- Χωρίς στρατηγικό σχεδιασμό και βαλτωμένος στις συγκυρίες ο πρωτογενής τομέας της τοπικής οικονομίας
ΤΟΥ ΜΑΝΟΥΣΟΥ ΚΛΑΔΟΥ
Το ζήτημα των τιμών πώλησης των τοπικών αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων συνεχίζει να αποτελεί θέμα πρώτης γραμμής για το αγροτοσυνεταιριστικό κίνημα. Οι συνεταιριστές για ακόμα μία χρονιά έχουν μπροστά τους σωρεία προβλημάτων που έρχονται άλυτα από το παρελθόν και συνεχίζουν να λειτουργούν επιβαρυντικά για την τοπική παραγωγή και κυρίως για την προώθηση των προϊόντων στην αγορά εκτός Κρήτης.
Στα μείζονα ζητήματα προστίθεται φέτος και η κακή ελαιοκομική χρονιά, που όχι μόνο δεν δίνει ποσότητες, αλλά κυρίως δίνει κακές ποιότητες στα παραγόμενα ελαιόλαδα με την τιμή να αγγίζει … ιστορικά χαμηλά!
Η κάπως καλύτερη κατάσταση στο γάλα, στο τυρί και στο κρέας, δεν καταφέρνουν πάντως να μετριάσουν την κατάσταση. Οι παραγωγοί συνεχίζουν να διεκδικούν τα αυτονόητα καθώς επιβαρημένες τιμές των ζωοτροφών και η εξαίρεση της Κρήτης από το μεταφορικό ισοδύναμο, συνεχίζουν να αυξάνουν το κόστος παραγωγής και προώθησης των τοπικών προϊόντων και να οδηγούν τον αγροτοκτηνοτροφικό κόσμο σε απόγνωση.
Τα θέματα αυτά τόνισε μιλώντας στην εφημερίδα μας ο Πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Ρεθύμνου και μέλος του Δ.Σ. του ΟΠΕΚΕΠΕ κ. Γιάννης Γλετζάκης, ο οποίος δεν έκρυψε την ανησυχία του για το πώς διαμορφώνεται η κατάσταση σήμερα. «Πρέπει να τα δούμε όλα από την αρχή» τόνισε για να συμπληρώσει «ειδικά στην παραγωγή ελαιολάδου, πρέπει τα πάντα να σχεδιαστούν εξ αρχής και ειδικά το ζήτημα της δακοκτονίας, η αποτυχία στην εφαρμογή του οποίου καθηλώνει τις τιμές και ζημιώνει σοβαρά την τοπική οικονομία»
ΤΟ ΛΑΔΙ
Σύμφωνα με τα στοιχεία που μας παρέθεσε το κ. Γλετζάκης το λάδι σήμερα βρίσκεται «στα αζήτητα». Το φημισμένο κρητικό ελαιόλαδο φέτος δεν το θέλει κανένας. Η τιμή του μόνο εξευτελιστική μπορεί να χαρακτηριστεί. Μεταξύ 1,80 και 2,40 ευρώ το κιλό ανάλογα με τα οξέα που παρουσιάζει στην ποιοτική του ανάλυση. Χαρακτηριστικά ο κ. Γλετζάκη δήλωσε ότι «Οι τιμές του λαδιού είναι στα αζήτητα. Η μία αιτία είναι η κατάσταση της Ισπανίας και της Ιταλίας, που δεν έχουν μέχρι στιγμή καθορίσει τις τιμές όπως θα έπρεπε και η άλλη αιτία είναι η ποιότητα του φετινού ελαιολάδου της Κρήτης, το οποίο είναι «βαρύ», δηλαδή, άνω του ενός οξέου. Το λάδι ενός οξέος τιμάται σήμερα 1,80 ευρώ και των 3-4 γραμμών στα 2.40 ευρώ. Άρα μόνο τραγική μπορούμε να χαρακτηρίσουμε την κατάσταση. Ειδικά αν αναλογιστούμε πως φέτος δεν υπάρχει μεγάλη ποσότητα έξτρα παρθένου ελαιόλαδου, γίνεται αντιληπτό πως φέτος το Κρητικό λάδι θα παραμείνει στα αζήτητα.»
