Α΄ ΜΕΡΟΣ
Συνεχίζουμε και σήμερα τη δημοσίευση των εισηγήσεων από την ημερίδα του Συνδέσμου Φιλολόγων. Στο σημερινό φύλλο παρουσιάζουμε την εισήγηση της Σχολικής Συμβούλου κ. Αγάθης Γεωργιάδου με θέμα: «Λογοτεχνία και Ιστορία ή το τερπνόν μετά του ωφελίμου - Μια πρόταση για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας». Λόγω της έκτασης του κειμένου της εισήγησης θα δημοσιευθεί σε δύο μέρη:
Όσοι από μας εμπλεκόμαστε για πολλά χρόνια στη μέση εκπαίδευση και έχουμε διανύσει όλους τους αναβαθμούς της συναισθηματικής μέθεξης (από τον ενθουσιασμό στην απογοήτευση και ενίοτε στην απαισιοδοξία), αλλ’ ίσως και οι νεότεροι, αισθανόμαστε έντονα την ανάγκη να ανανεώσουμε τη σχέση μας με τη διδακτική πράξη, με τα βιβλία και τους μαθητές. Καιρός να αφήσουμε κάποιες χαραμάδες στη διδασκαλία μας, από όπου θα μπορεί να γλιστράει το όνειρο και θα έχει θέση η φαντασία των παιδιών. Να δημιουργήσουμε μια μικρή όαση στο άνυδρο τοπίο της μάθησης. Κι ένα μάθημα το οποίο προσφέρεται γ’ αυτό, επειδή αφήνει πολλά περιθώρια για αυτοέκφραση και εμπλουτισμό του συναισθηματικού κόσμου των μαθητών, είναι η Λογοτεχνία. Πρόσφατα, ανανεώθηκαν τα ανθολόγια, αλλά το πνεύμα παρέμεινε ίδιο: κείμενα μικρά ή μεγαλύτερα, ολόκληρα ή αποσπασματικά. Στο Λύκειο ανθολογημένα με ιστορική σειρά, με όλα τα προβλήματα που συνεπάγεται αυτή η κατάταξη. Στο Γυμνάσιο ενταγμένα στις ίδιες θεματικές ενότητες και σίγουρα λιγότερα . όλο και πιο συρρικνωμένες οι επιλογές των καθηγητών όχι τόσο στο τι θα διδάξουν όσο στο τι θα αρέσει στους μαθητές τους.
Το ερώτημα είναι: πετύχαμε μέσα σ’ αυτά τα τριάντα χρόνια από τη δημιουργία των προηγούμενων ανθολογίων να αγαπήσουν τα παιδιά τη Λογοτεχνία; Το μάθημα ίσως, όχι όμως τη Λογοτεχνία. Αυτό τουλάχιστον δείχνει η έρευνα του Π.Ι. που αναφερόταν στα παλαιότερα βιβλία. Σε ποσοστό πάνω από 75% των μαθητών δεν διαβάζουν εξωσχολικά βιβλία και σε ποσοστό 66% δεν τους δημιουργείται με τη διδασκαλία η επιθυμία να μελετήσουν κείμενα και άλλων συγγραφέων από το διδακτικό βιβλίο . Κι αυτό θα πρέπει να μας προβληματίσει και να σκεφτούμε αν η διδασκαλία ενός αποσπασματικού, μεμονωμένου αφηγηματικού ή ποιητικού κειμένου, που για να γίνει κατανοητό θα πρέπει να συνοδεύεται με καταιγισμό διδακτικών στόχων –ιδίως στο Λύκειο – και με πληθώρα γραμματολογικών στοιχείων, σχολίων και ασκήσεων, είναι η κατάλληλη λύση για την οικοδόμηση μιας υγιούς σχέσης των μαθητών μας με την ανάγνωση. Από το 1997 που στο Κ.Ε.Ε. επιδιώξαμε μέσω των βιβλίων αξιολόγησης να εμπλουτίσουμε τη διδακτική μεθοδολογία με ποικίλες τεχνικές και εναλλακτικές μορφές μάθησης, όπως την ανακαλυπτική, ομαδοσυνεργατική, με στόχο να «ξεκλειδώνουν» οι μαθητές τους μηχανισμούς του λογοτεχνικού έργου, υπάρχει βελτίωση, μα το λογοτεχνικό κείμενο παραμένει ακόμα κλειδωμένο γι’ αυτούς, κρίνοντας από το μεγάλο ποσοστό αποτυχίας τους στις πανελλαδικές εξετάσεις.
