ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Φιλολογικά και...επώνυμα

0

 

Συνεχίζουμε τη δημοσίευση των εισηγήσεων από την ημερίδα του Σύνδεσμου Φιλολόγων με θέμα: «Ιστορία και Λογοτεχνία: Γόνιμος διάλογος και νέες προσεγγίσεις στη διδασκαλία». Το σημερινό κείμενο αποτελεί το β’ μέρος της εισήγησης δύο φιλολόγων του Πειραματικού Γυμνασίου Καλαμάτας, της Καλλιρρόης Κωνσταντοπούλου και της Ζωής Παπαδημητρίου. Σ’ αυτήν είχαν προτείνει τη διδασκαλία κειμένων της Βαλκανικής Λογοτεχνίας ως παράλληλων κειμένων στα πλαίσια της διαθεματικότητας και της διαπολιτισμικότητας.

Στο προηγούμενο φύλλο είχαμε αναφερθεί στο μεγάλο Αλβανό συγγραφέα Ισμαήλ Κανταρέ. Επανερχόμαστε με τον Κανταρέ για να προβάλλουμε το ταλέντο του συγγραφέα σε έργα με άλλη θεματική. Αριστουργηματικό θεωρείται από πολλούς «Ο Στρατηγός της νεκρής στρατιάς», το οποίο η γαλλική κριτική υποδέχτηκε με ενθουσιασμό το 1968, αναγγέλλοντας ένα ασυνήθιστο έργο και έναν μεγάλο συγγραφέα. Στο μυθιστόρημα αυτό, με δωρικό και στεγνό ύφος, ο συγγραφέας πραγματεύεται ένα  πραγματικό γεγονός,: την εκταφή των οστών των ξένων στρατιωτών που σκοτώθηκαν στην Αλβανία κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Οι πρωταγωνιστές είναι δύο, ένας Ιταλός στρατηγός και ένας ιερωμένος, οι οποίοι  περιπλανιούνται στο βροχερό νότο της Αλβανίας, προκειμένου να φέρουν εις πέρας τη μακάβρια αυτή αποστολή. Η περιπλάνηση αυτή δίνει τη δυνατότητα στο συγγραφέα να περιλάβει στο μυθιστόρημα πλήθος άλλες διηγήσεις. Από τις πιο ωραίες ιστορίες του βιβλίου είναι η συγκινητική διήγηση του λιποτάκτη – στρατιώτη, στην οποία μαθαίνουμε ότι αρκετοί Ιταλοί στρατιώτες και μάλιστα υψηλόβαθμοι είχαν λιποτακτήσει από το στρατό και υπηρετούσαν Αλβανούς αγρότες ή βοσκούς μέχρι το τέλος του πολέμου. Μια ιστορία που πραγματεύθηκε με εξαιρετικό τρόπο και ο Στρατής Δούκας στην «Ιστορία ενός αιχμαλώτου». Ανατριχιαστική είναι και η σκηνή του γάμου, όταν ο Ιταλός στρατηγός, ξεχνώντας για λίγο την εθνικότητά του, πιάνεται στο χορό. Μια γριά όμως φροντίζει να του θυμίσει ότι υπήρξε κάποτε κατακτητής αυτής της χώρας.

Φυσικά το έργο του Κανταρέ δεν εξαντλείται στα παραπάνω. Ο Κανταρέ χρησιμοποίησε αλληγορίες που έχουν τόση δύναμη, ώστε να γίνονται άμεσα αντιληπτές από τον αναγνώστη. Σκιαγράφησε με καταπληκτική ενάργεια την αλβανική κοινωνία της εποχής του  Ενβέρ Χότζα, παρουσιάζοντας ως ήρωές του ανθρώπους καθημερινούς, μέσω των οποίων ο συγγραφέας στρέφεται κατά της εξουσίας. Οι απόψεις βέβαια των μελετητών διίστανται ως προς το αν ο συγγραφέας υπήρξε πραγματικά αντιφρονών, κατά την περίοδο διακυβέρνησης του ολοκληρωτικού καθεστώτος. Αυτοί στηρίζουν την άποψή τους στο γεγονός ότι ο Κανταρέ είχε στην αρχή τουλάχιστον –μέχρι το καθεστώς να δείξει το πραγματικό του πρόσωπο- το προνόμιο να ταξιδεύει σε χώρες του εξωτερικού ως διανοούμενος και επίσημο στέλεχος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ο ίδιος βέβαια υποστηρίζει σε συνέντευξή του, που έχει αναρτηθεί στο Διαδίκτυο (www.ellinikagrammata.gr), ότι εκείνη την περίοδο το να είσαι μέλος του Κόμματος ισοδυναμούσε με το να είσαι μέλος ενός συνδικάτου.