ΓΑΛΑ ΤΥΡΙ ΚΑΙ ΚΡΕΑΣ
Η κατάσταση στην αγορά του γάλακτος, του τυριού και του κρέατος είναι σχετικά καλύτερη από τα προηγούμενα χρόνια. Σε αυτό έχει συμβάλει, όμως, η μειωμένη παραγωγή. Δεν υπάρχει υπερπροσφορά όπως πέρσι ή πρόπερσι και έχουν ανέβει σε μέτρια κατάσταση οι τιμές.
Στην θετική εξέλιξη, κατά τον κ. Γλετζάκη, έχουν συμβάλει και οι πιο αυστηροί έλεγχοι στις εισαγωγές που φαίνεται πως έχουν πετύχει κάποιο περιορισμό των «ελληνοποιήσεων» των προιόντων, θέμα, που είχε ιδιαιτέρως τονιστεί τα προηγούμενα χρόνια.
«Το γάλα φέτος έχει μια ικανοποιητική πορεία» δήλωσε ο κ. Γλετζάκης, ο οποίος συνέχισε λέγοντας «διαπιστώνεται μείωση στην εισαγωγή και στις «ελληνοποιήσεις» ενώ τοπικά η παραγωγή ποσοτικά είναι μέτρια σε σχέση με άλλες χρονιές. Η τιμή είναι στα 0,95 λεπτά το κιλό. Δεν είναι το καλύτερο δυνατό αλλά δεν είναι χαμηλή όπως τα προηγούμενα χρόνια. Εμείς επιδιώκουμε τουλάχιστον 1 ευρώ. Σε κάθε περίπτωση είναι καλύτερα από πέρσι και πρόπερσι που ήταν απολύτως αρνητική η κατάσταση.»
Αντίστοιχα κινείται η αγορά και στο τυρί, που φέτος δεν σαπίζει αποθηκευμένο στα ψυγεία αλλά κινείται και μάλιστα παρατηρείται σε ορισμένες περιπτώσεις έλλειμμα όπως αντίστοιχα συμβαίνει και με το αρνίσιο κρέας.
Οι τιμές πώλησης των ντόπιων κρεάτων κυμαίνονται για τον παραγωγό 5 με 5,5 ευρώ αλλά οι κτηνοτρόφοι της Κρήτης δεν έχουν ζώα για να καλύψουν τις ανάγκες της αγοράς! Η μέτρια παραγωγή προφανώς θα προκαλέσει κύμα εισαγωγών για να καλυφθούν οι ανάγκες των επερχόμενων εορτών, γεγονός, που επιβεβαιώνουν όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές στην αγορά του κρέατος.
Για άλλη μια φορά, λοιπόν, αποδεικνύεται, πως με την πάροδο των ετών ο πρωτογενής τομέας στο Ρέθυμνο και στην Κρήτη δεν έχει βρει τον βηματισμό του. Ο λεγόμενος βασικός πυλώνας της τοπικής οικονομίας δεν έχει τις βάσεις για μια σταθερή παραγωγή, σταθερή κερδοφορία και εξωστρεφή προώθηση.
Όλα, είτε τα αρνητικά δεδομένα όπως του ελαιολάδου, είτε τα ικανοποιητικά στοιχεία της αγοράς σε γάλα, τυρί και κρέας, αποδεικνύονται ως αποτέλεσμα συγκυριών και όχι στρατηγικού σχεδιασμού παραγωγής και προώθησης.
Ουσιαστικά η αγροτοκτηνοτροφική παραγωγή παραπαίει με μοναδικό στήριγμα της επιδοτήσεις, γεγονός, που σταδιακά θα οδηγήσει στην απόλυτη εγκατάλειψη του κρητικού αγρού και στην εξαφάνιση των μοναδικών προϊόντων που μπορεί το νησί να δώσει σε αφθονία και σε τιμές κερδοφόρες.


