πελλοπονήσου και της Ρόδου, έχουν μία περίοδο επανάληψης περίπου 500 με 600 χρόνια. Ο τελευταίος τέτοιος σεισμός έγινε το 1926 νότια της Ρόδου οπότε για τέτοια μεγέθη, μάλλον έχουμε μπροστά μας πολλά χρόνια για να έχουμε εκδήλωση τέτοιων φαινομένων. Δεν είναι απίθανο αλλά τηρουμένων των στατιστικών στοιχείων φαίνεται ότι δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος για τα αμέσως επόμενα χρόνια. Θα χρειαστούν μάλλον κάποιοι αιώνες».
ΟΙ ΜΙΚΡΟΤΕΡΟΙ ΣΕΙΣΜΟΙ ΚΑΙ ΤΟ ΑΡΚΑΛΟΧΩΡΙ
Και μπορεί να είναι σπάνιο το μέγεθος των 8 ρίχτερ, όμως δεν είναι τόσο σπάνιο το μέγεθος των 7 ρίχτερ! Εκεί επικεντρώνεται το επιστημονικό ενδιαφέρον καθώς όπως τονίζει ο κ. Φασουλάς, «το θέμα είναι ότι έχουμε σεισμούς μικρότερου μεγέθους, δηλαδή 7 με 7,5 ρίχτερ γύρω από την Κρήτη, οι οποίοι ανά πάσα ώρα και στιγμή μπορεί να συμβούν. Δεν έχουμε για αυτούς καλή στατιστική εικόνα, γιατί δεν έχουμε καλή εκτίμηση για το που έγιναν, που ήταν τα επίκεντρα τους - ως προς τα ιστορικά δεδομένα μιλάμε - άρα είναι πιθανόν να έχουμε ένα σεισμό γύρω στα 7 ρίχτερ στην Κρήτη. Το ευτύχημα είναι, ότι σύμφωνα με τα δεδομένα που έχουμε, τόσο μεγάλοι σεισμοί στην Κρήτη γίνονται συνήθως υποθαλάσσια, άρα, μακριά από τις κατοικημένες περιοχές». Κατά συνέπεια. Δεν περιμένουμε πολύ μεγάλες εντάσεις και προβλήματα όπως αυτά που δημιουργήθηκαν στο Αρκαλοχώρι ή με αυτά που είδαμε στην Τουρκία πρόσφατα».
Η περίπτωση του Αρκαλοχωρίου είναι η πιο πρόσφατη στο νησί μας και έδειξε πως καταστροφές είναι δυνατόν να συμβούν και με μικρότερες εντάσεις. Πάνω σε αυτό, ο κ. Φασουλάς επισήμανε, ότι «Στο Αρκαλοχώρι είχαμε μία περίπτωση, η οποία είχε κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Ο σεισμός έγινε ακριβώς κάτω από τον οικισμό και έδωσε πολύ μεγάλες εντάσεις. Οι μετρήσεις που έγιναν στο Αρκαλοχώρι δείχνουν εντάσεις της τάξης των 7,5 ρίχτερ, που δεν τους παρατηρούμε συχνά σε σεισμούς».
Αναφορικά με τις ζημιές που καταγράφηκαν από την σεισμική δραστηριότητα στο Αρκαλοχώρι, ο κ. Φασουλάς τόνισε, ότι «οι ζημιές στο Αρκαλοχώρι καταγράφηκαν κυρίως στα παλιά και όχι στα καινούργια κτίρια. Δηλαδή φαίνεται, ότι τα κτίρια που χτίζονται με τους καινούργιους αντισεισμικούς κανονικούς κανονισμούς αντέχουν. Το πρόβλημα είναι με τα πετρόκτιστα. Αυτά που ήταν με μπετόν και οπλισμένο σκυρόδεμα δεν είχαν πρόβλημα. Οι πολλές ζημιές έγιναν στα παλιά πετρόκτιστα κτίρια και εκεί είναι ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα γιατί έχουμε αρκετά τέτοια κτίρια όχι μόνο στην Κρήτη ρε σε ολόκληρη την Ελλάδα».
Τόνισε, επιπλέον, ότι «Και οι σεισμοί, οι οποίοι είχαν γίνει στη Λευκάδα στην Κεφαλονιά πριν από μερικά χρόνια αλλά και οι σεισμοί που έγιναν στην Ανατολική Ελλάδα, στη Σάμο και στη Λέσβο, έδειξαν, ότι το πρόβλημα υπάρχει στα παλιά πετρόκτιστα κτίρια. Γενικά, αυτά τα κτίρια που έχουν κτιστεί μετά το 1987 με τον καινούργιο αντισεισμικό σχεδιασμό, τουλάχιστον, αναμένουμε να μην οδηγήσουν σε ολικές καταρρεύσεις, όπως αυτές που είδαμε στην Τουρκία. Και εκεί είναι το κρίσιμο ζήτημα, να μην έχουμε ολικές καταρρεύσεις κτιρίων. Αυτό είναι που προσπαθούν να αποτρέψουν οι αντισεισμικοί κανονισμοί. Το πρόβλημα είναι, ότι εμείς στην Ελλάδα και σε μεγάλο βαθμό στην Κρήτη, έχουμε αρκετές και πολλές αυθαίρετες κατασκευές. Αυτές οι αυθαίρετες κατασκευές δεν ξέρουμε πώς θα αντιδράσουν γιατί κανένας δεν έλεγξε την κατασκευή τους».
