Του Συνδέσμου Φιλολόγων
Συνεχίζουμε και σήμερα τη δημοσίευση των εισηγήσεων από την ημερίδα του Συνδέσμου Φιλολόγων. Στο σημερινό φύλλο παρουσιάζουμε το τελευταίο μέρος της εισήγησης των συναδέλφων Καλλιρρόης Κωνσταντοπούλου και Ζωής Παπαδημητρίου για τη διδασκαλία κειμένων της Βαλκανικής Λογοτεχνίας ως παράλληλων κειμένων στο μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Στο επόμενο φύλο σειρά έχει η εισήγηση της Σχολικής Συμβούλου κ. Αγάθης Γεωργιάδου με θέμα: «Λογοτεχνία και Ιστορία ή το τερπνόν μετά του ωφελίμου - Μια πρόταση για τη διδασκαλία της λογοτεχνίας».
Από τους Γιουγκοσλάβους συγγραφείς, ξεχωρίζει επίσης ο Ντανίλο Κις (1935-1989). Θεωρείται μάλιστα ο τελευταίος Γιουγκοσλάβος συγγραφέας. Ο πατέρας του πέθανε, όταν ήταν 8 ετών, στο Άουσβιτς. Όταν ήταν 16 χρόνων, έχασε και τη μητέρα του. Ο ίδιος έζησε πολλές κακουχίες και φτώχεια αλλά κυρίως έζησε με το φόβο των φασιστών, των αστυνομικών και των μεθυσμένων χωρικών.
Αυτόν το φόβο και τα βάσανα της παιδικής του ηλικίας ξετυλίγει ο συγγραφέας με το μοναδικό του τρόπο στο βιβλίο «Πρώιμα βάσανα», που αποτελείται από μικρές ιστορίες. Τα «πρώιμα βάσανα» είναι μια συλλογή διηγημάτων με κοινό πυρήνα τις παιδικές μνήμες του συγγραφέα στο Μαυροβούνιο κατά το Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο. Κάθε ιστορία αποτελεί ένα στιγμιότυπο. Καθώς όμως οι ιστορίες ξεδιπλώνονται, τα πρόσωπα - ο ίδιος ο συγγραφέας, η μητέρα του, η αδελφή του, η Άννα - πηγαινοέρχονται ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν και η εικόνα συμπληρώνεται. Παρόλα αυτά, ο Κις δε θεωρούσε αρκετές τις εμπειρίες για να γίνει κάποιος συγγραφέας. Πίστευε ότι για να γίνει κανείς συγγραφέας πρέπει να ενδιαφέρεται κυρίως για ζητήματα τεχνικής. Γι’ αυτό και οι ιστορίες του από τη μια μοιάζει να γράφτηκαν από το χέρι ενός παιδιού, από την άλλη έχουν όμως τη ρώμη και τη στιβαρότητα ενός μεγάλου συγγραφέα.
Ο δρόμος με τις αγριοκαστανιές, ένα σκυλί που μιλά, ο θάνατος των αλόγων από πείνα, η δολοφονία των νεογέννητων γατιών από λόγους φιλανθρωπίας, η παρ’ ολίγον δηλητηρίαση της οικογένειάς του από τα μανιτάρια, είναι μερικές από τις ιστορίες που μπορεί να συγκινήσουν και να προσελκύσουν κάθε αναγνώστη. Οι εξαιρετικής ευαισθησίας αυτές αφηγήσεις με πρωταγωνιστή τον ίδιο, την οικογένειά του αλλά και μια σειρά από ζώα που υποφέρουν εξίσου με τους ανθρώπους από τις σκληρές συνθήκες ζωής και τον πόλεμο μπορούν να συγκινήσουν και έναν ενήλικα αναγνώστη και να αξιοποιηθούν από το φιλόλογο ως παράλληλα κείμενα με πολλά από τα κείμενα της Νεοελληνικής λογοτεχνίας. Όλο το βιβλίο άλλωστε είναι ένα ταξίδι επιστροφής στον κόσμο της χαμένης αθωότητας. Ένα ταξίδι αναμνήσεων σ’ ένα κόσμο πρόωρης θλίψης.
