ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΜΑΝΟΥΣΟ ΚΛΑΔΟ
Ο ηθοποιός Απόστολος Κουγιτάκης είναι ένας αισιόδοξος άνθρωπος που αγαπά τη δουλειά του και έχει μάθει να επιβιώνει στα δύσκολα.
Η οικονομική κρίση ήταν για αυτόν μια νέα ευκαιρία ζωής, καθώς επιζήτησε την ομορφιά της καθημερινότητας και την επαγγελματική του συνέχεια, μακριά από την Αθήνα, στην οποία επί 25 χρόνια δούλευε ασταμάτητα κάνοντας θέατρο και τηλεόραση.
Εδώ και πέντε χρόνια εργάζεται στην Κρήτη έχοντας κάνει δικό τους θίασο και παράλληλα διδάσκοντας σε σεμινάρια την υποκριτική τέχνη.
Γνήσιος «Ρεθεμνιώτης» δηλώνει απερίφραστα την αγάπη του για τον τόπο, προσεγγίζει με αισιοδοξία την οικονομική κρίση και προτείνει το θέατρο ως μέσο διαφυγής από μια καθημερινότητα δύσκολη και σκληρή.
Περισσότερα, στην συνέντευξη που ακολουθεί.
Τα τελευταία 5 χρόνια έχετε εγκατασταθεί και εργάζεστε μόνιμα στην Κρήτη. Πόσο ενδιαφέρον είναι για ένα ηθοποιό με πολλά χρόνια καριέρας στην Αθήνα να μεταφέρεται στην επαρχία και γιατί;
Επέστρεψα στην Κρήτη από το 2010, οπότε κατάλαβα τι γινόταν στην Αθήνα και πως πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο οι δουλειές εκεί. Τα πρώτα τέσσερα χρόνια εργάστηκα στα Χανιά και τα τον τελευταίο χρόνο ζω στο Ρέθυμνο.
Σκέφτηκα να το κάνω όχι μόνο λόγω της οικονομικής κρίσης αλλά και γιατί μεγαλώνοντας ένιωσα αυτό που λένε «να γυρίσουμε στις ρίζες μας». Έτσι έκανα κάτι προτάσεις στην Νέα Τηλεόραση στα Χανιά, έγιναν δεκτές και ήρθα για μια καινούργια αρχή.
Ποιες είναι οι βασικές ενασχολήσεις σας εδώ;
Στη Νέα Τηλεόραση ξεκινήσαμε πολύ δυναμικά και όμορφα κάνοντας δύο εκπομπές και σιγά – σιγά πέρασα στην εκπαίδευση καθώς είχα 25 χρόνια εμπειρίας στο θέατρο αφού εργαζόμουν από το 1987.
Ήταν μα ευκαιρία να περάσω και στην εκπαίδευση, έτσι ξεκίνησα με κάποια δίμηνα σεμινάρια στα Χανιά και μετά σιγά σιγά αυτό το πράγμα διογκώθηκε και έφτασε στο σημείο να κάνω δικό μου θίασο, τον θίασο «Απόδραση» που τον ιδρύσαμε μαζί με τη συνάδελφο Έφη Ανδρεαδάκη. Έτσι ξεκινήσαμε να κάνουμε και παραστάσεις. Γενικότερα διαπίστωσα ότι υπάρχει πάρα πολύ ενδιαφέρον για το θέατρο όχι μόνο για το αποτέλεσμα της παράστασης αλλά ότι ο κόσμος θέλει να μπαίνει μέσα σε αυτή τη διαδικασία και να τη γνωρίζει, να τη βιώσει.
Πως βιώνετε εσείς όλο αυτό το ενδιαφέρον του κόσμου να γνωρίσει εκ των έσω το θέατρο;
Αισθάνομαι, ότι ο κόσμος κυρίως εκτονώνεται γιατί το έχει μεγάλη ανάγκη. Στα τμήματα που κάνω σε Χανιά Ρέθυμνο και Ηράκλειο αυτό διαπιστώνω. Έχω πέντε τμήματα τούτη τη στιγμή, δύο Χανιά, δύο Ρέθυμνο και ένα στο Ηράκλειο, και βλέπεις, ότι ο κόσμος από το υστέρημα του έρχεται να δώσει αυτά τα όσα ελάχιστα χρήματα μπορεί για να πάρει μια ανάσα. Είναι πνιγμένος ο κόσμος. Έχω απίστευτα παραδείγματα από άτομα που έρχονται στα σεμινάρια και ουσιαστικά χρήζουν ψυχοθεραπείας. Έχουν ανάγκη να μιλήσουν και να ασχοληθούν με κάτι που θα τους βγάλει από τα αδιέξοδα. Ξεκίνησα απλά για να γίνει μια κάποια γνωριμία των ανθρώπων με το θέατρο, είτε γιατί το είχαν σαν απωθημένο, είτε για να πάνε σε κάποια σχολή, και τελικά, όλο αυτό παίρνει και τη μορφή ψυχανάλυσης. Γιατί εκεί έρχεται ο κόσμος φορτωμένος και του δίδεται η δυνατότητα να περάσει καλά, να γελάσει, να παίξει, να ξαναβρεί το παιδί που έχει μέσα του θαμμένο. Όχι γιατί κάνω εγώ ψυχανάλυση αλλά γιατί το θέατρο από μόνο του είναι και ψυχανάλυση. Εγώ απλά δίνω διαδρομές. Ο άλλος, όμως, που σαν απόστημα έχει μέσα του έχει θλίψη, το θυμό, την πίκρα, εκείνη την ώρα μέσω του θεάτρου, μέσω της ενασχόλησης του, τις ασκήσεις, βγάζει ένας χείμαρρο συναισθημάτων.