Ο Κανταρέ, εναλλάσσοντας τις αναφορές στην πολιτική με τις ερωτικές ιστορίες, σκιαγραφεί την κοινωνία της εποχής του ολοκληρωτισμού. Χαρακτηριστικό δείγμα αλληγορικής γραφής αποτελεί το δίπτυχο έργο «Η κόρη του Αγαμέμνονα και ο Διάδοχος»

«Τα πανό στους ώμους των ταλαιπωρημένων μεταφορέων της παρέλασης αιωρούνταν δεξιά κι αριστερά: « Να επαναστατικοποιήσουμε ακόμη πιο πολύ τη ζωή»... « Σπουδές, παραγωγική εργασία, στρατιωτική εκπαίδευση».

Αλλά αυτά ήταν που περνούσαν μπροστά από τα μάτια μου σ’ όλη την παρέλαση! σκέφτηκα. Ήταν αυτές οι ίδιες φόρμουλες που δεν έπαυαν να επανέρχονται σε όλη τη διάρκεια των τελευταίων ετών. Αυτές, που ήταν προορισμένες ν’ αντικαταστήσουν τις ερωτικές περιπτύξεις, τη γυάλινη μελαγχολία του δειλινού, τα κοσμήματα, την αρμονία των χορών. Η παραγωγική εργασία, η στρατιωτική εκπαίδευση, η μελέτη των έργων του Οδηγητή…»

Στα μέσα της δεκαετίας του ’80 τα έργα του εκδίδονται για πρώτη φορά εκτός Αλβανίας, αφού ο συγγραφέας καταφέρνει να φυγαδεύσει τα έγγραφά του στο Παρίσι. Την ίδια όμως περίοδο ο Κανταρέ θα γίνει πρόεδρος της Ένωσης Αλβανών Συγγραφέων και Καλλιτεχνών. Το 1990 εγκαταλείπει οριστικά τη χώρα του και από τότε ζει στο Παρίσι. Το 2009 τιμήθηκε με το λογοτεχνικό βραβείο του «Πρίγκιπα των Αστούριας», το οποίο θεωρείται το ισπανικό βραβείο Νόμπελ.

Πολλοί λίγοι Αλβανοί συγγραφείς κατάφεραν να διατυπώσουν το δικό τους λόγο, καθώς επισκιάζονταν ως τώρα από τον Κανταρέ. Ένας από αυτούς είναι ο Φάτος Κόνγκολι με το βιβλίο του «Ο αχαΐρευτος», το οποίο εκδόθηκε στην Αλβανία το 1992. Πρωταγωνιστής είναι ο Θεσάμ Λούμι, ο οποίος επιχειρεί να φύγει από την Αλβανία σε αναζήτηση καλύτερης τύχης. Δεν αντέχει όμως να αφήσει τη χώρα του και επιστρέφει σ’ αυτή. Από εκείνη τη στιγμή αρχίζει ένα άλλο ταξίδι γι’ αυτόν. Βουλιάζει στις αναμνήσεις μιας ζωής δύσκολης και μίζερης στην οποία κυριαρχούν η βία, η προδοσία, η υποκρισία, το αλκοόλ. Ο άνθρωπος που τον σημάδεψε είναι  ο Τζόντα, ο διευθυντής του σχολείου του, από τον οποίο έφαγε πολύ ξύλο κατά τη διάρκεια της μαθητικής του ζωής, μια  φιγούρα παρόμοια με κείνη του δασκάλου της «Νέας Παιδαγωγικής» του Νίκου Καζαντζάκη.

Όσον αφορά στην ποίηση, θα άξιζε να μελετηθεί, εκτός από τη Βαλκανική Ανθολογία «Αίμος», που αναφέραμε προηγουμένως, η Ανθολογία Αλβανικής Δημοτικής Ποίησης: «Κάποιοι τραγουδούν δίπλα μας». Σ’ αυτήν την ανθολογία, υπάρχει πρώτα – πρώτα ένα κείμενο του Κανταρέ, με τίτλο «η αυτοβιογραφία του λαού στο δημοτικό τραγούδι», στο οποίο αναφέρει ότι το δημοτικό τραγούδι δεν ήταν για τον Αλβανό μόνο η ζωή του και η ιστορία του. Το δημοτικό τραγούδι απαντούσε σε προβλήματα και ερωτήματα και ταυτόχρονα αποτελούσε κι ένα ισχυρό μέσο άμυνας απέναντι στον τουρκοϊσλαμικό κόσμο. Ο συγγραφέας όμως τολμά να μιλήσει για τις «αυτοκρατορικές» διαστάσεις του αλβανικού τραγουδιού, το οποίο διαδόθηκε λόγω της μετακίνησης των Αλβανών σε όλη της Οθωμανική Αυτοκρατορία και χάρη στη μεγάλη δύναμη που είχε η αλβανική δημοτική ποίηση.

