Ολοκληρώθηκε η συντήρηση τοιχογραφιών από την 28η ΕΒΑ
Ο Ιερός Ναός Παναγίας της Πατσού βρίσκεται στο κέντρο του χωριού Πατσός του δήμου Αμαρίου. Ο ναός τιμάται στη Γέννηση της Θεοτόκου και έχει χαρακτηριστεί ιστορικό διατηρητέο μνημείο σύμφωνα με απόφαση του υπουργείου Πολιτισμού. Ο Ναός της Παναγίας χρονολογείται στην πρώτη δεκαετία του 14ου αι. μ.Χ. και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μνημεία του νομού Ρεθύμνου, επειδή συνδέεται με τη δράση του μεγάλου άρχοντα Αλεξίου Καλλέργη. Η συντήρηση των τοιχογραφιών του Ι.Ν. της Παναγίας Πατσού πραγματοποιήθηκε από την 28η ΕΒΑ και συγκεκριμένα από το Μιχάλη Τρουλλινό, Προϊστάμενο του τμήματος συντήρησης 28ης ΕΒΑ, και το επιτελείο του. Οι πληροφορίες που ακολουθούν είναι από τη μελέτη συντήρησης των τοιχογραφιών την οποίο συνέταξε ο κ. Τρουλλινός.
Το 1973 ένα μεγάλο μέρος του τοιχογραφικού διακόσμου αποτοιχίστηκε και μεταφέρθηκε από την Υπηρεσία (13η ΕΒΑ) στο Ηράκλειο. Μετά τις απαιτούμενες εργασίες συντήρησης, οι τοιχογραφίες εκτέθηκαν στο ναό της Αγίας Αικατερίνης και μεταφέρθηκαν στο εργαστήριο συντήρησης επειδή έχουν φθορές, ενώ οι μικρότερες σε μέγεθος τοιχογραφίες δεν έχουν καθόλου υποστήριγμα και είχαν εκτεθεί μόνο με το ξύλινο τελάρο. Στο χώρο του ναού και στις τοιχογραφίες που απέμειναν έγιναν κατά καιρούς οι απαραίτητες σωστικές εργασίες και οι περιμετρικές συγκρατήσεις. Από τότε οι τοιχογραφίες του ναού είχαν εκτεθεί χωρίς καμία προστασία και στέγαση στον ήλιο, στη βροχή και γενικά στις διάφορες καιρικές και περιβαλλοντολογικές συνθήκες, με αποτέλεσμα να καταστρέφονται με ρυθμό γεωμετρικής προόδου.
Μετά από εντολή του προϊστάμενου της 28ης ΕΒΑ κ. Μ. Ανδριανάκη, τον Οκτώβριο του 2010 ομάδα συντηρητών με υπεύθυνο τον κ. Τρουλλινό, πραγματοποίησε επισκέψεις στο μνημείο με σκοπό την καταγραφή της κατάστασης διατήρησης των σωζόμενων τοιχογραφιών και την εκπόνηση μελέτης για την συντήρηση τους, την οποία και πραγματοποίησε.
Κατάσταση Διατήρησης – Αίτια Φθορών
Ο κύριος παράγοντας φθοράς των τοιχογραφιών της Παναγίας ήταν η κατάσταση διατήρησης του ίδιου του κτιρίου. Λόγω της κατάρρευσης της στέγης κατά το παρελθόν, το μνημείο -μαζί με τις τοιχογραφίες- αντιμετώπιζε έντονα προβλήματα στατικότητας. Επιπλέον, το μνημείο βρισκόταν εκτεθειμένο στις περιβαλλοντικές συνθήκες, γεγονός που επηρέαζε άμεσα και τις τοιχογραφίες, οι οποίες είχαν φθαρεί από τις ακραίες διακυμάνσεις της υγρασίας, καθώς, και από την έκθεσή τους στην ηλιακή ακτινοβολία. Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες, το νερό της βροχής, οι συνεχείς και έντονες μεταβολές της υγρασίας και της θερμοκρασίας, ο άνεμος και η ανάπτυξη μικροοργανισμών αποτελούσαν τις κύριες αιτίες φθοράς των τοιχογραφιών.
Ο κυριότερος παράγοντας καταπόνησης των τοιχογραφιών ήταν η υγρασία, η οποία προσέβαλε τα υλικά τους και οδήγησε σε δευτερογενείς αντιδράσεις που επέδρασαν αρνητικά στην κατάσταση διατήρησής τους. Η σχετική υγρασία του αέρα ήταν, επίσης, καθοριστική για τη διατήρηση των τοιχογραφιών. Τέλος, οι μεγάλες διακυμάνσεις της θερμοκρασίας επηρέασαν τις τιμές της σχετικής υγρασίας και επιτάχυναν ορισμένες χημικές αντιδράσεις. Επίσης, η υγρασία ευνόησε την ανάπτυξη φυτών, τα οποία ήταν διάσπαρτα σε όλους τους τοίχους και οι ρίζες τους διείσδυσαν στο εσωτερικό των κονιαμάτων και δημιούργησαν μηχανικές τάσεις που προκάλεσαν αποκολλήσεις και καταρρεύσεις τμημάτων.
Τόσο στο δάπεδο όσο και στους τοίχους του ναού υπήρχε έντονη ανάπτυξη φυτών και βιολογικών παραγόντων από άλγη, λειχήνες, φυτά και μικρά δένδρα αλλά και πληθώρα μικροπανίδας, όπως ζωύφια και σαλιγκάρια, σκορπιούς, σαύρες, φίδια και ποντίκια.
Οι κυριότερες φθορές που παρουσίασαν οι τοιχογραφίες ήταν οι ακόλουθες:
- απώλειες των στρωμάτων της ζωγραφικής και των κονιαμάτων
- αποκολλήσεις της τοιχογραφίας από το υποστήριγμα
- ρηγματώσεις
- παρουσία αλάτων
- αποχρωματισμός της ζωγραφικής επιφάνειας
- βιολογική προσβολή
- φθορές των προηγούμενων επεμβάσεων συντήρησης
- μηχανικές φθορές από διάφορες δραστηριότητες