Πως κρίνετε το επίπεδο της σύγχρονης πολιτιστικής παραγωγής στο Ρέθυμνο;
Οι επαφές μου με το Ρέθυμνο ήταν συχνές πυκνές. Είχα παίξει σε παραστάσεις και είχα παρουσιάσει δύο φορές το Ρεθεμνιώτικο Καρναβάλι. Όμως εκείνες της προ κρίσης εποχές, είναι αλήθεια, ότι δεν περνούσε από το μυαλό μου να φύγω από την Αθήνα. Δεν εύρισκα, τότε λόγο και δεν πίστευα ότι υπήρχε πεδίο δημιουργίας για να έρθω στην Κρήτη. Ερχόμενος εδώ διαπίστωσα ότι είχα κάνει λάθος. Και γιατί η ποιότητα ζωής δεν συγκρίνεται αλλά και γιατί διαπίστωσα τον πλούτο του τοπικού πολιτιστικού γίγνεσθαι, τις πολλές θεατρικές ομάδες που κάνουν τόσο καλή δουλειά αλλά και το ενδιαφέρον του κόσμου να μπει μέσα σε αυτό που λέμε θέατρο και να το βιώσει. Υπάρχει πολύ μεγάλη κίνηση, υπάρχουν ομάδες που δεν ήξερα ότι υπάρχουν, άτομα που έχουν μεγάλη όρεξη για δουλειά. Το μόνο παράπονο, και το δικό μου και των άλλων, είναι ότι δεν έχουμε ένα θέατρο. Είναι δυνατόν το Ρέθυμνο των γραμμάτων να μην έχει θέατρο δικό του; Πήγα στη Κεφαλόνια και ντρεπόμουν να πατήσω μες στο θέατρο τους. Είναι τόσο δύσκολο να έχουμε ένα κανονικό θέατρο στην πόλη μας; Το «Σπίτι του Πολιτισμού» μας εξυπηρετεί αλλά απαιτείται ένας σύγχρονος χώρος πολιτισμού, ο οποίος να μπορεί να καλύπτει πολλές ανάγκες.
Πόσο έχει πληγεί το επάγγελμα σας στα χρόνια της οικονομικής κρίσης;
Ειδικά τα επαγγέλματα που έχουν να κάνουν με τις τέχνες, έχουν πληγεί. Πολύ περισσότερο το δικό μας που από πριν ήταν επάγγελμα που ζοριζόταν, γιατί υπάρχουν πάρα πολλές χιλιάδες ηθοποιοί. Ενδεικτικά λέω, ότι πάνω από τριάντα χιλιάδες είναι οι εγγεγραμμένοι ενώ υπάρχουν και αυτοί που δεν γράφτηκαν καν στο σωματείο. Γι’ αυτό ακριβώς είπα και εγώ μόλις κατάλαβα ότι οι δουλειές μειώνονται και οι συνθήκες γίνονται απάνθρωπες, ότι δεν ήθελα να συνεχίσω να ζω και να εργάζομαι στην Αθήνα. Υπάρχουν δουλείες που πηγαίνεις και δεν πληρώνεσαι ή σου ζητούν να παίξεις για ποσοστά και άλλες παρόμοιες κακές καταστάσεις για τον ηθοποιό, που ούτως ή άλλως στην Ελλάδα βρισκόταν σε χαμηλά οικονομικά επίπεδα. Θεωρώ, ότι ο κλάδος μας είναι ανάμεσα σε αυτούς που έχουν πληγεί περισσότερο από πολλούς άλλους.
