Σκληρή επίθεση Γιάννη Κεφαλογιάννη στην Κυβέρνηση κατά τη διάρκεια ομιλίας του στη ΝΟΣ Χανίων της ΝΔ:
«Κάθε μέρα που κυβερνά ο ΣΥΡΙΖΑ ο λογαριασμός της καταστροφής θα μεγαλώνει»
Στη διευρυμένη σύσκεψη της ΝΟΣ Χανίων συμμετείχε ως κεντρικός ομιλητής ο Βουλευτής Ρεθύμνου της Νέας Δημοκρατίας Γιάννης Α. Κεφαλογιάννης. Ο Ρεθεμνιώτης Βουλευτής επιτέθηκε στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και αναφέρθηκε στη νέα πορεία που επιχειρεί η Νέα Δημοκρατία υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Αναφέρθηκε εκτενώς στα μεγάλα ψέματα, στην καταστροφική και αδιέξοδη πολιτική του κ. Τσίπρα, ενώ ζήτησε από τα κομματικά στελέχη να βρίσκονται σε πλήρη ετοιμότητα. Τα βασικά σημεία της ομιλίας του κ. Κεφαλογιάννη έχουν ως εξής:
- Οι εξοντωτικοί φόροι, η πτώση της κατανάλωσης, ακόμη και πρώτη φορά στα τρόφιμα, τα λουκέτα σε επιχειρήσεις, οι μειώσεις μισθών και συντάξεων, η συνεχής υποβάθμιση σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής είναι πια οι αμείλικτοι μάρτυρες της πολιτικής Τσίπρα.
- Το διάστημα 2014 -2018 οι δανειακές ανάγκες της χώρας μας ήταν 41 δισ., τα οποία ήμασταν έτοιμοι να τα καλύψουμε από τις αγορές και αυτοί έφεραν μέτρα ύψους 86 δισ. και βλέπουμε.
- Από τη συνταγματική αναθεώρηση και την αλλαγή του εκλογικού νόμου έως τα ρουσφέτια σε ολόκληρες κοινωνικές ομάδες, θα κάνουν τα πάντα για να διατηρήσουν την εξουσία.
- Κάθε μέρα που κυβερνά ο ΣΥΡΙΖΑ ο λογαριασμός της καταστροφής θα μεγαλώνει.
- Όσοι πιστεύουν ότι η Ελλάδα θα αλλάξει αν αναπαραχθούν νοοτροπίες του ΣΥΡΙΖΑ, βάφοντάς τες μπλε, δεν έχουν δίκιο.
- Δεν χρειαζόμαστε συριζαϊσμό με άλλο πρόσημο. Απλά δεν χρειαζόμαστε άλλο συριζαϊσμό, δηλαδή το απώτατο όριο του λαϊκισμού.

Παρακάτω ακολουθεί η πλήρης ομιλία του κ. Κεφαλογιάννη:
«Θέλω να σας ευχαριστήσω από καρδιάς για την υποδοχή και τη θερμή φιλοξενία που μου επιφυλάσσετε κάθε φορά - είναι η αλήθεια - που επισκέπτομαι τα Χανιά. Ιδιαίτερες ευχαριστίες πρέπει να ειπωθούν προφανώς για τον Πρόεδρο και τα μέλη της ΝΟΔΕ Χανίων για την άψογη οργάνωση της αποψινής εκδήλωσης
Αλλά φυσικά και σε όλους εσάς που επιλέξατε σήμερα να βρίσκεστε εδώ. Είμαι βέβαιος ότι όλοι μας γνωρίζουμε πολύ καλά το λόγο. Είναι πια επιτακτική ανάγκη, μετά την εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη και τις εργασίες του Συνεδρίου όπου καταγράφηκε η απαρχή μιας νέας πορείας στην οργάνωση και τη φυσιογνωμία του κόμματος, να συζητήσουμε εκείνους τους τρόπους δια των οποίων αυτή η νέα πορεία θα «μεταφραστεί» και σε τοπικό επίπεδο.
Βρίσκομαι, λοιπόν, απόψε εδώ, κατ’ εντολή του Κυριάκου Μητσοτάκη, για να εκπληρώσω αυτό ακριβώς το καθήκον:
Να καταγράψω τα βασικά οργανωτικά ζητήματα που σας απασχολούν, να θέσουμε μαζί ορισμένες προτεραιότητες ως προς τα θέματα που κυριαρχούν τοπικά και να δούμε με ποιο τρόπο μπορούμε να τα αναδείξουμε κεντρικά, να εξετάσουμε πώς αυτά μπορούν να γίνουν προγραμματικές προτάσεις, και να προτείνουμε μια σειρά από δράσεις που θα βοηθήσουν τη Νέα Δημοκρατία να έλθει ακόμη πιο κοντά στους πολίτες και τα προβλήματά τους. Θα είμαι λοιπόν σχετικά σύντομος σε όσα έχω να πω γιατί αυτό που προέχει είναι να ακουστεί και να μεταφερθεί η δικιά σας φωνή. Υπάρχει μια εικόνα την οποία καλλιεργεί πρωτίστως η Κυβέρνηση και τα φιλικά προς αυτήν ΜΜΕ, ότι με το κλείσιμο της αξιολόγησης τα πολύ δύσκολα έχουν πια παρέλθει. Με κάποιο μαγικό τρόπο - μη ξεχνάτε ότι τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ αρέσκονται στις μαγικές λύσεις - θα πέσει εξ ουρανού η πολυπόθητη ανάπτυξη.
«Γυρίζουμε σελίδα» είναι το νέο τους σύνθημα. Βγάλανε μάλιστα και ένα φυλλάδιο γι’ αυτό, το οποίο κάποιοι προσεκτικοί αναγνώστες παρατήρησαν ότι είναι αντιγραφή ενός αντίστοιχου φυλλαδίου που έβγαλε πριν λίγο καιρό ο Μαδούρο στη Βενεζουέλα. Το ίδιο το σύνθημά τους όμως είναι αποκαλυπτικό της αποτυχίας τους. Για σκεφτείτε το: Αν οι κυβερνώντες ένιωθαν ότι είχαν πετύχει έστω και ένα από όσα τους έφεραν στην εξουσία, θα διάλεγαν ποτέ μια τέτοια μεταφορά;
Όχι βέβαια. Θα επέλεγαν, ως μετρ της προπαγάνδας που είναι, κάτι σαν «ακόμη ψηλότερα», κάποιο «εμπρός για νέες νίκες» ή ένα «ο αγώνας δικαιώνεται», ας πούμε. Δεν το κάνουν όμως. Και δεν το κάνουν γιατί, όσο ιδεοληπτικοί και αν είναι, μια στοιχειώδη επαφή με την πραγματικότητα τη διατηρούν ή καλύτερα φροντίζουν τα έργα τους να τους διατηρούν σε επαφή με αυτήν:
Οι εξοντωτικοί φόροι, η πτώση της κατανάλωσης ακόμη και πρώτη φορά στα τρόφιμα, τα λουκέτα σε επιχειρήσεις, οι μειώσεις μισθών και συντάξεων, η συνεχής υποβάθμιση σε όλους τους τομείς της δημόσιας ζωής είναι πια οι αμείλικτοι μάρτυρες της δικής τους πολιτικής. Πώς προσπαθούν να αντιπαρέλθουν αυτή την πραγματικότητα; Πρώτα απ’ όλα, με αυτό που ξέρουν να κάνουν καλά: πολύ και χυδαίο ψέμα. Θα ακούσετε τα στελέχη τους ότι αυτά τα μέτρα τα κληρονομήσαμε από την προηγούμενη κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Πρέπει κάθε στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας να είναι έτοιμο να απαντήσει σε αυτά.
Να τους πει για παράδειγμα ότι για το διάστημα 2014 -2018 οι δανειακές ανάγκες της χώρας μας ήταν 41 δισ., τα οποία ήμασταν έτοιμοι να τα καλύψουμε από τις αγορές και αυτοί έφεραν μέτρα ύψους 86 δισ. και βλέπουμε. Να τους πει ότι εξαιτίας της περήφανης διαπραγμάτευσης μηδενίστηκε η αξία των μετοχών των τραπεζών με αποτέλεσμα να δανειστούμε άλλα 12 δισ. για να ανακεφαλαιοποιήσουμε τις τράπεζες και να μην κουρευτούν οι καταθέσεις.
Τέτοια τεκμηριωμένα επιχειρήματα θα πρέπει κάθε στέλεχος να είναι έτοιμο να τα αναπτύσσει και να τα εξηγεί στον κόσμο. Μια δεύτερη τακτική που υιοθετούν τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι «ναι μεν κάνουμε αυτό που μας επιβάλλουν οι δανειστές» αλλά το κάνουμε με κοινωνικό πρόσημο. Το πιο τρανταχτό παράδειγμα είναι το νέο υπερΤαμείο. Θα προχωρήσουμε, λένε, τις ιδιωτικοποιήσεις αλλά αυτές θα πάνε στην ανάπτυξη και το περιβάλλον.
Τώρα ποια ανάπτυξη φαντάζονται από τη μεταβίβαση σε αυτό των τάφων των Βενιζέλων ένας Θεός το ξέρει! Η τρίτη και ίσως η πιο επικίνδυνη τακτική τους το επόμενο διάστημα θα είναι η χρήση κάθε θεμιτού και αθέμιτου μέσου προκειμένου να διατηρηθούν με κάθε κόστος στην εξουσία:
Από τη συνταγματική αναθεώρηση και την αλλαγή του εκλογικού νόμου έως τα ρουσφέτια σε ολόκληρες κοινωνικές ομάδες, θα κάνουν τα πάντα για να διατηρήσουν μια κρίσιμη μάζα ψηφοφόρων για τις επόμενες εκλογές - σε βάρος πάντα του δημοσίου συμφέροντος και του κοινού καλού. Με απλά λόγια: γνωρίζουν ότι ο δρόμος που έχουν πάρει είναι χωρίς επιστροφή. Γι’ αυτό και με απόλυτο κυνισμό θα τον πάνε μέχρι τέλους, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα τους βγει.
Τώρα, δεν χρειάζεται να είσαι οικονομολόγος για να καταλάβεις ότι αυτή η πολιτική δεν οδηγεί πουθενά. Ότι δεν μπορούμε να επιτύχουμε με αυτό το μείγμα πολιτικής ούτε πρωτογενή πλεονάσματα, ούτε να δώσουμε πραγματική ώθηση στην οικονομία.
Γι’ αυτό είναι σημαντικό η Νέα Δημοκρατία να δώσει στην κοινωνία να καταλάβει ότι κάθε μέρα που κυβερνά ο ΣΥΡΙΖΑ ο λογαριασμός της καταστροφής θα μεγαλώνει.
Εδώ έχει ανοίξει εσωκομματικά το τελευταίο διάστημα μια μεγάλη κουβέντα για το ποια θα πρέπει να είναι η κατάλληλη στρατηγική απέναντι σε μια τόσο κυνική Κυβέρνηση.
Ακούγεται για παράδειγμα ότι βιαστήκαμε να ζητήσουμε εκλογές. Το βράδυ της 28ης Μαρτίου στη Βουλή, όπου η ΝΔ ζήτησε εκλογές, ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατάφερε κάτι πολύ σημαντικό: Πρώτον, να «κόψει το βήχα» στο ΣΥΡΙΖΑ όσο και στο κόμμα του, ως προς το ύφος της αντιπολίτευσης που θα υιοθετούσαμε στο εξής: σοβαρότητα, αυστηρότητα και αν χρειαστεί και σκληρότητα.
Από εκείνο το βράδυ όλοι, και κυρίως ο Τσίπρας, κατάλαβαν ότι δεν έχουν να κάνουν με έναν εύκολο αντίπαλο. Δεύτερον, συσπείρωσε όχι μόνο τη Νέα Δημοκρατία αλλά και ένα ευρύτερο χώρο φίλων και δυνητικών ψηφοφόρων. Τρίτον, έθεσε το κόμμα σε μια διαδικασία εκλογικής και προγραμματικής ετοιμότητας.
Απέτυχε αυτή η στρατηγική; Ειλικρινά εμένα αυτή η κριτική με αφήνει άφωνο. Είχαμε εκλογές και τις χάσαμε; Είχαμε αναλάβει μήπως εμείς να κλείσουμε την αξιολόγηση και αποτύχαμε; Ήταν ή όχι βάσιμη η αντίληψη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα καταφέρει να κλείσει ουσιαστικά την αξιολόγηση όταν, ακόμα και σήμερα, δεν έχει να πάρει κάτι σημαντικό από αυτήν, όπως χρήματα που θα πάνε για την τόνωση της πραγματικής οικονομίας, όπως η αποπληρωμή των υποχρεώσεων του κράτους;
Δεύτερη κριτική: Η Νέα Δημοκρατία έπρεπε να ψηφίσει το ΥπερΤαμείο. Εξάλλου είμαστε υπέρ των μεταρρυθμίσεων. Η απάντηση είναι όχι. Πρώτον, έχουμε αποφασίσει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι παντελώς ακατάλληλος να εφαρμόσει οποιαδήποτε μεταρρύθμιση. Δεν θα βαφτίσουμε μεταρρυθμιστική δύναμη τον ΣΥΡΙΖΑ, στηρίζοντας την πιο τυχοδιωκτική επιλογή του, που τη βαφτίζει φιλελευθερισμό, για να απαξιώσει και την ιδεολογία μας.
Και δεύτερον, δεν είναι δυνατόν να «θολώνουμε» το μήνυμα ψηφίζοντας επιλεκτικά κακοσχεδιασμένες προτάσεις που υποθηκεύουν τη δημόσια περιουσία και παραδίδουν το κυριαρχικό δικαίωμα του να αποφασίζει η εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση τι θα ιδιωτικοποιήσει. Τρίτη κριτική και ολοκληρώνω με αυτήν: Tα δημοσκοπικά ποσοστά της ΝΔ είναι στάσιμα. Μήπως δεν μπορεί να πείσει ψηφοφόρους πέρα από τον πυρήνα της; Νομίζω ότι δεν θα πρέπει να αγνοούμε κάτι σημαντικό: ότι η πρόθεση ψήφου σε μη προεκλογική περίοδο απέχει πάρα πολύ από την πρόθεση ψήφου σε προεκλογική περίοδο. Υπάρχει πλήθος ποιοτικών δεδομένων που δείχνει ότι η εκλογική βλάβη που έχει υποστεί ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ανήκεστος.
Αυτό όμως δεν σημαίνει κατά βάση δύο πράγματα:
Πρώτον ότι πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι επειδή δημοσκοπικά είμαστε 8 μονάδες μπροστά. Αντίθετα, πρέπει να εργαστούμε συστηματικά για να ανακτήσουμε την εμπιστοσύνη της μεγάλης πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας. Και δεύτερον δεν σημαίνει ότι θα αυξήσουμε τα δημοσκοπικά και κατ’ επέκταση τα εκλογικά μας ποσοστά με τα ίδια όπλα του ΣΥΡΙΖΑ: τάζοντας τα πάντα στους πάντες.
Σε αυτή τη μάχη που δίνουμε, σημασία έχουν τόσο οι προτάσεις όσο και τα μέσα που θα χρησιμοποιήσουμε για να πείσουμε γι’ αυτές. Ξέρετε, ο τρόπος που κερδίζεις ένα αγώνα, πόσω μάλλον την εξουσία, σφραγίζει και τον τρόπο με τον οποίο θα πολιτευθείς στη συνέχεια. Όσοι πιστεύουν ότι η Ελλάδα θα αλλάξει αν αναπαραχθούν νοοτροπίες του ΣΥΡΙΖΑ, βάφοντές τες μπλε, δεν έχουν δίκιο.
Για να το πω απλά, δεν χρειαζόμαστε συριζαϊσμό με άλλο πρόσημο. Απλά δεν χρειαζόμαστε άλλο συριζαϊσμό, δηλαδή το απώτατο όριο του λαϊκισμού».

