Του Αιμίλιου Γάσπαρη
email: [email protected]
Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε ένα καλαίσθητο λεύκωμα με θέμα του το Αμάρι, αυτή την περιοχή που έχει να επιδείξει σήμερα πολλά κι σημαντικά και που έχει μείνει ακόμα λίγο έξω από αυτό που έχει παρασύρει τις άλλες περιοχές του νομού μας. Δεν μας έχουν συνηθίσει επίσης οι διάφοροι φορείς σε τέτοιες κινήσεις στις οποίες με τόσο ευαίσθητο τρόπο να παρουσιάζονται εργασίες που την δική τους καλλιτεχνική αξία έχουν και τον τόπο μας προβάλλουν και παρουσιάζουν τη πορεία και τη δράση συγκεκριμένων προσώπων που πραγματικά και με ανιδιοτέλεια αγαπούν τον τόπο και που αξίζουν να τα γνωρίζουμε.
Το περιεχόμενο του λευκώματος,που την ευθύνη της έκδοσής του έχουν η Κοινωνική Ομάδα Γυναικών Αμαρίου και ο Πολιτιστικός Σύλλογος Αμαρίου- Οψιγιά « Η ΣΑΜΙΤΟΣ», αποτελείται από ένα συνδυασμό εικόνας και λόγου. Ανήκει στην κατηγορία των βιβλίων που μας ικανοποιούν από την πλευρά της ζωγραφικής από τη μια και από την πλευρά της ποίησης από την άλλη.Το λεύκωμα «Νευς Αμάρι» είναι ένα κομψό και ιδιαίτερα προσεγμένο βιβλίο που μέσα από τις σελίδες του μας κάνει να νοσταλγήσουμε κάτι που δεν είναι παλιό , που όμως έχει αλλάξει και συνεχίζει να αλλάζει με γοργούς ρυθμούς. Οι συγκεκριμένοι τοπικοί φορείς με αυτή την ωραία πρωτοβουλία μας κάνουν να θυμηθούμε και να γνωρίσουμε καλύτερα την δημιουργό Έλλη-Μαρία Κομνηνού Νενεδάκη. Τα σχέδια και τα κείμενα του βιβλίου αποτελούν έργα της παραπάνω καλλιτέχνιδας που η σχέση της με το Αμάρι και με το Ρέθυμνο γενικότερα ήταν και είναι πολύ ουσιαστική. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως υπήρξε η σύζυγος και η σύντροφος του μεγάλου ρεθεμνιώτη συγγραφέα Ανδρέα Νενεδάκη, που έχει βέβαια φύγει από κοντά μας , το έργο του όμως παραμένει και αποτελεί μια ανεξίτηλη σφραγίδα για την πόλη μας και τον τόπο μας ευρύτερα. Την αγάπη του για τον τόπο ο Ανδρέας την πέρασε στην Έλλη και έτσι έχουμε τώρα με το βιβλίο αυτό ένα ακόμη δείγμα της αμφίδρομης σχέσης της δημιουργού με τον τόπο.
Το λεύκωμα «Νευς Αμάρι» περιέχει μια σειρά σχεδίων που απεικονίζουν πρόσωπα από την περιοχή αυτή που δέχτηκαν να αποτελέσουν το θέμα της ζωγράφου και που πραγματοποιήθηκαν τη χρονική περίοδο 1973 έως 1986, κατά την οποία ο Ανδρέας και η Έλλη επισκέπτονταν το Αμάρι. Τα σχέδια και τις ευάριθμες ακουαρέλες που υπάρχουν στην έκδοση συμπληρώνουν τα κείμενα της Έλλης που τα διακρίνει πρώτα από όλα η ειλικρινής σχέση που αναπτύχθηκε με τους κατοίκους των οποίων τα πρόσωπα σήμερα αποτελούν μια γοητευτική στιγμή, μια στιγμή που αιχμαλωτίστηκε με μαεστρία και που ξεπερνά τα δοσμένα όρια του χρόνου. Τα κείμενα εκφράζουν τη στενή και ειλικρινή επαφή του καλλιτέχνη με το ανθρώπινο και φυσικό περιβάλλον και επεξηγούν με τον καλύτερο τρόπο τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, ακόμα και την διάθεση που οδήγησε στο κάθε σχέδιο ξεχωριστά. Η σημείωση «σχέδια και κείμενα από το χέρι της» μας υποδεικνύει την στενή προσωπική σχέση που από τη ζωγράφο καλλιεργήθηκε και που συνάντησε μια ιδιαίτερη αποδοχή από τους απλούς κατοίκους του χωριού με τα χαρακτηριστικά που παρέμεναν ανόθευτα και ακόμα ανεπιτήδευτα. Ο χρόνος των διακοπών στο Αμάρι για την Έλλη υπήρξε πολύ δημιουργικός και όπως γράφει «κινιόταν σ’ έναν χώρο εκπληκτικό σε ποικιλία μορφών και χρωμάτων». Σ’ έναν χώρο που υπήρξαν «στιγμές της φύσης σιωπηρές γεμάτες μνήμες , άλλοτε οξείες, αιχμηρές, όλο συγκρούσεις» και « φευγαλέες πολλές φορές αλλά ποτέ ασήμαντες» που θέλησε να τις κρατήσει στο χαρτί για πάντα.