Ο Ηθοποιός σήμερα ποιεί ήθος;
Ο ηθοποιός, που θέλει να λέγεται ηθοποιός, πρέπει να ποιεί ήθος. Τώρα δεν ξέρω αν όλα τα άτομα που είναι ηθοποιοί ή οι νέοι αν το έχουν στο μυαλό τους. Εγώ ξέρω τις παλιές φουρνιές ηθοποιών που πραγματικά ποιούσαν ήθος. Είχα τη τύχη να γνωρίσω κάποιους. Όταν γνώρισα εγώ στην Επίδαυρο τον Θανάση Βέγγο το ’99 και ήταν σε μια από τις τελευταίες του παραστάσεις, και πραγματικά έβλεπα με τί συνέπεια και με τί πάθος στήριζε την παράσταση, τον ρόλο του και τους νέους, ήταν ένα μεγάλο σχολείο για μας που ήμασταν εκεί. Οι νεότεροι δεν είναι το ίδιο. Έχουμε και κρούσματα καβαλούν το καλάμι από την ανάποδη γιατί έκαναν ένα σίριαλ. Όμως δεν γίνεσαι ηθοποιός επειδή έκανες ένα σήριαλ ή μια επιτυχία. Εκεί κάπου «χάνεται η μπάλα». Πάντως αυτός που είναι από μόνος του ηθικό στοιχείο, πιστεύω, ότι πολύ δύσκολα θα είναι ανήθικος στη δουλειά του.
Γιατί να ακολουθήσει κάποιος νέος σήμερα το επάγγελμα του ηθοποιού;
Μεγάλη κουβέντα. Γιατί να το ακολουθήσει. Εάν έχεις πάθος και πραγματικά το αγαπάς, είναι ευχή και κατάρα το θέατρο. Δηλαδή, το βλέπω και από άτομα, τα οποία τα παίρνω στο θίασό μου που είναι ερασιτέχνες αλλά καλοί ερασιτέχνες, και βλέπεις και μετά που θα παίξουν μία - δύο φορές, τους γίνεται ανάγκη και δεν μπορούν πια να κάνουν χωρίς αυτό. Άρα λοιπόν όπως είχε πει και ο Κουν, κάνουμε θέατρο για τη ψυχή μας οι ηθοποιοί, που σημαίνει, ότι δε νομίζω ότι μπορώ να πω σε κάποιον «μη κάνεις θέατρο ή κάνε κάτι άλλο». Αν το θέλει πραγματικά και βιώνει τις καταστάσεις και ζει μέσα από αυτό, ελεύθερα να το προσπαθήσει. Εννοείται, βέβαια, ότι όταν έχει υποχρεώσεις, όπως είναι παιδιά και οικογένεια ή ό,τι άλλο, καλό θα ήταν να υπάρχει και κάτι παράλληλο ώστε να μπορεί να έχει το γάλα του παιδιού του, γιατί πραγματικά σαν ηθοποιός έχει πολύ μεγάλες πίκρες και πολύ λιγότερες χαρές. Όμως αυτές οι χαρές έχουν απίστευτο βάρος και αντίκτυπο στη ψυχή του και αυτό είναι το βασικό.
Πως βλέπει ένας καλλιτέχνης την σύγχρονη οικονομική και πολιτική κατάσταση της κοινωνίας;
Το καλό με μας τους καλλιτέχνες και κυρίως τους ηθοποιούς, είναι ότι οι περισσότεροι στο οικονομικό είμαστε αυτό που λέμε ως «τσίμα – τσίμα». Άρα, λοιπόν, όσο και αν φαίνεται περίεργο είμαστε πολύ πιο ευπροσάρμοστοι σε αυτό το πράγμα. Δηλαδή στην κρίση. Τη «δεχτήκαμε» πολύ πιο γλυκά από άλλους γιατί πάντα είχαμε μάθει στα λίγα και πάντα βρίσκαμε λύσεις. Όπως και εγώ. Το θέμα της εκπαίδευσης ίσως να μην το σκεφτόμουν αν έβρισκα να παίξω. Γι’ αυτό είπα «δε πειράζει ας παίζουν άλλοι» και εμείς παίζουμε για τον εαυτό μας, κάνουμε το δικό μας το παιχνίδι κάνουμε τον θίασό μας και συνεχίζουμε. Πιστεύω ότι είμαστε πολύ πιο ευπροσάρμοστοι τελικά από πολλούς άλλους που ξαφνικά έκαναν πλασματικά χρήματα πολλά και ξαφνικά βρέθηκαν με πολύ λίγα. Εμείς ήμασταν πάντα με τα λίγα με τα μεσαία και γι’ αυτό δε μας φάνηκε πάρα πολύ.