Το κορυφαίο όμως έργο του Ντανίλο Κις είναι το « Ένας τάφος για τον Μπορίς Νταβίντοβιτς». Σπονδυλωτό μυθιστόρημα με επτά ιστορίες ή μάλλον επτά κεφάλαια μιας ιστορίας με άξονα τις σταλινικές εκκαθαρίσεις στην Κομιντέρν κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου. Σ’ αυτό το έργο, ο Κις περιγράφει τα βασανιστήρια που τσακίζουν το φρόνημα και τις καλά στημένες παγίδες που στήνει το καθεστώς, για να διαλύσει τους ανυπότακτους. Μέσα στο έργο ο συγγραφέας μπλέκει πρόσωπα και πράγματα της Ιστορίας με φανταστικούς ήρωες και γεγονότα, επειδή δεν ενδιαφέρεται να αποκαταστήσει την Ιστορία αλλά να μιλήσει για τον τρόπο που χρησιμοποιεί κάθε κομματικός μηχανισμός προκειμένου να κατατροπώσει τα άτομα. Ένα θρίλερ στο οποίο τα πρόσωπα είναι παγιδευμένα σ’ ένα παιχνίδι εξουσίας, προβοκάτσιας και βίας. Επτά πρόσωπα που θα μπορούσαν να είναι ένα, ο Μπορίς Νταβίντοβιτς, πρόσωπο σύμβολο του αγώνα ενάντια στα απολυταρχικά καθεστώτα. Μέσα στο βιβλίο ο Μπορίς από τα εφηβικά του χρόνια υπηρετεί την Επανάσταση, αλλά συλλαμβάνεται με την κατηγορία της παρανομίας. Ο Νταβίντοβιτς έρχεται αντιμέτωπος με τον ανακριτή Φιεντούκιν. Ο πρώτος αρνείται να μιλήσει, για να μην προδώσει τα ιδανικά της Επανάστασης, ενώ ο ανακριτής βλέπει αυτήν την άρνηση ως προδοσία της Επανάστασης. Ο Φιεντούκιν, άριστος γνώστης της ψυχολογίας κρατουμένων, σκέφτεται να χτυπήσει τον Μπορίς σ’ ό,τι του έχει απομείνει: τον εγωισμό του. Θα πληρώνεται κάθε μέρα της άρνησης του με το θάνατο ενός νέου μπροστά του. Και οι δύο πρωταγωνιστές είναι εντέλει θύματα της άκαμπτης στάσης τους και της ηθικής, που προέρχεται από την ιδεολογία τους. Αυτήν η παράνοια που είναι διάχυτη σε όλο το βιβλίο και αποδίδεται εξαιρετικά από τον Κις, είναι η ίδια παράνοια που περιγράφεται από τον Ανδρέα Φραγγιά στο «Λοιμό».
Στην περιήγησή μας αυτή, μεταξύ πολλών άλλων, γνωρίσαμε και τον Ντόμπριτσα Τσόσιτς (1921). Στο έργο του «Η εποχή της εξουσίας» ο συγγραφέας περιγράφει την ισοπέδωση κάθε ιδεολογίας. Ο πρωταγωνιστής, Ιβάν Κάτιτς, βρίσκεται για τρίτη φορά φυλακισμένος, βασανισμένος και κυρίως εξευτελισμένος. Μόνη του παρηγοριά στις ατέλειωτες ώρες βασανιστηρίου το μπλε βότσαλο, που βρήκε μια μέρα, σκάβοντας στην ακροθαλασσιά. Ήταν κι αυτό μέρος ενός πρωτότυπου βασανιστηρίου. Έπρεπε να απομακρύνει την άμμο από τη θάλασσα ή την άμμο από τη θάλασσα. Πώς τα μικρά κι ασήμαντα μπορεί να αποκτήσουν τεράστια σημασία και να προσφέρουν μια σταγόνα χαράς στον άνθρωπο, μας το έχει διδάξει και ο Στρατής Μυριβήλης στη «Μυστική παπαρούνα».
Κορυφαίο έργο της Σερβικής λογοτεχνίας θεωρείται το «Βρόμικο αίμα» του Μπόρισαβ Στάνκοβιτς (1876-1927), στο οποίο ο συγγραφέας περιγράφει με ρεαλισμό τα οδυνηρά αδιέξοδα της γυναικείας μοίρας. Επίσης, το «Πατέρες και προπάτορες» του Σλόμπονταν Σέλενιτς είναι έργο που μας θυμίζει ότι τους λαούς της Βαλκανικής μας καταδιώκουν οι ίδιοι δαίμονες. Για λόγους οικονομίας χώρου, αναγκαζόμαστε να παραλείψουμε το μεγάλο και πολύ Μίλοραντ Πάβιτς (1929-2009). Κάθε καινούριο βιβλίο του συμβάλλει στην αποδόμηση της κλασικής φόρμας του μυθιστορήματος. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι τη γραμμική αφήγηση θα την αντικαταστήσει η μη γραμμική και διαδραστική αφήγηση, αυτή δηλαδή που επιτρέπει στον αναγνώστη να παρεμβαίνει στο κείμενο με τον τρόπο που επιλέγει τις διαδρομές του στο Ίντερνετ.
