Τι είναι ένα βιβλίο για την Αθήνα και τους Αθηναίους κατά την Επανάσταση; Μια ιστορία τοπικού ενδιαφέροντος; Μια ιστορία για μια πόλη -έστω κι αν αυτή λίγα χρόνια αργότερα έγινε η πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους- που στη στοιχειώδη απογραφή του φθινοπώρου του 1824 αριθμούσε περί τις 9.000 ψυχές; Αποτελεί μια τέτοια ιστορία απλώς ένα δείγμα της υπαρκτής ποικιλίας με κριτήριο την τοπικότητα; Η απάντηση είναι, σαφώς, αρνητική· η ιστορία μιας πόλης, ενός τόπου, στη δίνη του επαναστατικού φαινομένου, όταν η ιστορική ύλη συντίθεται κριτικά και εντάσσεται στη συνάφειά της, μετατρέπει το «μερικό» σε συνιστώσα της ιστορικής πραγματικότητας που στοιχίζεται γύρω από το σύνθετο ’21. Αυτό επιχειρείται και επιτυγχάνεται στο πρόσφατο βιβλίο του Ζαχαρία Αντωνάκη, που αποτελεί επεξεργασμένη μορφή της διδακτορικής του διατριβής που υποστηρίχθηκε στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Προτού αναφερθώ σε ορισμένα κομβικά, κατά τη γνώμη μου, σημεία, θα παρουσιάσω συνοπτικά το περιεχόμενο του βιβλίου.
Το βιβλίο δομείται σε δύο μέρη. Στο πρώτο ο συγγραφέας αναφέρεται στην πολιτική εκπροσώπηση των Αθηναίων στη διάρκεια της Επανάστασης σε εθνικό και σε κοινοτικό επίπεδο. Αναδεικνύεται ένα δίπολο που συγκροτείται στα χρόνια αυτά: αφ’ ενός οι παλαιοί άρχοντες της πόλης, με το φορτίο της παράδοσης του κοινοτισμού, αφ’ ετέρου μια ανερχόμενη κοινωνική τάξη, οι «νοικοκυραίοι». Αυτή η ανάδειξη των τελευταίων, μια διαδικασία αναστρωμάτωσης της αθηναϊκής κοινωνίας, αποτελεί ερμηνευτικό κλειδί για την κατανόηση της ιστορίας της Αθήνας, κατά τον Αντωνάκη. Τα πεδία συγκρούσεων πολλαπλά: ο έλεγχος του κοινοτικού συμβουλίου, η διαχείριση του ταμείου, οι ενοικιάσεις των εθνικών προσόδων. Σ’ αυτό το πολιτικό πλαίσιο, με τις συνεχείς αναπροσαρμογές του, ρόλο παίζουν και δύο ισχυρές στρατιωτικές προσωπικότητες, ο Οδυσσέας Ανδρούτσος και ο Ιωάννης Γκούρας. Οι συγκρούσεις αναπλάθονται από τον συγγραφέα διεξοδικά, ενώ ταυτόχρονα λαμβάνονται υπόψη οι εξελίξεις στο πεδίο του πολέμου, ιδιαίτερα στις περιοχές της Ανατολικής Στερεάς, Εύβοιας κ.λπ. Η εικόνα συμπληρώνεται, κάνοντας πιο στέρεη την τεκμηρίωση του βασικού επιχειρήματος, μέσα από τη συστηματική μελέτη των κοινοτικών λογαριασμών. Ιδιαίτερα μετά το 1824 φαίνεται ο σημαντικός ρόλος του νεοδιορισμένου επάρχου Αθηνών Μιχαήλ Σούτσου στην τακτοποίηση των οικονομικών της επαρχίας και στη συστηματική τήρηση λογιστικών βιβλίων, όπως η Διοίκηση προέβλεπε. Και μέσα από την προσέγγιση αυτών των λογαριασμών τίθεται το ζήτημα της ενσωμάτωσης του τοπικού στο εθνικό, ή αλλιώς του κοινοτικού στο κρατικό.
Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου ο συγγραφέας παρακολουθεί στενότερα τη δράση του Οδυσσέα Ανδρούτσου στην Αθήνα και την Ανατολική Στερεά Ελλάδας ώς τον θάνατό του. Αναδεικνύεται η πολιτική του ισχύς, αποτέλεσμα της στρατιωτικής του ικανότητας, και εξετάζονται οι πολιτικές του επιλογές. Προσεγγίζονται με ιδιαίτερη προσοχή -και εννοώ όχι με βιαστικές αποκρίσεις σε σύνθετα ζητήματα- οι σταδιακές συγκρούσεις που αναδείχθηκαν στην περιοχή μεταξύ του Ανδρούτσου και του Άρειου Πάγου και αργότερα με τους άρχοντες των Αθηνών και εν τέλει με τη Διοίκηση και τον Ιωάννη Γκούρα. Ειδικά όσον αφορά στη σύγκρουση των δύο στρατιωτικών, του Ανδρούτσου και του «δημιουργήματός του» (όπως είχε σχολιάσει εύστοχα ο Σ. Ασδραχάς), αυτή εντάσσεται στο πλαίσιο δύο αμφίρροπων δυναμικών: από τη μια η αμφισβήτηση των θεσμών της υπό συγκρότηση κεντρικής Διοίκησης και από την άλλη οι προσπάθειες -ενίοτε και βίαιες- εμπέδωσής τους.
