Σε απόγνωση οδηγούνται μέρα με την ημέρα οι κτηνοτρόφοι και οι αγρότες του Ρεθύμνου καθώς η γενικότερη οικονομική συγκυρία διαμορφώνει δυσμενές περιβάλλον και για τον συγκεκριμένο κλάδο, ιδιαίτερα στους τομείς της αγοράς κρέατος και τυροκομικών.
Σύμφωνα με τον Πρόεδρο του Αγροτικού Συνεταιρισμού Ρεθύμνου κ. Γιάννη Γλετζάκη οι κτηνοτρόφοι του νομού έχουν υποστεί σοβαρή οικονομική ζημιά καθώς οι τιμές που έχουν διαμορφωθεί είναι χαμηλές με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ανταποκριθούν ακόμα και στην καθημερινές ανάγκες τους.
«Πολλοί υποσιτίζουν τα ζώα γιατί δεν έχουν χρήματα για να αγοράσουν ζωοτροφές» είπε στην εφημερίδα μας ο κ. Γλετζάκης για να τονίσει, ότι «η αγορά κρέατος έχει βουλιάξει όπως και των τυροκομικών προϊόντων. Οι τιμές κρέατος είναι χαμηλές, το αρνί να τιμάται γύρω στα 4,5 ευρώ ενώ ήδη πολλοί τυροκόμοι είτε αγοράζουν φθηνά ή σταμάτησαν να αγοράζουν γάλα. Επικρατεί «γενικό αλαλούμ» και θεωρούμε, ότι πρέπει να δει σοβαρά την κατάσταση η πολιτική ηγεσία του υπουργείου αγροτικής ανάπτυξης και να ενισχύσει τον κτηνοτροφικό και αγροτικό τομέα» .
ΠΡΟΪΟΝΤΑ ΣΤΑ ΑΖΗΤΗΤΑ
Σύμφωνα με τα στοιχεία από όλη τη χώρα, τα πρώτα προϊόντα που έπληξε ο κορωνοϊός είναι αυτά με ισχυρό εξαγωγικό προσανατολισμό, καθώς μάλιστα επλήγησαν ιδιαίτερα οι προνομιακές για τα ελληνικά τρόφιμα αγορές της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Ισπανίας, αλλά και όσα διατίθενται στην αγορά για τους τομείς τουρισμού και εστίασης, λόγω των μέτρων «κοινωνικής αποστασιοποίησης», δηλαδή, της αναστολής λειτουργίας ξενοδοχείων – εστιατορίων.
Χαρακτηριστικά παραδείγματα της πρώτης κατηγορίας είναι τα ψάρια των ιχθυοκαλλιεργειών αλλά και της συλλεκτικής αλιείας, ενώ στην Ιταλία καταλήγει και το 70% της ελληνικής παραγωγής μυδιών, τα αμνοερίφια και τα σπαράγγια.
Στη δεύτερη κατηγορία, χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των λουλουδιών, η αγορά των οποίων χτυπήθηκε ιδιαίτερα από την αναστολή των κοινωνικών εκδηλώσεων και μάλιστα στην περίοδο που κάνει το 1/3 του ετήσιου τζίρου.
Προς το παρόν πάντως αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι τα ζωντανά αρνιά που έχουν μείνει πίσω είναι πολλά, αυτά που έχουν φύγει από τα χέρια των παραγωγών έχουν φύγει φθηνά και κάτω από τα 4 ευρώ το κιλό, ενώ αρκετά εξ αυτών βρίσκονται στα ψυγεία των εμπόρων, αφού δεν κατάφεραν να τα διώξουν στην Ιταλία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως είχαν προγραμματίσει αρχικά.
Ένα επί πλέον πρόβλημα που ανακύπτει για τους παραγωγούς, είναι ότι οι επιταγές που έχουν πάρει από το εμπόριο και το «χασάπη» όπως λέγεται, πιθανότατα θα χρειασθεί να πάνε πίσω από την αναγραφόμενη σ’ αυτές ημερομηνία, λόγω του γνωστού θέματος που έχει ανακύψει με τις 75 ημέρες.
Το υπουργείο από την πλευρά του δείχνει να ευελπιστεί, ότι το «μένουμε σπίτι» και «μένουμε στην πόλη» που υπαγορεύουν οι συνθήκες λόγω Covit 19, θα αυξήσουν τη ζήτηση της τελευταίας στιγμής, ιδίως στο κλεινόν άστυ, επομένως τα αρνιά δεν θα μείνουν απούλητα. Από την άλλη πλευρά οι κτηνοτρόφοι βλέπουν ότι και να ζητηθούν, που αυτή τη στιγμή δεν ζητιούνται, η τιμή που θα προσφέρει το εμπόριο δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να φθάσει τα 6 ευρώ με τα οποία θα έφευγαν τα αρνιά υπό κανονικές συνθήκες.
ΠΑΝΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ
Σε τηλεφωνική επικοινωνία που είχε ο Πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Ρεθύμνου με τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης κ. Βορίδη, υπήρξε ενημέρωση της πολιτικής ηγεσίας και ως προς την κατάσταση της αγροκτηνοτροφίας σε τοπικό επίπεδο, ωστόσο, τονίστηκε πως αναμένεται να καταγραφεί η κατάσταση της αγοράς το Πάσχα αλλά και έως το πέρας των ημερών της πανδημίας, για να υπάρξει μια σαφή εικόνας της κατάστασης που θα έχει διαμορφωθεί, και αντίστοιχα να ληφθούν μέτρα στήριξης του κλάδου.
Σημειώνεται, ότι το πρόβλημα δεν είναι φαινόμενο, μόνο Ελληνικό. Για το λόγο αυτό οι κυβερνήσεις των χωρών – μελών της Ε.Ε. ασκού πιέσεις για έκτακτο αγροτικό πρόγραμμα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Επιπρόσθετα, επαναφέρεται το αίτημα για ένα ταµείο στήριξης από την κατάρρευση των τιµών παραγωγού σε καίριους τοµείς της αγοράς όπως του κρέατος, που ενόψει Πάσχα αντιµετωπίζει µεγάλο πρόβληµα στη διάθεση αµνοεριφίων.
Σχεδόν όλες οι αγροτικές και κτηνοτροφικές οργανώσεις στην Ευρώπη, συμφωνούν, ότι οι «υπερκορεσµένοι πόροι» της ΚΑΠ δεν θα επαρκούσαν για να διατηρήσουν σε αυτήν τη φάση τη βιωσιµότητα των γεωργικών εκµεταλλεύσεων, δεδοµένης της πρωτοφανούς κρίσης. Ως εκ τούτου, οι κυβερνήσεις θα πρέπει να πιέσουν προς αυτή την κατεύθυνση. Έχει δε, τεθεί θέμα όπως η χρηµατοδότηση της ΕΚΤ θα πρέπει να τεθεί στη διάθεση των τραπεζών, καθώς θα επέτρεπε την εξόφληση των τραπεζικών δανείων και την παροχή πρόσθετης πίστωσης χαµηλού κόστους για τη στήριξη των ταµειακών ροών στις εκμεταλλεύσεις.