Η Βουλγαρία υπήρξε μια χώρα που δεν είχε ιδιαίτερες επαφές με την Ευρώπη, άρα δε δέχτηκε επιδράσεις από αυτή και δεν είναι τυχαίο ότι οι Βούλγαροι συγγραφείς μόλις τελευταία άρχισαν να μεταφράζονται στην Ευρώπη, ενώ ο υπερρεαλισμός εισήχθη στη χώρα μετά το ’89. Αξίζει να αναφερθεί ότι στη Βουλγαρία, όπως και στη Ρουμανία, κατά τη διάρκεια του κομμουνιστικού καθεστώτος παρατηρείται η αντίφαση από τη μία τα γράμματα να απολαμβάνουν μεγάλη κρατική υποστήριξη, από την άλλη να ελέγχονται και να λογοκρίνονται οι συγγραφείς και τα έργα τους. Οι Βούλγαροι συγγραφείς, για να ξεφύγουν από τη λογοκρισία, που επέβαλλε το καθεστώς, χρησιμοποιούσαν μεταφορικά σχήματα, συμβολισμούς και μύθους. Η ποίηση κατείχε – και εξακολουθεί να κατέχει- τα πρωτεία στη Βουλγαρική λογοτεχνία. Λαμπρός εκπρόσωπος της Βουλγαρικής λογοτεχνίας είναι ο Ιορντάν Ραντίτσκοφ, αλλά και ο Γιόρνταν Γιόφκωφ (1880-1937) θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους Βούλγαρους διηγηματογράφους. Σε πολλούς φιλόλογους μπορεί να είναι γνωστός από το «Άσπρο χελιδόνι» που ανθολογείται στη Νεότερη Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία (Β΄Λυκείου). Πηγή έμπνευσης και χώρος δράσης των έργων του Γιόφκωφ είναι τα Βαλκάνια. Η γραφή του είναι ρεαλιστική, συχνά νατουραλιστική – την ίδια εποχή εξάλλου αναπτύσσεται ο ρεαλισμός και ο νατουραλισμός και στην Ελλάδα με τον Παπαδιαμάντη, Καρκαβίτσα, Θεοτόκη – και περιγράφει τους χωρικούς και την αγροτική ζωή της πατρίδας του.
Ο Βούλγαρος κριτικός Γιόρνταν Μπάντεφ μεταξύ άλλων γράφει τα εξής για το συγγραφέα και το έργο του: «Ο Γ. Γιόφκωφ είναι από κείνους τους ποιητές - λογοτέχνες που συναρπάζουν την ψυχή και σχεδόν δεν υποτάσσονται σε μεθοδικές αναλύσεις και συμπεράσματα. Σαν το μεγάλο έρωτα: αγαπάς και δεν μπορείς ούτε τον εαυτό σου, ούτε σ’ άλλον να εκμυστηρευτείς τι κυρίως και γιατί αγαπάς. Προτιμά να περιγράφει καλλιτεχνικά το απλό, το διάφανο, το συνηθισμένο της καθημερινής ζωής. Και γι’ αυτό βρίσκει τα θέματα και τους ήρωές του στους μεταξύ των χωριών δρόμους και τα χάνια, όπου κανείς θνητός δεν τους βλέπει ούτε τους υποπτεύεται». (Και η κριτική του Μπάντεφ και το διήγημα «Σεραφείμ» βρίσκονται στο διαδίκτυο, στην ηλεκτρονική σελίδα του Ε.ΚΕ.ΒΙ. - www.ekebi.gr) Το διήγημά του, «Σεραφείμ», περιγράφει έναν αγαθό ανθρωπάκο, φτωχό, με ένα χιλιομπαλωμένο παλτό, που, όταν συναντά μια γυναίκα σε χειρότερη κατάσταση από αυτόν, προτιμά να της δώσει τα χρήματα, που με κόπο είχε συγκεντρώσει, παρά να αγοράσει καινούριο παλτό.
…Την άλλη μέρα ο Ένιος ήρθε αργά ν’ ανοίξει. Βρήκε το Σεραφείμ καθισμένο στον πάγκο, κι όπως χτες, να κόβει με το σουγιά του ψωμί και να τρώει. Στάθηκε κοντά του, τον κοίταξε πολλή ώρα και του είπε.
- Τι πήγες κι έκανες;
- Τι έκανα; σε κανέναν τίποτα δεν έκανα, απάντησε ήσυχα ο Σεραφείμ.