Τα σχέδια μαζί με τα κείμενα αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο και διατηρούν στις σελίδες του λευκώματος συνεχώς το ιδανικό δέσιμό τους και τον δεσμό τους επίσης στο αρχικό ερέθισμα.Τοπία, πρόσωπα και ανεπαίσθητος σχολιασμός και τρυφερότητα και εντυπώσεις αλλά και αμφιβολίες με κοινή συνιστώσα τον ορεινό όγκο και το διάφανο των σχέσεων και των γραμμών. Τα κείμενα μας βοηθούν να προσεγγίσουμε κάποιες λεπτότατες περιοχές που αφορούν την σύνθεση και μας φέρνουν και πιο κοντά στην Έλλη που, πρέπει να σημειωθεί, με τη δωρεά των συγκεκριμένων σχεδίων στην πινακοθήκη της πόλης μας, έδειξε την αγάπη της και το ενδιαφέρον της για τον τόπο μας. Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσω ότι η Έλλη μετά το θάνατο του Ανδρέα Νενεδάκη ασχολήθηκε για αρκετό χρονικό διάστημα με το πλουσιότατο και πολύ σημαντικό αρχείο του με τέτοιο τρόπο που τώρα να είναι προσιτό από τους ειδικούς επιστήμονες, αφού αυτό δόθηκε στη Δημοτική Βιβλιοθήκη του Ρεθύμνου.
Όμως δεν πρέπει να θεωρούμε πως η παρουσία της Έλλης στρεφόταν μόνο γύρω από τον μεγάλο μας συγγραφέα και το έργο του και τον τόπο μας. Η ίδια έχει να επιδείξει πλούσια δραστηριότητα και στον καλλιτεχνικό χώρο και στην εκπαίδευση και στο γράψιμο. Οι σπουδές της, από την Αθήνα στη σχολή Δοξιάδη και στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών μέχρι στη Στοκχόλμη χαρακτική και στο Παρίσι τοιχογραφία, υπήρξαν πλούσιες και με πολλές διακρίσεις. Έχει πραγματοποιήσει οκτώ ατομικές εκθέσεις ζωγραφικής, από αυτές τις τρεις στο Ρέθυμνο. Έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές εκθέσεις και στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, επίσης και σε αρκετές Πανελλήνιες Καλλιτεχνικές Εκθέσεις. Έχει διδάξει σε πολλές σχολές διακοσμητική και έχει εργαστεί στο Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα της Αθήνας από το οποίο αποχώρησε ως Επίκουρος Καθηγήτρια το 1987. Έχουν γίνει πολλές παρουσιάσεις για την ίδια και το έργο της και έχουν δημοσιευτεί πολλές κριτικές σε περιοδικά και εφημερίδες. Έργα της έχουν αγοράσει το Υπουργείο Παιδείας, το Υπουργείο Πολιτισμού , άλλοι οργανισμοί, συλλέκτες και στην Ελλάδα, Γαλλία και Σουηδία.
Το Ρέθυμνο αποτελεί ένα από τα συχνότερα θέματά της και από τα πολύ αξιόλογα και σε ποικίλες απόψεις.
Γράφει ο Νίκος Αλεξίου στο Ριζοσπάστη στις 11.3.1976 για την έκθεσή της στην γκαλερί «Ώρα» ότι η ζωγραφική της συμπύκνωσε τα ουσιαστικά γνωρίσματα του εικονιζόμενου και ότι από τη πιστά αποδομένη πραγματικότητα , από την γνωστή σε όλους φυσική εντύπωση, αναβλύζει μια παράξενη λυρική γοητεία. Όλοι οι πίνακές της με παραστάσεις τοπίων αναδεύουν μέσα τους λυρικές μνήμες, ιστορούν για κάποιες μεταφορές της ψυχής μας και κάποτε μας γεμίζουν με πληρότητα ζωής. Ταιριάζουν τα λόγια αυτά και στα σχέδια που απαρτίζουν το λεύκωμα για το Αμάρι. Σχέδια που είναι δουλεμένα ανοικτόχρωμα, που γεμίζουν από ένα πνευματικό φως , τοπία σκιερά και σιωπηλά και πρόσωπα γεμάτα στοχασμό στα οποία αισθάνεσαι και βλέπεις τη λεπτή και σίγουρη γραμμή και την καθαρή εκτέλεση στην τεχνική τους. Γράφει η ίδια σε μια από τις ποιητικές αναζητήσεις της «Το δρόμο, μη φοβάσαι, δεν τον χάνω-ο δρόμος μου είναι-η σύλληψη του απρόβλεπτου- η ανίχνευση του δυσδιάκριτου – η αποκάλυψη του ορατού –που κανείς δε μας έμαθε να βλέπουμε –ή αλλιώς που μάθαμε να μη θωρούμε». Κι αν στις διαδρομές της ποίησης η σκέψη και οι εικόνες είναι μια άσκηση που χάνεται πολλές φορές , όμως στο πλαίσιο της δημιουργίας μεθοδικά και τακτικά η Έλλη στο δρόμο της κατάφερε και να ανιχνεύσει και να δει και να μας αποκαλύψει πολλές φορές σπουδαία πράγματα και να μας αφήσει με το λόγο της και τα χρώματά της τέτοια και τόσα και να συνεχίζει με την εργασία της να μας πλουτίζει και να μας χαρίζει την καλλιτεχνική απόλαυση, που και δύσκολα την συναντάς και πραγματικά είναι δυσδιάκριτη μέσα στη σημερινή χαοτική κατάσταση.
