Σε μια αναλυτική παρέμβαση για το σχέδιο της Νέας Δημοκρατίας στον κρίσιμο τομέα της Παιδείας προέβη ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας, Γιάννης Α. Κεφαλογιάννης. Η τοποθέτηση του Ρεθεμνιώτη Βουλευτή έγινε στο πλαίσιο της εκδήλωσης της ΔΑΠ –ΝΔΦΚ Νομικής - Πολιτικού του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών με θέμα «Παιδεία ώρα μηδέν». Με δεδομένο ότι η κυρία θεματική της εκδήλωσης εστιάστηκε γύρω από τις εξελίξεις και την κατάσταση που επικρατεί στην Ανώτατη Εκπαίδευση στη χώρα μας, από κοινού με τον κ. Κεφαλογιάννη ομιλητές ήταν ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Κρήτης, κ. Οδυσσέας Ζώρας και ο τ. Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών και Βουλευτής Επικρατείας της ΝΔ, κ. Θεόδωρος Φορτσάκης.
Κατά την τοποθέτηση του ο κ. Κεφαλογιάννης ανέλυσε την κυβερνητική ανακολουθία σε σχέση με την διεθνή ακαδημαϊκή πραγματικότητα και ανάφερε τις μεταρρυθμίσεις που είναι επιβεβλημένες για να βελτιωθεί ουσιαστικά το εκπαιδευτικό μας σύστημα, ενώ τόνισε πως έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για να ανοίξει μια μεγάλη δημόσια συζήτηση στην κοινωνία, στην ελληνική οικογένεια, στα μέσα ενημέρωσης, στη Βουλή των Ελλήνων γι αυτό το ζήτημα προκειμένου να απαλλαγούμε από ιδεοληψίες και με μια νέα πνοή δημιουργίας και αναγέννησης για να κάνουμε την παιδεία ν' ανθήσει.
Ακολουθούν τα βασικά σημεία και η πλήρης τοποθέτηση του κ. Κεφαλογιάννη:
- Υπάρχει πραγματική ανάγκη η ελληνική κοινωνία και η ακαδημαϊκή κοινότητα να αναστοχαστούμε συνολικά πια γύρω από την παρακμή στην οποία έχει οδηγήσει ο ΣΥΡΙΖΑ της της βαθμίδες της εκπαίδευσης.
- Το ζουμί από το Πόρισμα της επιτροπής Παρασκευόπουλου: αέναες διαπραγματεύσεις και παραχώρηση χώρων στα πανεπιστήμια σε αυτούς που τους καταλαμβάνουν και τα διεκδικούν. Δηλαδή και με τη βούλα συμβιβασμός με την αυθαιρεσία. Και μετά απορούμε γιατί ο Ρουβίκωνας φτιάχνει γραφείο στη Φιλοσοφική.
- Η Κυβέρνηση θέλει μια άλλη Παιδεία, μιας άλλη εκπαιδευτικής φιλοσοφίας, , που κατά τους εμπνευστές της θα υπομονεύσει την ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού, θα απονομιμοποιήσει τις αξίες της παραγωγής, της αγοράς, της τεχνοκρατίας και θα ακυρώσει τις ταξικές διαφορές. Και κάπως έτσι, σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από την πρώτη Φορά Αριστερά, οι λέξεις που χρειαζόμαστε, οι λέξεις που μας φέρνουν πιο κοντά στις απαιτήσεις των καιρών και που είναι εντελώς απαραίτητες για την ανάκαμψη της χώρας μας σε όλα τα επίπεδα, είναι πλήρως συκοφαντημένες.
- Η κλήση της αστυνομίας στα Πανεπιστήμια έχει γίνει πολύ δυσκολότερη με τους νόμους του ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά ακόμη κι αν η αστυνομία κληθεί από τις πανεπιστημιακές αρχές, αυτή δεν πρόκειται να ανταποκριθεί αν δεν έχει την έγκριση και την άδεια της πολιτικής ηγεσίας.
- Το κλειδί για να φύγει η βαριά πέτρα εσωστρέφειας που έχει πέσει πάνω στα ελληνικά πανεπιστήμια είναι να υπάρξει μια πολιτική ηγεσία με ισχυρή πολιτική βούληση, να αποκτήσουν τα πανεπιστήμια τον ρόλο που τους αξίζει.