- Έδωσες λεφτά στην Παυλίνα, τη συγγενή μου που ήταν χτες εδώ, που γύρευε λεφτά από μένα. Ήμουνα τώρα σπίτι της και μου το είπε. Πώς δίνεις έτσι λεφτά σ’ έναν άνθρωπο που δεν ξέρεις; Μπορεί να σε γελάσει, να μη σου τα γυρίσει.
- Μπα! θα μου τα γυρίσει. Ας πάει τον άντρα της στο νοσοκομείο, οι γιατροί μπορεί να τον κάνουν καλά. Κι έπειτα, ξέρεις τι συμφωνήσαμε; Όταν ο θεός δώσει σ’ εκείνην, θα δώσει κι αυτή σε μένα. Δε βιάζομαι.
Ο Ένιος δάγκωσε τα χείλη του και σώπασε.
- Και παλτό; Με τι θ’ αγοράσεις παλτό; τον ρώτησε.
Ο Σεραφείμ πήρε το παλτό του από τον πάγκο και το ξεδίπλωσε.
- Το παλτό μου είναι μια χαρά… δεν έχει τίποτε.
Χαμογελούσε κι έγερνε το κεφάλι του σα να μετρούσε τα μπαλώματα ή σα να θυμότανε κάτι. Δέκα και πάνω χρόνια είναι που θέλει ν’ αγοράσει παλτό. Ενόσω ήταν νέος, ό,τι έβγαζε το έπινε. Τώρα πια δεν έπινε, γιατί δεν ήταν πολύ γερός αλλά συχνά έδινε τα λεφτά του όπως τα είχε δώσει σήμερα το πρωί στην Παυλίνα. Από τότε είχαν αρχίσει να παρουσιάζονται στο παλτό του τα μεγάλα αυτά μπαλώματα από σταχτί αμπά.
- Το παλτό μου είναι μια χαρά … εξακολούθησε με κάποια ξέχωρη αγαλλίαση στη φωνή του. αν το μπαλώσω πάλι, θα βγάλω κι αυτό το χειμώνα. Πάλι, αν μου είναι γραμμένο, μπορεί μ’ αυτό να παρουσιαστώ εμπρός στο θεό. Κι εκεί, στον άλλο κόσμο, αυτό το παλτό μπορεί να με βοηθήσει. Μπορεί εκεί να μου δώσουν καινούργιο παλτό, χρυσαφένιο, σα να λέμε πολύτιμο….
Ο Σεραφείμ μιλούσε στον Ένιο, όμως δεν τον κοίταζε. Με το παλτό πάνω στα γόνατά του κοιτούσε εμπρός του και χαμογελούσε.
(μετφ. Α. Άργης)
Στην Ελλάδα ό,τι γνωρίζουμε για τη ρουμανική λογοτεχνία επικεντρώνεται κυρίως στον Παναΐτ Ιστράτι, στο Μιρτσέα Ελιάντε (1907-1986) και το Μιχαήλ Σαντοβεάνου (διήγημα με τον τίτλο «Ο νυχτοφύλακας» ανθολογείται στη Νεότερη Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία (Β΄ Λυκ.).
Ο Παναΐτ Ιστράτι (1884-1935), γνωστός λόγω της ελληνικής του καταγωγής από τον πατέρα του και της φιλικής του σχέσης με το Νίκο Καζαντζάκη υπήρξε αυτοδίδακτος και γεννημένος δημιουργός, ένας παθιασμένος του βιβλίου, του ταξιδιού, της γνώσης. Ο Ιστράτι είναι ένας «ανατολίτης», που έχει το χάρισμα των αφηγήσεων, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς από το αυτοβιογραφικό του έργο “O Σφουγγαράς και άλλα διηγήματα”. Σε ένα από αυτά, περιγράφει πώς έπιασε δουλειά, παιδί 12-13 χρονών, σε μια ταβέρνα, για να βγάζει μόνος του το ψωμί του και να μην επιβαρύνει τη μάνα του. Οι συνθήκες εργασίας εκεί ήταν σκληρές: δούλευε ασταμάτητα, έτρωγε μπόλικο ξύλο, εκείνο που τον πείραζε όμως περισσότερο ήταν ότι δεν μπορούσε να τριγυρνά πλέον ελεύθερα στους δρόμους όπως πριν.
…Ξαφνικά ο ταμίας θυμόταν ότι έπρεπε να σκουπίσουμε τη χρούμπα, την αυλή και τις αποθήκες, να καθαρίσουμε τα αποχωρητήρια, να πλύνουμε τα τζάμια, να ρίξουμε στα βαρέλια ζεστό νερό, να μεταφέρουμε κρασί από το ένα βαρέλι στο άλλο, να κόψουμε ξύλα.