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΛΕΓΧΘΟΥΝ ΟΛΑ ΤΑ ΚΤΙΡΙΑ
Σύμφωνα με τον κ. Φασουλά αλλά και το σύνολο της επιστημονικής κοινότητας στην Ελλάδα υπάρχει αντισεισμικός κανονισμός, πρόσφατα ανανεωμένος και προβλέπει αυστηρούς κανόνες δόμησης αλλά και σειρά ευθυνών για την κεντρική διοίκηση, την αυτοδιοίκηση και βεβαίως το σύνολο της λεγόμενης «πολιτικής προστασίας». Υπάρχει, δηλαδή, ένα μνημόνιο ενεργειών για το πώς θα προστατέψεις το δομημένο περιβάλλον αλλά και για το τι πρέπει να κάνει και ποιος, όταν εκδηλωθεί ένα σεισμικό φαινόμενο.
Εκείνο που αποτελεί σοβαρό ζήτημα είναι τα υπάρχοντα και κυρίως τα πριν του 1987 κτίρια, τα οποία πρέπει στο σύνολο τους να ελέγχονται συχνά. Ειδικά τα δημόσια και τα κοινής ωφέλειας, όπως είναι τα σχολεία και τα νοσοκομεία.
«Η οργανωμένη Πολιτεία οφείλει να ελέγξει όλα τα δημόσια κτίρια που χρησιμοποιούνται ως προς τη στατική τους επάρκεια. Σε ό,τι αφορά τα σχολεία, ένας μεγάλος αριθμός έχει ελεγχθεί από τον ΟΑΣΠ αλλά όχι όλα και δεν ξέρουμε σε τι βαθμό έχουν γίνει οι αντίστοιχοι έλεγχοι σε νοσοκομεία σε δημόσιες υπηρεσίες και κοινής ωφέλειας κτίρια. Δεν είναι απολύτως βέβαιο για το κατά πόσον έχουν προχωρήσει στους αντίστοιχους ελέγχους» δήλωσε ο κ. Φασουλάς στο «Ρέθεμνος» και τόνισε, ότι «Υποτίθεται, ότι οι δήμοι έχουν προσαρμόσει τον αντισεισμικό τους σχεδιασμούς στο νέο σχέδιο «Ξενοκράτης» και ότι γίνονται όλοι οι έλεγχοι, που πρέπει να γίνονται και ότι είναι μέσα από την πολιτική προστασία προετοιμασμένοι όπως και η περιφέρεια για να αντιμετωπιστούν έκτακτες καταστάσεις. Ελπίζουμε να λειτουργήσουν όλα αυτά σωστά, όταν χρειαστεί».
«Ο ΕΓΚΕΛΑΔΟΣ»
Ο «Εγκέλαδος» είναι ένα πρόγραμμα που εφαρμόζεται με επιτυχία στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης και αποτελεί μέσο εξοικείωσης για το φαινόμενο του σεισμού. Παρέχει πληροφορίες για την κατανόηση του φαινομένου, ενημερώνει για την σωστή αντιμετώπιση και παράλληλα προσομοιώνει πραγματικούς σεισμούς.
Πρόκειται για έναν Σεισμικό Προσομοιωτή, ο οποίος αναπαριστάνει μία σχολική αίθουσα. Οι επισκέπτες καθισμένοι σε θρανία μαθαίνουν για το φαινόμενο του σεισμού και τη σεισμικότητα της ανατολικής Μεσογείου. Κατάλληλα διαμορφωμένα προγράμματα σε συνεργασία με τον Ο.Α.Σ.Π., στην ελληνική και αγγλική γλώσσα, προσφέρουν τη δυνατότητα στους επισκέπτες να νιώσουν σεισμούς μέχρι και 6 Richter και παράλληλα να πληροφορηθούν για τους τρόπους προστασίας και τις ορθές πρακτικές αντιμετώπισής τους. Τα προγράμματα λειτουργούν καθημερινά και το σαββατοκύριακο.
Στα πλαίσια της αύξησης της ευαισθητοποίησης, της βελτίωσης των γνώσεων σχετικά με τους σεισμούς, της εκπαίδευσης των σχετικών ομάδων (εκπαιδευτικοί, γονείς, εθελοντές και φορείς πολιτικής προστασίας) στις βέλτιστες πρακτικές και την ενδεδειγμένη αντίδραση σε περίπτωση σεισμικής δραστηριότητας, το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης συντονίζει το πρόγραμμα RACCE. Το πρόγραμμα χρηματοδοτείται από την Υπηρεσία Πολιτικής Προστασίας 2010, πρωτοβουλία της ΕΕ.