- Το ελληνικό πανεπιστήμιο καλείται ακόμη να γεφυρώσει το σημερινό διαρκώς διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ της παρεχόμενης εκπαίδευσης και των αναγκών μιας αγοράς εργασίας που αλλάζει διαρκώς. Τα πανεπιστήμιά μας παράγουν στρατιές άνεργων πτυχιούχων. Η επαγγελματική αποκατάσταση των Ελλήνων αποφοίτων βρίσκεται λίγο πάνω από το 50%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ξεπερνά το 80%. Σύμφωνα με το ΑΣΕΠ δρομολογούνται για το 2018 13.569 προσλήψεις. Ξέρετε πόσες από αυτές τις προσλήψεις αφορούν ειδικό επιστημονικό προσωπικό; Μόλις 138 άτομα. Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης μόλις 1.339. Ούτε δηλαδή το 10% των προσλήψεων που κάνει το 2018 το ελληνικό δημόσιο δεν αφορά υπαλλήλους πανεπιστημιακής εκπαίδευσης!
- Πρέπει επιτέλους να ανοίξει μια μεγάλη δημόσια συζήτηση στην κοινωνία, στην ελληνική οικογένεια, στα μέσα ενημέρωσης, στη Βουλή των Ελλήνων γι αυτό το ζήτημα, ώστε επιτέλους να ωριμάσουν κάποια στιγμή οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες γι αυτή την αλλαγή.
- Χρειαζόμαστε απαλλαγή από ιδεοληψίες και μια πνοή δημιουργίας και αναγέννησης για να κάνουμε την παιδεία ν' ανθήσει. Και αυτή η κυβέρνηση απλώς δεν μπορεί.
Θέλω να ευχαριστήσω από καρδιάς τη ΔΑΠ –ΝΔΦΚ Νομικής –Πολιτικού για την τιμητική πρόσκληση και την ευκαιρία που μου δίνει να μοιραστώ μαζί σας ορισμένες σκέψεις και προβληματισμούς για την κατάσταση στο χώρο της Παιδείας και ειδικά στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.
Νομίζω πως οι εκδηλώσεις όπως η σημερινή καθίστανται πια επιτακτικές – και λόγω των τελευταίων εξελίξεων στα πανεπιστήμια, με την πρωτοφανή ανομία στα πανεπιστήμια και την ασφάλεια των ακαδημαϊκών χώρων - αλλά όχι μόνο γι αυτό: Υπάρχει πραγματική ανάγκη η ελληνική κοινωνία και η ακαδημαϊκή κοινότητα να αναστοχαστούμε συνολικά πια γύρω από την παρακμή στην οποία έχει οδηγήσει ο ΣΥΡΙΖΑ όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, και να κατανοήσουμε τελικά μέσα από αυτήν την τραυματική εμπειρία πόσο διδακτική μπορεί αν έχουμε την τόλμη να μιλήσουμε για μεγάλες παραδοχές.
Προσωπικά θεωρώ πως είναι λάθος να δούμε π.χ. τα πρόσφατα γεγονότα, όπως την κατάληψη των γραφείων της Φιλοσοφικής από το Ρουβίκωνα ή τη διακίνηση ναρκωτικών στα πανεπιστήμια ως μεμονωμένα περιστατικά που ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπιστούν. Ούτε πρέπει να τα δούμε ως αποτέλεσμα κάποιας διοικητικής ανικανότητας ή προχειρότητας των Υπουργών Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ. Θα πρέπει αντίθετα να δούμε την εμπειρία στο χώρο της Παιδείας τα τελευταία τρεισήμισι χρόνια με ένα πείραμα κοινωνικής μηχανικής, με ένα ακόμη παιχνίδι σύγκρουσης της ιδεολογίας με την πραγματικότητα σε όλα τα πεδία. Ένα παιχνίδι από το οποίο νικητής πρέπει να βγει η ιδεολογία.