Αυτό ήταν το δικό μας Μετάλλιο Εργασίας. Φθείραμε τα νιάτα μας για να σερβίρουμε γλεντζέδες, λαίμαργους και πότες. Περπατούσαμε σκουντουφλώντας από το πρωί μέχρι μετά τα μεσάνυχτα … χαστούκια για να ξυπνήσουμε, χαστούκια για να κοιμηθούμε… Μοιάζαμε με ποτήρια που όλοι τα χρησιμοποιούν για να πίνουν και με πιρούνια. Ποιος τα προσέχει τα αντικείμενα; Ποιος αναλογίζεται τι γίνονται μετά τη χρήση τους; Ποια μάτια έχουν χρόνο να κοιτάξουν το γκαρσόνι μιας ταβέρνας;
Η δύσκολη του ζωή δεν τον εμποδίζει να επαναστατεί, να φιλοσοφεί. Μέσα από τα λόγια του συγγραφέα υψώνεται φωνή διαμαρτυρίας των παιδιών που αναγκάζονται να εργαστούν και να παλέψουν. Είναι η φωνή των παιδιών που δουλεύουν στα φανάρια, είναι ο «Κωνσταντής» της Ψαραύτη και ο «Βάνκας» του Τσέχωφ.
… Το παιδί είναι η αρχή και το τέλος του κόσμου. Μόνο αυτό καταλαβαίνει τη ζωή γιατί προσαρμόζεται σ’ αυτή, και προσωπικά θα πιστέψω σ’ ένα καλύτερο μέλλον για την ανθρωπότητα την ημέρα που θα γίνει επανάσταση για το παιδί. Όταν ο άνθρωπος παύει να είναι παιδί, γίνεται τέρας: απαρνιέται τη ζωή και διχάζεται όλος υποκρισία.
Το παιδί πλάσμα εύθραυστο, ευσυγκίνητο και διψασμένο για ζωή, έχει παραδοθεί σε ανθρώπινα τέρατα, αμαθέστατα και γεμάτα εγωισμό, που το σπάνε στο ξύλο, όταν το εξουσιάζουν .
Εδώ νομίζουμε ότι πρέπει να τελειώσει η περιπλάνηση στη λογοτεχνία των άλλων λαών της Βαλκανικής. Ίσως κάποια στιγμή γίνει και δική σας πεποίθηση ότι εμάς όλους, τους λαούς των Βαλκανίων, περισσότερα μας ενώνουν παρά μας χωρίζουν. Διαπιστώσαμε, ακούγοντας αυτούς που τραγουδούν δίπλα μας, ότι η λογοτεχνία τους και σπουδαία είναι και σπουδαίους συγγραφείς διαθέτει, κι ας μην είναι τόσο γνωστή όσο των Δυτικοευρωπαίων. Άλλωστε η ζωντανή λογοτεχνία είναι ο καλύτερος τρόπος γνωριμίας ανάμεσα σε λαούς, που οι ιστορικές περιστάσεις τους κράτησαν σε απόσταση.
. Τέλος παρουσίασης
Συγκροτήθηκε σε σώμα το νέο Διοικητικό Συμβούλιο του Συνδέσμου Φιλολόγων με την εξής σύνθεση:
Πρόεδρος: Ειρήνη Βογιατζή (Πειραματικό Λύκειο)
Αντιπρόεδρος: Λία Καρίμαλη (Β’ Λύκειο)
Γενική Γραμματέας: Λιάνα Παναγιωτάκη (Πειραματικό Γυμνάσιο)
Οργανωτική Γραμματέας: Αλεξάνδρα Ζερβουδάκη (Γυμνάσιο Ατσιπόπουλου)
Ειδική Γραμματέας: Κασσάνδρα Μπεϊκάκη (Πειραματικό Λύκειο)
Ταμίας: Βασιλική Πουλοπούλου (1ο Γυμνάσιο)
Έφορος Βιβλιοθήκης: Μαρία Μανιουδάκη (Πειραματικό Λύκειο)
Στο Εποπτικό Συμβούλιο εξελέγησαν οι: Χρήστος Σουρουλής, Μαίρη Γουργολίτσα και Σάσα Χασάπη. Το απερχόμενο Δ.Σ. ελπίζει ότι θα είναι γόνιμη και δημιουργική η θητεία του νεοεκλεγέντος Δ.Σ. για την ευόδωση των σκοπών του Συνδέσμου.