Υπάρχουν βέβαια διαφορές ανάμεσα στην αλβανική και την ελληνική ποίηση στη φόρμα, όπως επισημαίνει ο μεταφραστής και επιμελητής του τόμου Θ. Στεργιόπουλος. Σ’ αυτήν την ανθολογία, περιλαμβάνονται αλβανικά δημοτικά τραγούδια της αγάπης, ιστορικά, της ξενιτιάς, των νιζάμηδων (εξισλαμισμένων Αλβανών που υπηρετούν ως στρατιώτες τους Τούρκους), καθώς και C.D. με τα τραγούδια αυτά. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον πιστεύουμε ότι έχουν τα τραγούδια για τους απελευθερωτικούς αγώνες των Ελλήνων, τα οποία ξεκινούν από την επανάσταση του 1821 και φτάνουν ως το 1940.

Πλούσια, γοητευτική, με εξαιρετικά έργα, ισάξια των μεγάλων έργων της δυτικής λεγόμενης λογοτεχνίας, έχει να παρουσιάσει η πρώην Γιουγκοσλαβία Η Γιουγκοσλαβική λογοτεχνία βρίσκει την ταυτότητά της από τις αρχές του 19ου αιώνα, όταν ελευθερώνεται από τον τουρκικό ζυγό. Σέρβοι, Κροάτες, Σλοβένοι φτιάχνουν ένα υπέροχο χαρμάνι. Ανάστημα πρώτου μεγέθους – μαζί με τον Μέσα Σελίμοβιτς και τον ποιητή Βάσκο Πόπα – είναι αναμφισβήτητα ο Ίβο Άντριτς.

Ο Ίβο Άντριτς (1892-1975), Σέρβος της Βοσνίας, μαθητής στο Σεράγεβο, διπλωμάτης της Γιουγκοσλαβίας ως το 1941, τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ το 1961, «για την επική δύναμη με την οποία περιγράφει τα αίτια και τα πεπρωμένα της ιστορίας της χώρας του». Το πρώτο του βιβλίο, «Εκ Πόντου», κυκλοφόρησε με τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, στη διάρκεια του οποίου βρέθηκε κλεισμένος στις αυστροουγγρικές φυλακές εξαιτίας των προοδευτικών και επαναστατικών του ιδεών. Μετά τον πόλεμο, συνεχίζει να υπηρετεί ως διπλωμάτης σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, ζει στο Βελιγράδι εθελούσια εξόριστος, επειδή δε θέλει να έρθει σε επαφή με το Γερμανό κατακτητή ούτε με όσους τον υπηρετούν. Την έμπνευσή του την αντλεί από το παρελθόν και από την ιστορία της Βοσνίας, της χώρας με τις τέσσερις θρησκείες και τις τρεις εθνότητες. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι δεν ονειρεύεται ένα όμορφο μέλλον για την πατρίδα του, που γι’ αυτόν είναι η ενωμένη Γιουγκοσλαβία.

Το έργο που κρατάει ακόμη και σήμερα αμείωτο το ενδιαφέρον των αναγνωστών είναι «Το γεφύρι του Δρίνου». Στο μυθιστόρημα αυτό ο Άντριτς περιγράφει όχι μόνο τα σπουδαία γεγονότα που σημάδεψαν τον τόπο αλλά και στιγμές της καθημερινής ζωής των κατοίκων του Βίσιεγκραντ, της πόλης που δημιουργήθηκε και αναπτύχθηκε από τη στιγμή που χτίστηκε το γεφύρι του Δρίνου, το 1571. Κάθε γεφύρι αντικατοπτρίζει το πείσμα του ανθρώπου να ξεπεράσει κάθε φυσικό εμπόδιο και να συναντηθεί με τους άλλους ανθρώπους. Το γεφύρι του Δρίνου όμως, με τις έντεκα καμάρες, είναι ένα σύμβολο, γιατί είναι αυτό που προσπαθεί να ενώσει δύο κόσμους, την Ανατολή και τη Δύση, καθώς βρίσκεται πάνω από το ποτάμι στα σύνορα Βοσνίας – Σερβίας. Σ’ αυτό συγκρούστηκαν λαοί, κουλτούρες και θρησκείες. Στο τέλος του μυθιστορήματος, κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, βλέπουμε την πόλη να εγκαταλείπεται από όλους, και μουσουλμάνους και χριστιανούς και Εβραίους, και το γεφύρι να χάνει την έβδομη κολόνα του. Έτσι η επικοινωνία ανάμεσα στις δύο όχθες διακόπτεται οριστικά.

