- Η ψυχίατρος Νέλλη Βαλεργάκη απαντά σε βασικά ζητήματα που προέκυψαν μετά την οικογενειακή τραγωδία στα Μισίρια
ΤΟΥ ΜΑΝΟΥΣΟΥ ΚΛΑΔΟΥ
«Η αποδοχή της διαφορετικότητας και η γνώση, είναι τα κατάλληλα «όπλα» για να αντιμετωπίζονται τα άτομα με βαριά σχιζοφρένεια.» Αυτό δηλώνει στην εφημερίδα μας η ψυχίατρος του Γενικού Νοσοκομείου Ρεθύμνου κ. Νέλλη Βαλεργάκη, η οποία μιλώντας με αφορμή την περίπτωση της οικογενειακής τραγωδίας στα Μισίρια που συγκλόνισε το πανελλήνιο, θέτει επί τάπητος ζητήματα ταμπού, όπως η βαριές ψυχικές ασθένειες και η αντιμετώπιση τέτοιων ασθενών μέσα στην οικογένεια.
Το Ρέθυμνο είναι γνωστό πως κατέχει την πρώτη θέση στην Ελλάδα στις αυτοκτονίες και την δεύτερη στα ψυχιατρικά περιστατικά. Αυτό, όμως, έχει να κάνει κυρίως με τους αριθμούς. Ειδικά το για το ζήτημα των ψυχιατρικών περιστατικών, δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο, παρά του ότι είναι υψηλός ο αριθμός των συμπολιτών μας που καταφεύγουν στους γιατρούς για απλές ή σοβαρές περιπτώσεις, γεγονός, που θα μπορούσε να θεωρηθεί και θετικό, καθώς έχει να κάνει με την πρόληψη ή την έγκαιρη αντιμετώπιση περιστατικών. Για δε τις αυτοκτονίες, η επιστημονική κοινότητα έχει αποφανθεί πως πρόκειται για μια ιδιάζουσα κατάσταση καθώς οι Ρεθεμνίωτες διακατέχονται από μια ιδιαίτερα ευαίσθητη ιδιοσυγκρασία.
Πως όμως από οποιαδήποτε ψυχική πάθηση, φτάνουμε σε ένα ειδεχθές έγκλημα; Πως ο αδελφός χάνει τα λογικά του και σκοτώνει το ίδιο του τον αδελφό και ακολούθως τον εαυτό του; Πως μια οικογένεια βιώνει αυτό το φοβερό διπλό χτύπημα και ακόμα περισσότερο, πως γίνεται να αποφευχθεί ένα τέτοιο περιστατικό; Τι πρέπει να ξέρουμε όλοι, ώστε να αντιμετωπίζουμε με σωστές και ορθολογικές πρακτικές τους ανθρώπους με βαριές σχιζοφρένειες; Αυτά είναι μερικά από τα ερωτηματικά που σκιάζουν την τοπική κοινωνία μετά την φρικτή ιστορία που εξελίχθηκε στα Μισίρια την περασμένη Δευτέρα.
Το βασικό ζητούμενο είναι πώς γίνεται να μην συμβεί στο μέλλον κάτι αντίστοιχο και βέβαια πολύς ο λόγος για το αν τελικά είναι σωστό που καταργήθηκαν τα ψυχιατρικά ιδρύματα και έχει υιοθετηθεί το σύστημα των ανοικτών δομών. Η Νέλλη Βαλεργάκη, επιστήμονας με περγαμηνές και υψηλή εξειδίκευση σε αυτόν τον τομέα δεν αφήνει αναπάντητα πεδία και τονίζει: «Είναι λάθος και μόνο να θέτουμε το ερώτημα αν θα έπρεπε να έχουν κλείσει τα ψυχιατρεία. Καλώς έχουν κλείσει και η περίπτωση η τελευταία που έζησε το Ρέθυμνο είναι απόδειξη αυτού που λέω. Αυτό το παιδί νόσησε 14 ετών. Έζησε πολλές νοσηλείες στα Χανιά. Εμείς ασχοληθήκαμε με αυτή την περίπτωση τα χρόνια 2010-11. Ερχόταν μία φορά το μήνα έκανε μια ένεση και πήγαινε πάρα πολύ καλά χωρίς να υπάρχει θέμα επιθετικότητας. Στα επόμενα χρόνια η οικογένεια τον έκλεισε σε ένα ίδρυμα της Θεσσαλονίκης. Σε αυτό το περιστατικό υπάρχει το ζήτημα του εγκλεισμού και αυτό είναι που διαμορφώνει την κατάσταση. Προβληματίστηκα τότε που αυτό το παιδί οδηγήθηκε σε νοσηλεία, την στιγμή που εδώ σε εμάς ερχόταν με ευχαρίστηση. Επτά χρόνια δουλεύουμε στην ανοιχτή δομή του Ψυχιατρείου του Νοσοκομείου Ρεθύμνου και δεν έχουμε κανένα φαινόμενο βίας. Δεν έχει ποτέ δημιουργηθεί πρόβλημα με ασθενή. Το συγκεκριμένο παιδί, λοιπόν, έζησε την βία του εγκλεισμού. Η βία, όμως, φέρνει βία, και αυτό βγήκε στο συγκεκριμένο παιδί που είχε βαριά σχιζοφρένεια.»
Η ίδια συνέχισε λέγοντας, ότι «Ο βίαιος και παρατεταμένος εγκλεισμός δημιουργούν στα άτομα μεγάλη επιθετικότητα. Αυτό έγινε με το συγκεκριμένο παιδί. Υπέστη μακροχρόνιο και βίαιο εγκλεισμό. Έτσι είχαμε αυτή την κατάληξη.»
Η ΨΥΧΙΚΗ ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΑΜΠΟΥ
«Η αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών πρέπει να γίνεται μέσα στην οικογένεια, η οποία θα πρέπει να το αποδεχθεί και να μάθει να το βιώνει σωστά.» Αυτή είναι η θέση της ψυχιάτρου κ. Βαλεργάκη, η οποία μιλώντας στην εφημερίδα μας τόνισε, ότι «παγκοσμίως το 1% του πληθυσμού έχει ψυχικές ασθένειες. Το ¼ αυτού του ποσοστού δεν θα πάει καλά αν δεν εμπλακεί όλη η οικογένεια και αν δεν αντιμετωπιστεί σωστά.» Η ίδια συνέχισε λέγοντας, ότι «Τον ψυχικά άρρωστο πρέπει να τον δεχόμαστε σαν μια κατάσταση, με την οποία θα πρέπει να ασχοληθεί όλη η οικογένεια. Θα πρέπει να μάθει. Να παρακολουθήσει σεμινάρια, να συναντιέται με τον γιατρό του ασθενή, να είναι παρούσα και να ξέρει πώς να συμπεριφέρεται στον ασθενή. Δεν πρέπει να ασκούμε βία, γιατί η βία φέρνει βία και όσες φορές υπάρχουν βίαιοι εγκλεισμοί, πυροδοτούν την επιθετικότητα από πλευράς του ασθενούς.»
Βασικό, που οφείλουμε, λοιπόν, να καταλάβουμε είναι, ότι πρέπει να ξεπεράσουμε κάποια ταμπού. Να αντιληφθούμε, πως η ψυχική ασθένεια δεν είναι ντροπή. Είναι μια αρρώστια που πρέπει να αντιμετωπιστεί όπως όλες οι αρρώστιες. Και τούτο είναι το ουσιώδες, καθώς όπως τονίζει η κ. Βαλεργάκη, υπάρχουν ακόμα οικογένειες, που δεν μπορούν να δεχτούν πως έχουν ασθενείς μέσα στο σπίτι τους και το κρύβουν. «Έχουμε ακόμα πολλές περιπτώσεις Κωσταλέξη» δηλώνει με νόημα για να επισημάνει, πως «τα βαριά περιστατικά, οι βαριές σχιζοφρένειες, πάντα ξεκινούν από μικρή ηλικία του ατόμου και οι οικογένειες ξαφνιάζονται. Θέλουμε αφενός να το αποδεχθούν έγκαιρα, να το κατανοήσουν, να ασχοληθούν ενεργά και να σταματήσει η λογική του εγκλεισμού σε ιδρύματα. Και αυτό γιατί, όταν ένας ασθενής εισπράττει βία ενώ είναι ήδη βαριά άρρωστος, αυτή την βία την ενσωματώνει και μετά την βγάζει προς τα έξω. Μόνο η αποδοχή της διαφορετικότητας και η γνώση, είναι τα κατάλληλα «όπλα» για να αντιμετωπίζονται τέτοιες καταστάσεις.»
Η ίδια, σχετικά με τη συζήτηση περί των υψηλών ποσοστών ψυχασθενειών στο Ρέθυμνο, επισημαίνει, ότι στην ουσία δεν διαφοροποιείται η κατάσταση από άλλες περιοχές και δηλώνει, ότι « Έχουμε πολύ υψηλό βαθμό ψυχοπαθολογίας αλλά πρέπει να ξέρουμε ότι το Ρέθυμνο δεν διαφοροποιείται όπως σε άλλες περιοχές. Στο 1% είναι η ψυχοπάθεια στον κόσμο και το ίδιο είμαστε και εμείς. Στα ψυχιατρικά περιστατικά κατέχουμε την 2η θέση, αλλά αυτό δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από το ότι πάμε στον γιατρό πιο εύκολα. Αυτό δεν είναι κακό. Ό,τι συμβαίνει σε όλο τον κόσμο, συμβαίνει και εδώ. Η κατάσταση διαφοροποιείται στις αυτοκτονίες καθώς είμαστε πιο συναισθηματικοί και έχουμε ένα πιο θεαματικό τρόπο έκφρασης. Είναι καθαρά θέμα ιδιοσυγκρασίας.»