Για να το κατανοήσει κάποιος σε όλο του το μεγαλείο αυτό το πείραμα δεν έχει παρά να διαβάσει το πόρισμα της επιτροπής Παρασκευόπουλου: Ποιο είναι το ζουμί αυτού του πορίσματος: αέναες διαπραγματεύσεις και παραχώρηση χώρων στα πανεπιστήμια σε αυτούς που τους καταλαμβάνουν και τα διεκδικούν. Δηλαδή και με τη βούλα συμβιβασμός με την αυθαιρεσία. Και μετά απορούμε γιατί ο Ρουβίκωνας φτιάχνει γραφείο στη Φιλοσοφική…Το ίδιο βέβαια ισχύει και με παλαιότερες εντός εισαγωγικών μεταρρυθμίσεις:
Πόσοι θυμούνται πια τη ρύθμιση για τους αιώνιους φοιτητές; Πόσοι θυμούνται την κατάργηση των Συμβουλίων Ιδρύματος και την απαξίωση που βίωσαν επιστήμονες διεθνούς κύρους; Πόσοι θυμούνται ότι αφαιρέθηκε από τις πανεπιστημιακές αρχές η δυνατότητα η δυνατότητα ίδρυσης μεταπτυχιακών προγραμμάτων με δίδακτρα, δυνατότητα η οποία μεταβιβάζεται πια στον υπουργό;
Όλα αυτά, μαζί με τις αλλαγές στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση – από την ακύρωση των πρότυπων σχολείων, την υπονόμευση του ολοήμερου σχολείου, την κατάργηση της τράπεζας θεμάτων μέχρι την σπέκουλα που γίνεται με τις πανελλήνιες εξετάσεις, όλα αυτά θα πρέπει να τα δούμε ως τις «τεχνικές λεπτομέρειες» μια άλλης Παιδείας, μιας άλλης εκπαιδευτικής φιλοσοφίας, ενός άλλου κοινωνικού παραδείγματος, που κατά τους εμπνευστές του θα υπομονεύσει την ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού, θα απονομιμοποιήσει τις αξίες της παραγωγής, της αγοράς, της τεχνοκρατίας και θα ακυρώσει τις ταξικές διαφορές.
Και κάπως έτσι, σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από την πρώτη Φορά Αριστερά, οι λέξεις που χρειαζόμαστε, οι λέξεις που μας φέρνουν πιο κοντά στις απαιτήσεις των καιρών και που είναι εντελώς απαραίτητες για την ανάκαμψη της χώρας μας σε όλα τα επίπεδα, είναι πλήρως συκοφαντημένες.
Μετά την έννοια της «ανταγωνιστικότητας», της «αποτελεσματικότητας», την «αξιολόγησης», την «αξιοκρατίας» το δρόμο της απαξίωσης έχουν πάρει και οι έννοιες στο χώρο της Παιδείας. Είναι σαν να συντάσσεται καθημερινά ένα νέο ερμηνευτικό λεξικό της οπισθοδρόμησης : Θυμάστε δηλώσεις βουλευτών και Υπουργών του ΣΥΡΙΖΑ ότι τα γραφεία διασύνδεσης των ΑΕΙ με τις επιχειρήσεις είναι «κερκόπορτες των πολυεθνικών στην Παιδεία»;
Θυμάστε ότι η ηλεκτρονική ψηφοφορία και η τηλεκπαίδευση προάγουν τον «τεχνοφασισμό»; Θυμάστε τις δηλώσεις της κυρίας Αναγνωστοπούλου ότι οι καταλήψεις είναι θεμιτές γιατί αυτός είναι ο δημόσιος χώρος και τρόπος έκφρασης φοιτητών και μαθητών; Και αλήθεια, γιατί απορούμε με την ελεύθερη διακίνηση ναρκωτικών και τους τραμπουκισμούς μέσα στα Πανεπιστήμια; Αυτή τη στιγμή όχι απλώς δεν υπάρχει πολιτική βούληση από τον ΣΥΡΙΖΑ να παταχθούν και να εξαλειφθούν τα φαινόμενα αυτά, αλλά υπάρχει τουλάχιστον ανοχή αν όχι πολιτική κάλυψη. Επειδή ακούω ότι είναι ευθύνη των πρυτάνεων να καλέσουν την αστυνομία. Πρώτα απ όλα, η κλήση της αστυνομίας έχει γίνει πολύ δυσκολότερη με τους νόμους του ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά ακόμη κι αν η αστυνομία κληθεί από τις πανεπιστημιακές αρχές, αυτή δεν πρόκειται να ανταποκριθεί αν δεν έχει την έγκριση και την άδεια της πολιτικής ηγεσίας.
Οπότε, τα χέρια των πανεπιστημιακών σε αυτό το επίπεδο είναι δεμένα. Αυτά τα κοινωνικά πειράματα πρέπει κάποια στιγμή να τελειώσουν. Ο μόνος χώρος που απαγορεύεται να εκφράσει κανείς τις απόψεις του είναι τα ελληνικά πανεπιστήμια! Το άσυλο υπάρχει για να προστατεύει ιδέες και όχι εγκληματίες με ναρκωτικά και μολότοφ. Και τα αμφιθέατρα είναι χώρος γνώσης και διαλόγου, όχι τραμπουκισμών και βίας. Χρειάζεται να πούμε ως εδώ! Το κλειδί για να φύγει η βαριά πέτρα εσωστρέφειας που έχει πέσει πάνω στα ελληνικά πανεπιστήμια είναι να υπάρξει μια πολιτική ηγεσία με ισχυρή πολιτική βούληση, να αποκτήσουν τα πανεπιστήμια τον ρόλο που τους αξίζει.
Ποιος είναι ο ρόλος τους; Να είναι χώροι μάθησης, μελέτης και έρευνας, πραγματικά ελεύθερης διακίνησης ιδεών και συζητήσεων και όχι χώροι ανομίας, βίας και αυθαιρεσίας. Και σε αυτή την κατεύθυνση θα συμβάλει εάν αποκτήσουν τα πανεπιστήμια πραγματική αυτονομία με τις ευθύνες που αυτή συνεπάγεται. Από κάπου λοιπόν πρέπει να ξαναπιάσουμε το νήμα.
Η πιο πρόσφατη χαμένη ευκαιρία της ελληνικής εκπαίδευσης ήταν η ακύρωση της προσπάθειας που έγινε, αρχικά από τη Μαριέττα Γιαννάκου και στη συνέχεια, από την Άννα Διαμαντοπούλου, για τον συντονισμό της ελληνικής εκπαίδευσης με όσα συμβαίνουν διεθνώς. Οι στόχοι ήταν: ουσία στην εκπαίδευση, αυτονομία, διαφοροποίηση, αξιολόγηση, διαφάνεια, λογοδοσία. Αν αυτή η προσπάθεια είχε επιτραπεί να ευοδωθεί, τουλάχιστον τα ελληνικά πανεπιστήμια θα μπορούσαν να είναι σήμερα στην πρώτη γραμμή για την ανάταξη της χώρας.
Από την άποψη αυτή, θα μπορούσε να αποτελέσει βάση ενός προβληματισμού που ο Πρόεδρος της ΝΔ αποκάλεσε «4009 plus» -φυσικά με την ενεργό συμμετοχή και τη συναίνεση της πανεπιστημιακής κοινότητας. Ποια θα μπορούσε να είναι τα βασικά του χαρακτηριστικά: Πρώτον και ποιο σημαντικό είναι η πλήρης αυτονομία των Α.Ε.Ι. στο πλαίσιο του Συντάγματος. Αυτό σημαίνει στην πράξη απελευθέρωση των πανεπιστημίων από τα δεσμά του υπουργείου και εγκαθιστούν νέους, προωθητικούς θεσμούς αξιολόγησης και λογοδοσίας. Σημαίνει επίσης ότι η ΑΔΙΠ, όχι μόνο πρέπει να επανακτήσει τον κεντρικό της ρόλο, αλλά να τον ενδυναμώσει.
Η αξιολόγησή από την ΑΔΙΠ θα αποτελεί βασικό παράγοντα για την επιβράβευση, τόσο των Ιδρυμάτων όσο και του ακαδημαϊκού προσωπικού, και -όχι μόνο αλλά και- μέσα από την αυξημένη χρηματοδότηση. Σημαίνει ακόμη ότι η χρηματοδότηση θα πρέπει να βασίζεται σε συγκεκριμένους δείκτες που θα αντανακλούν τις σύγχρονες προκλήσεις, όπως τα ερευνητικά αποτελέσματα των Πανεπιστημίων αλλά και η επαγγελματική αποκατάσταση των αποφοίτων τους. Την ώρα που η διεθνής ακαδημαϊκή κοινότητα προσαρμόζεται αλλά και κατευθύνει την τέταρτη βιομηχανική επανάσταση,
Το ελληνικό πανεπιστήμιο καλείται ακόμη να γεφυρώσει το σημερινό διαρκώς διευρυνόμενο χάσμα μεταξύ της παρεχόμενης εκπαίδευσης και των αναγκών μιας αγοράς εργασίας που αλλάζει διαρκώς. Τα πανεπιστήμιά μας παράγουν στρατιές άνεργων πτυχιούχων. Η επαγγελματική αποκατάσταση των Ελλήνων αποφοίτων βρίσκεται λίγο πάνω από το 50%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος ξεπερνά το 80%. Σύμφωνα με το ΑΣΕΠ δρομολογούνται για το 2018 13.569 προσλήψεις. Ξέρετε πόσες από αυτές τις προσλήψεις αφορούν ειδικό επιστημονικό προσωπικό; Μόλις 138 άτομα. Πανεπιστημιακής εκπαίδευσης μόλις 1.339.
Ούτε δηλαδή το 10% των προσλήψεων που κάνει το 2018 το ελληνικό δημόσιο δεν αφορά υπαλλήλους πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Σημαίνει επίσης ότι ήρθε η ώρα να θεσπίσουμε και για τα ελληνικά πανεπιστήμια νέους μηχανισμούς για ευέλικτες διαδικασίες χορηγιών. Είναι αστείο σε αυτή τη δημοσιονομική κατάσταση που βρίσκεται η χώρα μας και τα ελληνικά πανεπιστήμια να μην το έχουμε ακόμη εφαρμόσει. Και αυτό, θα πρέπει αν θέλετε να ισχύσει ειδικά στα μεταπτυχιακά, όπου το κάθε Ίδρυμα θα πρέπει να είναι ελεύθερο να αποφασίζει μόνο του, με βάση τις προδιαγραφές που θα θέσει η ΑΔΙΠ.
Μια νέα προσέγγιση για τα ελληνικά πανεπιστήμια σημαίνει ακόμη ότι πρέπει να διευκολύνουμε με κάθε τρόπο την εξωστρέφεια τους. Αξίζει τον κόπο να δείτε μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη της Εθνικής Τράπεζας για την Ανώτατη Εκπαίδευση στην οποία αναδείχθηκε η σημασία των ξενόγλωσσων προπτυχιακών προγραμμάτων συνολικά για την ελληνική οικονομία: Υπολογίζεται ότι μέσα από μία τέτοια μεταρρύθμιση και μόνο εκτιμά η Εθνική Τράπεζα ότι το Α.Ε.Π. μπορεί να αυξηθεί κατά 1,1% για μια δεκαετία:
Σημαντικότατη δηλαδή αύξηση των δημοσίων εσόδων για το κράτος αλλά φυσικά και για τα ίδια τα πανεπιστήμια. Το κυριότερο όμως είναι πως αυτοί που θα σπουδάσουν εδώ όχι μόνο θα συμβάλουν στην εθνική οικονομία, αλλά θα διεθνοποιήσουν τα ιδρύματα, θα φέρουν ένα πνεύμα κοσμοπολιτισμού, θα γίνουν και θα παραμείνουν οι καλύτεροι πρεσβευτές και φίλοι της χώρας μας. Πανελλήνιες εξετάσεις: Το σύστημα εισαγωγής στα πανεπιστήμια θα πρέπει να αντανακλά πρωτίστως τις εκπαιδευτικές προτεραιότητες που θέτουμε ως ελληνική κοινωνία για το μέλλον των νέων μας. Δεν έχει επομένως κανένα νόημα να αλλάξουμε ένα σύστημα εισαγωγής όταν δεν έχουμε πρωτα επαναξιολογήσει ζητήματα που έχουν να κάνουν με την ποσοτική και ποιοτική διάστασης της φοίτησης στη χώρα μας. Χρειαζόμαστε π.χ. μια ακόμη Νομική Σχολή στη χώρα μας;
Χρειάζεται το νεοσυγχωνευθέν Ιόνιο πανεπιστήμιο δύο τμήματα μετάφρασης και διερμηνείας σε Κέρκυρα και Ηγουμενίτσα ή τρία τμήματα Μουσικών σπουδών σε Άρτα, Κέρκυρα και Κεφαλονιά; Αν θέλουμε π.χ. να αυξήσουμε -να το πω με απλά λόγια- τη συμμετοχή των νέων στην τεχνική εκπαίδευση και κρίνουμε ότι οι νέοι οι οποίοι ακολουθούν αυτήν την διαδρομή έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να βρουν μια καλή δουλειά, τότε αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να μειωθεί ο συνολικός αριθμός των εισαχθέντων στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα.
Θέλω να πω δυο λόγια για την αναθεώρηση του περίφημου άρθρου 16 του Συντάγματος. Προσωπικά πιστεύω ότι σε αυτό το ζήτημα είμαστε τραγικά πίσω. Η Ελλάδα αυτή τη στιγμή αναγνωρίζει τα πτυχία πανεπιστημίων άλλων χωρών - αυτονόητα της τα οποία είναι μη κρατικά. Για πόσο καιρό θα συνεχίζεται αυτή η αντίφαση ή καλύτερα αυτός ο στρουθοκαμηλισμός;
Γιατί να στερήσουμε τη δυνατότητα από τη χώρα μας να μετατραπεί σε ένα περιφερειακό κέντρο ανώτατης εκπαίδευσης, προσελκύοντας σημαντικές επενδύσεις και δημιουργώντας δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας; Βρισκόμαστε αισίως στο 2018 και εξακολουθούμε να είμαστε δέσμιοι ενός παράλογου συνταγματικού περιορισμού που δίνει στην Ελλάδα το προνόμιο να είναι η μόνη ευρωπαϊκή χώρα στην οποία δεν επιτρέπονται μη κρατικά ή ιδιωτικά πανεπιστήμια. Δυστυχώς οι πολιτικοί συσχετισμοί δεν θεωρώ ότι ευνοούν αυτή τη στιγμή αυτή την αλλαγή.
Πιστεύω επίσης ότι η ελληνική κοινωνία είναι πολύ πιο μπροστά σε αυτό το ζήτημα από το πολιτικό σύστημα. Και αυτή η κοινωνική πλειοψηφία πρέπει να εκφραστεί και πολιτικά. Γι αυτό και πρέπει επιτέλους να ανοίξει μια μεγάλη δημόσια συζήτηση στην κοινωνία, στην ελληνική οικογένεια, στα μέσα ενημέρωσης, στη Βουλή των Ελλήνων γι αυτό το ζήτημα, ώστε επιτέλους να ωριμάσουν κάποια στιγμή οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες γι αυτή την αλλαγή.
Κλείνω με μια παρατήρηση:
Ένας μεγάλος ιταλός δημοσιογράφος κεντροδεξιών πεποιθήσεων, ο Ίντρο Μοντανέλι, όταν κάποτε ρωτήθηκε τι πρέπει επιτέλους να κάνουμε για να απαλλαγούμε από τον Μπερλουσκονισμό απάντησε: «θα πρέπει να κάνουμε το εμβόλιο του».
Δυστυχώς φαίνεται ότι ήταν απαραίτητο η ελληνική κοινωνία, -προκειμένου να απαλλαγεί μια και καλή από κάθε είδους αναχρονιστικές ιδέες που την απομονώνουν από το διεθνές περιβάλλον, να κάνει το εμβόλιο των ιδεών του ΣΥΡΙΖΑ.
Η ελληνική κοινωνία γνωρίζει πια καλά ότι για τον ΣΥΡΙΖΑ έχει περάσει ανεπιστρεπτί η εποχή όπου η επίκληση της αριστεροφροσύνης αποτελούσε την εγγύηση της πολιτικής ορθότητας, της αποτελεσματικότητας και της ηθικής υπεροχής των προτάσεων του.
Χρειαζόμαστε απαλλαγή από ιδεοληψίες και μια πνοή δημιουργίας και αναγέννησης για να κάνουμε την παιδεία ν' ανθήσει. Και αυτή η κυβέρνηση απλώς δεν μπορεί.