Επιστρέφοντας στο αρχικό ερώτημα σχετικά με το τι μπορεί να είναι ένα βιβλίο για την επαναστατημένη Αθήνα. Η μελέτη της ιστορίας της πόλης από τον Ζαχαρία Αντωνάκη έρχεται να συνομιλήσει με την ιστορία της Διοίκησης. Είναι μια πολιτική ιστορία που εξετάζει στο μικροεπίπεδο φαινόμενα που έχουν ευρύτερες διαστάσεις και συντελούνται εν μέσω διαρκούς πολέμου (οι πολιτικές αντιπαραθέσεις στα χρόνια του Αγώνα, η διαδικασία εμπέδωσης κρατικών θεσμών, η δημοσιονομική οργάνωση). Υπό αυτήν την έννοια έρχεται σε διάλογο με άλλες, σύγχρονές μας, μελέτες που αφορούν την οργάνωση της επαρχιακής διοίκησης (λ.χ. στα Νησιά του Αιγαίου). Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον πως ο συγγραφέας σε αυτή τη συζήτηση προσφέρει, ως ερμηνευτικό εργαλείο, την ανάδειξη μιας νέας τάξης, ή στρώματος, των «νοικοκυραίων», αξιοποιώντας πληθώρα τεκμηριωτικού υλικού (από έγγραφα της Διοίκησης έως φορολογικά και νοταριακά έγγραφα) και ιχνηλατεί τις προσπάθειές της να αντιπροσωπεύεται όλο και πιο ενεργά στα κέντρα λήψης αποφάσεων.
Ένα δεύτερο σημείο που θέλω να επισημάνω είναι η ουσιαστική συνομιλία με τη δημοσιονομική ιστορία. Την τελευταία δεκαπενταετία έχει αναθερμανθεί το επιστημονικό ενδιαφέρον για τα «οικονομικά του Αγώνα» και έχουν παραχθεί αρκετές σχετικές εργασίες. Μέσα από την πύκνωση αυτή είμαστε σε θέση σήμερα να γνωρίζουμε πολλά περισσότερα σε διαφορετικά επίπεδα: στο εθνικό σχετικά με τη συγκρότηση κεντρικών δημοσιονομικών θεσμών· στο κοινοτικό, με τις μελέτες κοινοτικών καταστίχων· και στο ατομικό με τις μελέτες των οικονομικών σημαινουσών προσωπικοτήτων, όπως της οικογένειας Κουντουριώτη. Έχει με άλλα λόγια συγκροτηθεί μια επαρκής, σύγχρονη, βιβλιογραφία που αποτυπώνει σε πολλαπλά επίπεδα τις ιστορικές πραγματικότητες γύρω από τους δημοσιονομικούς μηχανισμούς. Η μελέτη που εδώ σχολιάζουμε προσφέρει στα παραπάνω μια ακόμη ψηφίδα που αφορά στα οικονομικά της Αθήνας, μέσα από την παρακολούθηση της οργάνωσης δημοσιονομικών θεσμών σε κοινοτικό επίπεδο, τη διερεύνηση των βασικών οικονομικών μεγεθών (εσόδων-εξόδων) της επαρχίας, αλλά και τη σύνδεση του κοινοτικού ταμείου με το Εθνικό Ταμείο.
Τέλος, το βιβλίο συμβάλλει και σε κάτι ακόμη. Έχει χυθεί πολλή μελάνη γύρω από το ζήτημα της δολοφονίας του Οδυσσέα Ανδρούτσου. Ο Αντωνάκης επιλέγει να την εξετάσει από διαφορετική οπτική. Δεν επαναλαμβάνει τα πολυσυζητημένα, δηλαδή τις συνθήκες του θανάτου του, τη συζήτηση για την «ιατροδικαστική» αναφορά του ιταλού γιατρού Καίσαρα Βιτάλη κ.ο.κ. Τον ενδιαφέρει να εξετάσει τη συνολική πορεία του στρατηγού, αλλά και πολιτικού, Οδυσσέα Ανδρούτσου, να την συνδέσει με τις αλλαγές που συνέβαιναν στην Αθήνα, αλλά και σε κεντρικό επίπεδο, να παρακολουθήσει τις δικές του επιλογές, να αναδείξει εν τέλει το ρόλο των συνεχώς αναδιαμορφούμενων πολιτικών συμμαχιών στο πλαίσιο μιας διαδικασίας που οδήγησε στην εμπέδωση της κεντρικής Διοίκησης.
Λίγα χρόνια μετά την επέτειο από τη διακοσιετηρίδα από την έναρξη της Επανάστασης και τον ερευνητικό πληθωρισμό που αυτή προκάλεσε έχει φτάσει η ώρα της κριτικής αποτίμησης. Να δούμε τι τελικά κερδίσαμε ιστοριογραφικά. Το βιβλίο του Ζαχαρία Αντωνάκη συγκαταλέγεται, κατά τη γνώμη του γράφοντος, στα οφέλη. Με συστηματική τεκμηρίωση και με ιδέες και ερμηνείες που αξίζει να συζητηθούν, προσφέρει στο αναγνωστικό κοινό μια ιστορική μελέτη, γραμμένη με υπεύθυνο τρόπο.
Βαγγέλης Σαράφης
Μεταδιδακτορικός Ερευνητής
Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών / Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών






