Η Ελλάδα ως προς το βιοτικό επίπεδο των πολιτών της, κατατάσσεται στην 32η θέση ανάμεσα στα 40 κράτη, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΟΟΣΑ. Μάλιστα η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων έχει σημαντικά υποχωρήσει, με αποτέλεσμα η χώρα μας να βρίσκεται στην 23η θέση ανάμεσα στα 27 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως έδειξε η πρόσφατη έρευνα της EUROSTAT. Αξιοσημείωτο είναι, ότι στην ευρωπαϊκή κατάταξη μετά από μας ακολουθούν η Πολωνία, Ρουμανία, Ουγγαρία, Βουλγαρία.
Το χαμηλό βιοτικό επίπεδο αλλά και η μείωση της αγοραστικής δύναμης, είναι δείκτες υστέρησης. Μπορεί η οικονομία να ανακάμπτει μετά την πολύχρονη κρίση, τα δημοσιονομικά να βρίσκονται υπό έλεγχο, ωστόσο το κύμα ακρίβειας εξαιτίας των πληθωριστικών πιέσεων, καθώς και το υψηλό ενεργειακό κόστος είναι αναμφισβήτητα γεγονότα. Η πραγματικότητα την οποία βιώνουμε κάθε άλλο παρά ευχάριστη είναι. Η απόσταση μας από τις προηγμένες ευρωπαϊκές κοινωνίες παραμένει σημαντική.
Η παραγωγική, οικονομική, αναπτυξιακή και ενεργειακή μας υστέρηση, δεν αντιμετωπίζεται με μεγαλεπήβολες διακηρύξεις που στερούνται πρακτικού αντικρίσματος. Ούτε με καλλιέργεια προσδοκιών, οι οποίες μένουν μετέωρες όταν δεν στηρίζονται στην αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της χώρας. Έτσι αυτονόητες επιλογές και αποφάσεις, ετεροχρονίζονται και παραπέμπονται στις καλένδες, με φυσικό επακόλουθο τη συσσώρευση προβλημάτων και αδιεξόδων.
Και κατ’ επέκταση το βιοτικό επίπεδο της πλειονότητας των πολιτών να παραμένει χαμηλό και η αγοραστική τους δύναμη να υποχωρεί. Οι αυξήσεις στα καύσιμα και στην ενέργεια έχουν επιβαρύνει περαιτέρω τα νοικοκυριά, τις επιχειρήσεις και όλες τις δραστηριότητες.
Το ενεργειακό κόστος συνιστά μια δυσμενή πραγματικότητα. Η επίδρασή του στην ακρίβεια και στον πληθωρισμό αποδεικνύεται εξαιρετικά σημαντική. Η ενεργειακή κρίση, θέλουμε δεν θέλουμε, μας έδειξε την ανάγκη απεξάρτησής μας από τα ρυπογόνα ορυκτά καύσιμα, από το λιγνίτη, το μαζούτ και το φυσικό αέριο, το οποίο δεν παύει να είναι και αυτό ορυκτό καύσιμο. Η μεταβατική του χρήση είναι μια αναγκαία επιλογή στο δρόμο προς την Πράσινη Μετάβαση.
Η αλήθεια είναι ότι, η ενεργειακή κρίση συνέβαλλε αποφασιστικά στο να δούμε, χωρίς παραμορφωτικούς φακούς τις αρνητικές εξελίξεις με τις οποίες βρεθήκαμε αντιμέτωποι. Και το κυριότερο να αντιληφθούμε την αξία και τη σημασία της αξιοποίησης των συγκριτικών μας πλεονεκτημάτων, με πρώτο εκείνο του καθαρού ενεργειακού μας δυναμικού, επιταχύνοντας τις σχετικές αποφάσεις και τις αυτονόητες επιλογές, που για διάφορους λόγους ετεροχρονίζονταν ή ακόμη και καρκινοβατούσαν.
Αξιοσημείωτα είναι τα όσα δήλωσε ο Πρωθυπουργός μιλώντας πριν λίγες μέρες σε εκδήλωση στο πολιτιστικό κέντρο Ηρακλείου, επισημαίνοντας ότι η Κρήτη καλείται να ξεδιπλώσει το πλούσιο δυναμικό της στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας. Μάλιστα με έμφαση υποστήριξε ότι το νησί πρέπει επιτέλους να απεξαρτηθεί το συντομότερο δυνατό από το μαζούτ. Δεν γίνεται είπε,να λέμε ότι είμαστε φιλικοί προς το περιβάλλον και ταυτόχρονα να καίμε μαζούτ για να καλύπτουμε τις ανάγκες της ηλεκτρικής ενέργειας.
Μάλιστα ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν στάθηκε μόνο στις γενικές παροτρύνσεις, αλλά έκανε ξεχωριστή αναφορά στο έργο του Υβριδικού Σταθμού Αμαρίου. Και σύμφωνα με τις πρωθυπουργικές εκτιμήσεις, πρόκειται για ένα εξαιρετικά σημαντικό και καινοτόμο έργο, συνολικού προϋπολογισμού 230 εκατομμυρίων ευρώ. Όπως τόνισε είναι το μεγαλύτερο υδροηλεκτρικό έργο παγκοσμίως, όπου ένα αιολικό πάρκο 86MW στη Σητεία θα τροφοδοτεί στροβιλαντλίες στους ποταμούς Ρεθύμνης, παράγοντας καθαρή υδροηλεκτρική ενέργεια για ολόκληρο το νησί. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Πρωθυπουργός προέβλεψε, ότι το συγκεκριμένο έργο θα δρομολογηθεί εντός του τρέχοντος εξαμήνου.
Έτσι μετά τη μικρή διασύνδεση της Κρήτης με την Πελοπόννησο, και τη μεγάλη διασύνδεση με την ηπειρωτική Ελλάδα, ο τόπος μας μπαίνει δυναμικά στην τροχιά των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Το οικονομικό, περιβαλλοντικό και κοινωνικό όφελος από τις ΑΠΕ είναι αναμφισβήτητο. Στην πράσινη ανάπτυξη της Κρήτης μερίδιο θα έχουν όλοι. Τα νοικοκυριά, οι καταναλωτές, οι τοπικές κοινωνίες, οι επιχειρήσεις.
Θέλω να πιστεύω ότι όλοι κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενοι, υποστηρίζουν χωρίς προφάσεις το αυτονόητο εγχείρημα της βιώσιμης ανάπτυξης. Εξάλλου ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ, έχουν υιοθετήσει την Πράσινη Μετάβαση, θεωρώντας την αυτονόητη επιλογή. Αρκεί βέβαια να κάνουν πράξη τον παιδαγωγικό τους ρόλο στις τοπικές κοινωνίες, αφήνοντας στην άκρη τις στενόμυαλες αντιλήψεις της ψηφοθηρίας και της μικροπολιτικής. Και το σημαντικότερο, να μην κλείνουν το μάτι στους θύλακες του αναχρονισμού και της υστέρησης.