Κι όμως, για να παραφράσω τον Παυλόπουλο, δεν ήταν ποτέ κλειδωμένο, αφού:
Η …λογοτεχνία «είναι μια πόρτα ανοιχτή. /Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν / τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί / κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι / και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν. / Η πόρτα τότε κλείνει […]».
….Ναι, η λογοτεχνία είναι μια πόρτα ανοιχτή και μπορεί να μαγέψει τους εφήβους και να τους χαρίσει το όνειρο και τη συγκίνηση. Το λογοτεχνικό βιβλίο έχει μια δική του, εσωτερική ζωή, είναι ένας κόσμος μυστικός, που καλεί τον αναγνώστη να τον ανακαλύψει και να ζήσει «εκ του ασφαλούς» μια περιπέτεια, μέσω ενός αληθοφανούς μύθου, με οδηγό έναν αφηγητή που ξέρει να εισχωρεί μέσα από τις ατραπούς της αφήγησης στην κρυφή ζωή άλλων προσώπων που υποδύονται τους δικούς τους ρόλους στο θέατρο της ζωής. Κι ενώ η ανθολογία κειμένων ευνοεί τη διάσπαση, η ανάγνωση ενός ολόκληρου βιβλίου συμβάλλει στην αυτοσυγκέντρωση και τη σύνθεση, στη διατήρηση του νήματος της αφήγησης, στην προσήλωση στη δομή, πλοκή κι εξέλιξη της ιστορίας. Θα μπορούσα να αναφέρω κι άλλες, σημαντικότερες ακόμα ωφέλειες από την ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων, αλλά πιστεύω πως είναι σε όλους μας γνωστές.
Για να επιτευχθεί, όμως, αυτή η μαγική σχέση εφήβων και βιβλίων δεν αρκεί το τρίωρο που προτείνει το Π.Ι., ούτε η μελέτη δύο (2) το πολύ λογοτεχνικών βιβλίων και μάλιστα χωρίς στόχους, πλαίσιο και υποδομή. Σίγουρα, αν και αρκετά γενικόλογη και ασαφής η οδηγία, αποτελεί ένα πρώτο βήμα προς μια νέα αντίληψη της διδασκαλίας του μαθήματος. Εγώ όμως ονειρεύομαι, για να δανειστώ το ρήμα, συναδέλφου και φίλου, γνωστού συγγραφέα, τη μέρα που στα Γυμνάσια και τα Λύκεια θα αξιοποιηθεί η ευρωπαϊκή εμπειρία και η διδασκαλία δεν θα περιορίζεται σε ανθολόγια, αλλά σε ολόκληρα έργα. Όσοι έχουμε τελειώσει σχολεία του εξωτερικού (εγώ της Κύπρου) έχουμε διδαχτεί και αγαπήσει τη λογοτεχνία μέσα από ολόκληρα βιβλία, μυθιστορήματα ή ποιητικές συνθέσεις: ανακαλώ τη Γυφτοπούλα και τους Εμπόρους των Εθνών του Παπαδιαμάντη, την Παναγία τη Γοργόνα και τη Ζωή εν Τάφω του Μυριβήλη, τη Γαλήνη και το Νούμερο 31328 του Βενέζη, την Πριγκηπέσσα Ιζαμπώ του Τερζάκη, αλλά και το Δωδεκάλογο του Γύφτου του Παλαμά, τα ποιήματα του Καβάφη και του Καρυωτάκη, το Άξιον Εστί του Ελύτη κ.ά. Τρία ή τέσσερα μέσα στη χρονιά, σε άλλες χώρες μέχρι έξι, ανάλογα με την έκτασή τους. Και παράλληλα η διδασκαλία τους εξακτινωνόταν σε όλο το λογοτεχνικό και κοινωνικο-πολιτικό κλίμα της εποχής του συγγραφέα. Αν δηλαδή διδασκόταν ο Δωδεκάλογος του Γύφτου μάθαιναν οι μαθητές στην τάξη ή σε εργασίες και πάντα σε διάδραση με το κείμενο, για τον Παλαμά και τη γενιά του, το ιστορικό πλαίσιο, την αθηναϊκή σχολή κλπ.. Πάνω από όλα ακούγονταν στην τάξη και άλλα κείμενά τους, χωρίς άγχος και πίεση.