Ποιο είναι το μήνυμα σας για τον κόσμο που βιώνει δύσκολες καταστάσεις σήμερα;
Επειδή ακούω την ανάσα του κόσμου, επειδή είμαι συνέχεια με άτομα και βλέπω τι γίνεται και βλέπω τις διαφορές χρόνο με το χρόνο, κατεβαίνοντας στην Κρήτη, εγώ τα τελευταία πέντε χρόνια έχω καταλάβει αυτό που είπα και πριν, ότι μπορεί πραγματικά να είσαι με ένα κομμάτι ψωμί και μια ελιά αντί ενός φιλέτου μινιόν αλλά με την έννοια τη συμβολική. Πραγματικά μπορείς να περάσεις πολύ καλά, με λίγα όπως μπορείς να είσαι και με τα πολλά. Άρα λοιπόν η ανασφάλεια που έχουμε στο μυαλό μας, είναι που μας κάνει και δε βλέπουμε τα αυτονόητα και τα φανερά που έχουμε μπροστά μας. Την ομορφιά των ανθρώπων γύρω μας και κυρίως την αγάπη που είχε λείψει τα τελευταία χρόνια και την αλληλεγγύη. Άρα, λοιπόν, τα καλά της κρίσης κοιτάω, που είναι η αλληλεγγύη που ξαναγεννιέται σιγά σιγά, οι ομορφιές της φύσης που τις βλέπουμε με άλλο μάτι. Και νομίζω πως δεν υπάρχει καλύτερο μήνυμα αισιοδοξίας από το, αγωνιστικούς χαιρετισμούς, μη μασάτε, διότι η κρίση θα ‘ρθει και θα φύγει, όμως οι αξίες είναι αυτές που μένουν και για μια ζωή.
Είσαι γενικά αισιόδοξος άνθρωπος βλέπω…..
Θα ‘θελα να πιστεύω, ότι γεννήθηκα αισιόδοξος. Είναι και θέμα γονιδίων μάλλον, γιατί και ο πατέρας μου ήταν πάντα έξω καρδιά και αυτό μου το ‘χει περάσει. Με την εμπειρία τη δική μου, λίγο έχω τον μέρμηγκα στο πίσω μέρος του μυαλού μου αλλά περισσότερο τον τζίτζικα. Άρα, λοιπόν, πρέπει να ζούμε την κάθε μέρα γιατί η ίδια η ζωή το έχει δείξει αυτό.
Εγώ δεν πιστεύω, ότι υπάρχει μαύρη ζωή. Μαύρη ζωή είναι άλλη, μαύρη ζωή είναι αυτή που ζουν άλλοι άνθρωποι. Και όταν έχεις μάτια να βλέπεις λίγο πιο μακριά, βλέπεις, ότι είμαστε στον παράδεισο εμείς. Άρα με λίγα μπορούμε να κάνουμε θαύματα. Αρκει να βλέπουμε καθαρά. Από εκεί και πέρα ο καθένας λειτουργεί όπως νιώθει μέσα του, όπως πιστεύει στον εαυτό του ή πιστεύει σε αυτό που λέμε Θεό. Εγώ πάντως τα βλέπω όλα από την όμορφη τους την πλευρά και όλο αυτό μεγαλείο που βλέπω γύρω μου, τελικά ίσως να ναι και ο Θεός.
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΚΟΥΓΙΤΑΚΗΣ
Ο Απόστολος Κουγιτάκης, γεννήθηκε στο Ρέθυμνο και σπούδασε θέατρο στη Δραματική Σχολή Αθηνών του Γιώργου Θεοδωσιάδη. Από το 1989 και μετά δούλεψε με διάφορους θιάσους και καταξιωμένους σκηνοθέτες. Όπως στο Ανοιχτό Θέατρο με τον Γιώργο Μιχαηλίδη, στο Θέατρο Έρευνας, με τον Δημήτρη Ποταμίτη στον Θίασο 81 της Νανάς Νικολάου, στο Θέατρο Ελυζέ, της Τζένης Φωτίου και άλλους.
Πήρε μέρος σε πολλές τηλεοπτικές σειρές μέχρι το 2010 που αποφάσισε να κατέβει στην Κρήτη για να ζήσει και να εργαστεί ως ηθοποιός και σκηνοθέτης.
Από το 2010 για τρία συναπτά έτη δίδαξε θέατρο στην Πειραματική Σκηνή του ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης με πετυχημένες παραστάσεις, όπως το «Μεγάλο μας Τσίρκο» και η «Λυσιστράτη».
Το 2012 ίδρυσε το θίασο «ΑΠΟ-ΔΡΑΣΗ» και ανέβασε με ερασιτέχνες και επαγγελματίες ηθοποιούς επιτυχημένες παραστάσεις, όπως τον «Ράφτη Κυριών», τα «Κίτρινα Γάντια», τα «Ορφανά» του Ντενις Κελλυ, τον «Δον Ζουάν» του Ανρί ντε Μοντερλάν, για το Αναγεννησιακό Φεστιβάλ Ρεθύμνου.
Ακόμα έχει κάνει δέκα δίμηνα σεμινάρια θεάτρου στη διάρκεια των 5 χρόνων και από πέρυσι 8μηνα τμήματα διδασκαλίας θεάτρου σε όλους τους νομούς της Κρήτης.




