Στο Ρέθυμνο και στον χώρο «Σημείο», «Ο Μπαμπάς» του Florian Zeller ζωντανεύει μέσα από μια παράσταση που δεν σε αφήνει απλώς να την παρακολουθήσεις, αλλά σε αναγκάζει να την αισθανθείς βαθιά.
Η σκηνοθεσία του Γιάννη Μπλέτα δεν επιδιώκει να σε εντυπωσιάσει αλλά να σε βάλει μέσα στο μυαλό του ήρωα. Χτίζει έναν κόσμο που σταδιακά χάνει τη σταθερότητά του και μαζί του χάνεται και ο θεατής. Τίποτα δεν είναι απόλυτα βέβαιο και αυτή η αβεβαιότητα γίνεται βασικό εργαλείο. Έτσι η παράσταση κυλά σαν μια εμπειρία που σε τραβά αργά αλλά σταθερά σε ένα εσωτερικό χάος που δεν μπορείς να αποφύγεις.
Κεντρικός ήρωας ο Μποτόνης Μποτονάκης σε μια ερμηνεία που δύσκολα περιγράφεται χωρίς να τη ζήσεις. «Ο Μπαμπάς» δεν προσπαθεί να συγκινήσει, γίνεται ο ίδιος ο άνθρωπος που χάνεται. Σε κάνει να βλέπεις τον κόσμο μέσα από τα μάτια του, να αμφιβάλλεις για όσα βλέπεις, να μην είσαι σίγουρος για τους ανθρώπους γύρω σου και να νιώθεις την αγωνία του χωρίς να στο επιβάλλει.
Στις στιγμές που κοιτά και δείχνει να μην αναγνωρίζει τίποτα, ο θεατής νιώθει το ίδιο χαμένος. Άλλοτε αντιδρά με θυμό άλλοτε με ειρωνεία κι άλλοτε με μια παιδική αθωότητα που σε διαλύει. Η μετάβαση από την αξιοπρέπεια στην πλήρη ευαλωτότητα γίνεται μπροστά στα μάτια σου με έναν τρόπο τόσο αληθινό που σε φέρνει σε αμηχανία. Δεν βλέπεις έναν ρόλο, βλέπεις έναν άνθρωπο που χάνει τον εαυτό του και προσπαθεί να κρατηθεί από ό,τι του έχει απομείνει.
Ο σκηνοθέτης και ο πρωταγωνιστής μοιάζουν να συναντιούνται σε μια κοινή γραμμή. Δεν επιδιώκουν να εξηγήσουν την κατάσταση αλλά να τη μεταφέρουν. Και αυτό είναι που κάνει την παράσταση τόσο δυνατή. Δεν παρακολουθείς απλώς την ιστορία ενός ανθρώπου με Alzheimer αλλά μπαίνεις μέσα στη σύγχυσή του. Νιώθεις την απώλεια πριν ακόμη την καταλάβεις.
Μαζί του οι εξαιρετικοί ηθοποιοί Ελένη Βαρούχα, Μαρήνη Βελονάκη, Ιουλία Καραγιαννάκη και Σήφης Καυκαλάς, κινούνται γύρω του με ακρίβεια και ευαισθησία ενισχύοντας αυτή την αίσθηση ενός κόσμου που διαρκώς μεταβάλλεται.
Καθοριστική, αν και διακριτική, είναι και η συμβολή της Ανδρομάχης Βαρσάμη. Η κινησιολογία δεν λειτουργεί απλώς υποστηρικτικά γίνεται οργανικό στοιχείο της αφήγησης ενισχύοντας την αίσθηση της εσωτερικής διάλυσης που διαπερνά ολόκληρη την παράσταση.
Αυτό που μένει στο τέλος δεν είναι μόνο η συγκίνηση αλλά κι ένα βαθύτερο ερώτημα. Αν χαθούν οι αναμνήσεις τι απομένει από εμάς. Η παράσταση δεν δίνει απάντηση αλλά σου αφήνει το βάρος να τη σκεφτείς.
Και ίσως αυτό είναι το πιο δυνατό της στοιχείο. Γιατί για λίγη ώρα δεν βλέπεις απλώς μια ιστορία. Βλέπεις τον κόσμο μέσα από τα μάτια ενός ανθρώπου που τον χάνει. Και αυτό δεν ξεχνιέται εύκολα.