Επειδή όμως οι εποχές έχουν αλλάξει και η γνώση έγινε συνθετότερη, χρειάζεται η προσαρμογή στη δυναμική του χρόνου και στα σύγχρονα δεδομένα. Όπως έγραφε παλαιότερος Πρόεδρος του Π.Ι., οι κατακερματισμένες γνώσεις δε συνιστούν γνώση, ενώ η συνδυασμένη προσέγγιση, η λεγόμενη διαθεματική, μπορεί να φωτίσει από ποικίλες οπτικές το περιεχόμενο περισσότερων μαθημάτων και να προσφέρει πλουσιότερες εμπειρίες και γνώσεις. Για το λόγο αυτό, η επιλογή ενός λογοτεχνικού βιβλίου για ανάγνωση και επεξεργασία, θα μπορούσε να φωτίσει παράλληλα και ένα άλλο μάθημα, στην πρότασή μου, την Ιστορία. Τα ιστορικά βιβλία αρέσουν στους μαθητές, ενώ η Ιστορία ολοένα και απομακρύνεται από αυτούς, μετατρέπεται σε μάθημα …προς αποφυγήν, αφού η ύλη του έχει γίνει υπερβολικά πυκνή σε όγκο και ο συνοπτικός λόγος των νέων βιβλίων δημιουργεί μεγάλα προβλήματα στην κατανόηση και απόλαυση.
Αν όμως η διδασκαλία της ιστορίας δεν στηριζόταν σε μια στεγνή παράθεση γεγονότων και χρονολογιών, αλλά σε μια λογοτεχνική αφήγηση που διαπλέκει στοιχεία ιστορικά και μυθοπλαστικά, ίσως οι μαθητές μας να αφήνονταν πιο ελεύθεροι να πλάσουν στη σκέψη τους, όπως ο Καβάφης, τα ιστορικά πρόσωπα και τις εποχές. Με αυτή τη σκέψη, θα παρουσιάσω μία πρόταση διδασκαλίας της λογοτεχνίας μέσω του ολόκληρου έργου, το οποίο συνδυάζει την ιστορία με τη λογοτεχνία. Επέλεξα ως παράδειγμα το βιβλίο της Ρέας Γαλανάκη Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά. Spina ner cuore , επειδή έχει:
• συνάφεια με την Ιστορία
• εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα
• βαθύτατα ανθρώπινους χαρακτήρες
• ποιητική γλώσσα
• πρωτότυπη από αφηγηματικής σκοπιάς πλοκή
• εντοπιότητα (η συγγραφέας και η υπόθεσή του σχετίζονται με την Κρήτη).
Στον ίδιο, βέβαια, άξονα ιστορίας και λογοτεχνίας, θα μπορούσαν να επιλεγούν και άλλα βιβλία κατάλληλα για εφήβους, ανάλογα με την ηλικία τους, όπως της ίδιας συγγραφέως Ο Αιώνας των Λαβυρίνθων και Ελένη ή ο Κανένας, αλλά και: Ένας σκούφος από πορφύρα της Μάρως Δούκα, Μικρασία Χαίρε του Ηλία Βενέζη, Το πλατύ ποτάμι του Γιάννη Μπεράτη, Το διπλό βιβλίο του Δημήτρη Χατζή, Η Χάλκινη εποχή του Ρόδη Ρούφου, Θέκλη της Αθηνάς Κακούρη κ.ά.
Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά είναι ένα μυθιστόρημα εμπνευσμένο, για όσους δεν το έχουν διαβάσει, από ένα πραγματικό πρόσωπο που γεννήθηκε στην Κρήτη στις αρχές του 19ου αιώνα, αιχμαλωτίστηκε από τους Αιγυπτίους, εξισλαμίστηκε και μεγάλωσε στην Αίγυπτο. Έγινε υπουργός πολέμου και πενήντα χρόνια μετά την αιχμαλωσία του στάλθηκε στην Κρήτη για να καταπνίξει την επανάσταση του 1866, την οποία εμψύχωνε και χρηματοδοτούσε, κατά ειρωνική σύμπτωση, ο αδελφός του. Εκεί σκοτώθηκε ή δολοφονήθηκε.
Το μυθιστόρημα αποτελεί ένα δράμα σε τρεις πράξεις, την αιχμαλωσία, τα χρόνια της Αιγύπτου και την επιστροφή, οι οποίες συμπυκνώνονται σε δύο μέρη: Ι. Χρόνια της Αιγύπτου. Ο Μύθος και ΙΙ. Ημέρες Νόστου και Ιστορίας (το βιβλίο κλείνει με ένα Επιμύθιο και ένα επίμετρο). Η αφήγηση δεν ακολουθεί ευθύγραμμη πορεία, αλλά με αναλήψεις τα γεγονότα της αιχμαλωσίας ενσωματώνονται στα χρόνια της Αιγύπτου. Στο πρώτο μέρος έχουμε τριτοπρόσωπη αφήγηση και ο χρόνος ρέει υποκειμενικά, ενώ στο δεύτερο πρωτοπρόσωπη με ρεαλιστική παράθεση γεγονότων και συγκεκριμενοποίηση του χρόνου.
Το μυθιστόρημα αρχίζει με τη βίαιη αρπαγή του παιδιού από τους Οθωμανούς από μια σκοτεινή και παγωμένη σπηλιά. Με flash-back ο Ισμαήλ Φερίκ Πασάς ανακαλεί βασανιστικά τη φωτιά που έβαλαν οι Οθωμανοί στην είσοδο της σπηλιάς και τη μητέρα του «αλλόφρονη» να ορμά για να τον αγκαλιάσει, έπειτα τη βίαιη απόσπασή του. Ποτέ δεν μπόρεσε να συμφιλιωθεί με την ξαφνική απώλεια της μητέρας του: «Κι έλεγε ακόμη ότι το παιδί που λιποθύμησε στην αγκαλιά της αλλόφρονης μάνας, κοιμήθηκε αυτόν τον έξοχο θάνατο, που μόνο τα παιδιά μπορούν ν' απολαύσουν. Και πως η ίδια η μάνα του υψώθηκε πάνω απ' τον κύκλο των ανθρώπων και διαμιάς ξανασυνέλαβε, κύησε, γέννησε και ανέθρεψε τον δεύτερό της γιο». Το αγόρι αιχμαλωτίστηκε και κατέληξε στην Αίγυπτο, πήρε βαθμούς και αξιώματα, φοίτησε στη στρατιωτική σχολή του Καΐρου, αφού τον επέλεξε προσωπικά ο Μωχάμετ Άλη, είχε νέα θρησκεία και μιλούσε άλλη γλώσσα, έγινε υπουργός πολέμου. Ακολούθησε τον Ιμπραήμ στους πολέμους του, δέθηκε μαζί του με βαθιά φιλία και πένθησε για τον χαμό του. Κάποια στιγμή τον επισκέφτηκε ο Ιωάννης Καμπάνης ή Παπαδάκης, ένας ξάδελφός του, και του μίλησε για τη μητέρα του και τις τρεις εκδοχές του θανάτου της, για τον αδελφό του που σώθηκε και ζούσε στην Αθήνα δεμένος με όρκο να υποστηρίξει ηθικά και οικονομικά την επανάσταση στην Κρήτη κι ο Ισμαήλ αλληλογράφησε μαζί του και γέμισε με νοσταλγία γι' αυτόν, για το οροπέδιο και το σπίτι του.
Στο δεύτερο μέρος παρουσιάζεται ο νόστος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά, επικεφαλής του Αιγυπτιακού στόλου. Επέστρεφε ως εχθρός στα παιδικά του μέρη, αντίπαλος του ίδιου του αδελφού του, για να συναντήσει το θάνατό του. Στο Επιμύθιο, ο αφηγητής παρουσιάζει τις τρεις εκδοχές του θανάτου του.
Οι στόχοι της διδασκαλίας είναι:
• Η σκιαγράφηση της εποχής των κρητικών εξεγέρσεων, ιδίως στις ανατολικές επαρχίες της Κρήτης, στα μέσα του 19ου αιώνα. Το βιβλίο αναφέρεται στη μεγάλη κρητική επανάσταση του 1866-1869 εναντίον του τουρκοαιγυπτιακού στρατού που κατευθύνθηκε εναντίον των επαναστατών του οροπεδίου του Λασιθίου με αρχιστράτηγο τον Ομέρ Πασά. Το Μάιο του 1867 κάλεσε σε βοήθεια τους στρατηγούς Ρεσίτ Πασά και Αλή Ριζά (αρχηγούς των Τουρκικών Δυνάμεων) και τον Ισμαήλ Φερίκ Πασά (επικεφαλής των Αιγυπτιακών δυνάμεων) και τους έδωσε την εντολή να καταλάβουν πάση θυσία το Λασίθι. Από τις 20 ως τις 29 του Μάη γίνονται σκληρές μάχες μεταξύ των Κρητών επαναστατών και των τουρκοαιγυπτίων, οι οποίοι τελικά τους νίκησαν με το πλήθος τους.
• Η γνωριμία με τη δραματική, διφυή ιστορική προσωπικότητα του Ισμαήλ Φερίκ Σελίμ Πασά. Η ιστορία του αρχίζει τον Ιανουάριο του 1823, κατά την καταστροφή του Οροπεδίου του Λασιθίου, όταν οι Τούρκοι κατέσφαξαν τον παπά του χωριού Ψυχρού Λασιθίου, Φραγκιά Καμπάνη-Παπαδάκη, και αιχμαλώτισαν τα παιδιά του, ηλικίας 13–14 ετών, τον Αντώνιο Φρ. Παπαδάκη (1810–1878), που μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, και τον Εμμανουήλ Φρ. Παπαδάκη (1809-1867), που πήγε στην Αίγυπτο, εξισλαμίστηκε και στη συνέχεια εξελίχθηκε σε πασάς. Πέθανε στην Κρήτη την περίοδο της επανάστασης. Σύμφωνα με την παράδοση, όταν έφτασε στο Λασίθι με τον Ομέρ πασά, για να κατασφάξει τους επαναστατημένους Λασιθιώτες, γνώρισε τον τόπο της γέννησης του, θυμήθηκε τους γονείς του και επειδή δεν ήθελε να συνεχίσει τον πόλεμο (λέγεται μάλιστα ότι βοήθησε τους ντόπιους για να αποτραπεί μεγαλύτερη αιματοχυσία) ο Ομέρ Πασάς έβαλε να τον δολοφονήσουν, δίνοντας του να πιει δηλητηριασμένο καφέ. Κατ’ άλλη εκδοχή σκοτώθηκε στη μάχη. Η σορός του μεταφέρθηκε στην Αίγυπτο, όπου τάφηκε, και στη θέση αυτή έχει ανεγερθεί μεγαλόπρεπο μνημείο. Τα στοιχεία αυτά παρουσιάζονται στο βιβλίο της Γαλανάκη με ιστορική ακρίβεια .
• Ο προβληματισμός σχετικά με τη διαπλοκή Ιστορίας και Λογοτεχνίας ή πώς η ιστορία πλάθει λογοτεχνία και αντίστροφα. Θα πρέπει να επισημανθεί, βέβαια, και να συζητηθεί πως η συγγραφέας, όπως δηλώνει στο επίμετρο του βιβλίου της, με το έργο αυτό δεν ενδιαφερόταν να γράψει Ιστορία, αλλά να χρησιμοποιήσει την Ιστορία ως άλλοθι για να αναδείξει την ψυχοσύνθεση του ήρωά της. Γράφει συγκεκριμένα ότι «δεν είχε πρόθεση να κάνει ιστορικό μυθιστόρημα ή μυθιστορηματική βιογραφία με την τρέχουσα τουλάχιστον σημασία». Επιλέγει μεν το αφηγηματικό της υλικό από την ιστορία, αλλά η πρόθεσή της είναι να συμπληρώσει το ελλειπτικό ιστορικό υλικό με λογοτεχνική, μυθοπλαστική αφήγηση, στα σημεία όπου αφήνονται «οι απαραίτητες ρωγμές για τη λογοτεχνία». Έτσι, έχουμε στο μυθιστόρημα αυτό μια αριστοτεχνική συνύφανση του μύθου με την ιστορία.
• Η προβολή των ψυχικών συγκρούσεων που ταλανίζουν τον ήρωα λόγω της διχασμένης του φύσης μεταξύ δύο θρησκειών, εθνοτήτων, πολιτισμών. Ο Ισμαήλ Φερίκ πασάς ενσαρκώνει ένα τραγικό πρότυπο, το πρότυπο του διχοτομημένου ανθρώπου, με διπλή συνείδηση και ταυτότητα και με βασανιστικά διλήμματα.
• Ο φιλοσοφικός προβληματισμός για την υφή της ανθρώπινης προσωπικότητας και του αιώνιου νόστου.
• Η ανάδειξη των ποικίλων αφηγηματικών τεχνικών και της ποιητικότατης γλώσσας της συγγραφέως.
Το βιβλίο ενδείκνυται για τη Γ΄ Λυκείου ή για τη Γ΄ Γυμνασίου (με λιγότερους στόχους), επειδή σ’ αυτές τις τάξεις διδάσκονται το Κρητικό ζήτημα. Άλλωστε, στα ΚΝΛ Γ΄ Λυκείου περιλαμβάνεται ήδη ένα απόσπασμα του έργου. Αν λόγοι ανωτέρας βίας (οι πανελλήνιες) δεν μας αφήσουν να το διδάξουμε στη Γ΄ Λυκείου, το προτείνουμε για τη Β΄. Αν επιθυμούμε να εντάξουμε την ανάγνωσή του στο ισχύον αναλυτικό πρόγραμμα, θα πρέπει να αφιερώσουμε περισσότερες από τρεις ώρες που προβλέπει το Π.Ι., γιατί δεν επαρκούν. Σε κάθε περίπτωση, θα ήταν προτιμότερο η ανάγνωση να γίνει στην τάξη. Μια καλή λύση θα ήταν να διαβαστεί σε κάποιο λογοτεχνικό εργαστήριο ή λέσχη ανάγνωσης και στη συνέχεια να συζητηθεί στην τάξη. Η ανάγνωση από τον καθηγητή έχει πολλά πλεονεκτήματα, ιδίως αν επιλέγουμε ένα βιβλίο για παιδιά Γυμνασίου. Σε μια ανάλογη πρόταση, την οποία παρουσιάσαμε στο ετήσιο Συνέδριο της Π.Ε.φ. στη Μυτιλήνη, ένα επίσης ιστορικό μυθιστόρημα για την Α΄ Γυμνασίου (το Έγκλημα στην Αρχαία Αγορά της Claude Mossé) οι μαθητές στο ερωτηματολόγιο δήλωσαν ότι τους άρεσε που το διάβαζαν στο σχολείο, γιατί η «κυρία» τούς το εξηγούσε παράλληλα και το κατανοούσαν.
[1] Η συγγραφέας τελείωσε το Ιστορικό Αρχαιολογικό Τμήμα της Φιλοσοφικής Σχολή του Παν. Αθηνών.
Συνεχίζεται...