Σ’ αυτό το αριστουργηματικό έργο, βλέπουμε να επανέρχεται πρώτα απ’ όλα ο θρύλος του γεφυριού της Άρτας. Με εξαιρετική δύναμη, ο Άντριτς περιγράφει τη ζωή αυτών που χτίζουν το γεφύρι, αυτών που το γκρεμίζουν και αυτών που προσπαθούν να σταματήσουν το χτίσιμό του. Ένα από τα στοιχεία του ρεαλισμού του είναι η ανατριχιαστική ακρίβεια με την οποία ο συγγραφέας αφηγείται τις ιστορίες των ανθρώπων που συνδέονται με το γεφύρι. Τέτοια σκηνή μοναδική ίσως στην  παγκόσμια λογοτεχνία είναι η σκηνή κατά την οποία οι οθωμανικές αρχές σουβλίζουν ζωντανό το Ράντισαβ, έναν σαμποτέρ που προσπαθεί να σταματήσει το χτίσιμο της γέφυρας.

Το γεφύρι το έχτισε ένας (πρώην χριστιανός και βόσνιος στην καταγωγή) βεζίρης, ο Μεχμέτ Πασάς Σοκόλι, ο οποίος προσπάθησε μ’ αυτόν τον τρόπο να δέσει τον τόπο καταγωγής του, τη Βοσνία, με τον τόπο της ζωής του, την Ανατολή. Ήταν κι αυτός ένα από τα διαλεγμένα παιδιά, που μετέφεραν οι Τούρκοι πάνω σε άλογα στην Ισταμπούλ, για να αποτελέσουν τα σώματα των γενίτσαρων. Ήθελε κι αυτός, χτίζοντας το γεφύρι στο σημείο που αποκαμωμένες οι μάνες έπαυαν να ακολουθούν την παράξενη πομπή, να ξορκίσει τις αναμνήσεις, τον πόνο και το σφίξιμο της καρδιάς του. Η ίδια περίπου ιστορία ξαναζωντανεύει μπροστά μας, χάρη στη γραφή της Ρέας Γαλανάκη στο μυθιστόρημά της, «Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ Πασά». Οι δυο άντρες έχουν πολλά κοινά: γεννήθηκαν χριστιανοί, πέρασαν στα χέρια των μουσουλμάνων και εξισλαμίστηκαν, ανήλθαν σε υψηλά αξιώματα στην ιεραρχία της νέας τους πατρίδας, δεν ξέχασαν όμως ποτέ εντελώς την καταγωγή τους. Προσπαθούν με φαινομενικά διαφορετικούς τρόπους να ξορκίσουν τον πόνο και τους εφιάλτες του παρελθόντος: ο Ισμαήλ Φερίκ Πασάς επιστρέφει στο πατρικό του σπίτι και ανακαλεί τη μνήμη των δικών του. Ο βεζίρης, Μεχμέτ Σοκόλι, χτίζει το γεφύρι στην πατρίδα του. Στην πραγματικότητα επιστρέφουν και οι δυο στην πατρογονική γη.

Καθώς περνούν τα χρόνια, το γεφύρι γίνεται μάρτυρας διωγμών, βασανισμών, μετακινήσεων και κάθε είδους αλλαγών. Σε κάθε αλλαγή, κάποια εθνότητα ή θρησκευτική μειονότητα νιώθει περισσότερο ασφαλής  και κάποια λιγότερο. Αυτό που ενδιαφέρει όμως τον Άντριτς να προβάλει είναι ότι σ’ αυτόν τον τόπο κανείς δεν μπορεί να αισθάνεται ασφαλής για πολύ καιρό. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα στο οποίο κάποιοι μουσουλμάνοι γέροντες του Βίσιεγκραντ, που στα πρώτα χρόνια της ζωής τους είχαν δει την τουρκική εξουσία να απλώνεται από τη Λίκα και το Κόρντουν της Κράινα μέχρι την Ισταμπούλ, συζητούν σκυμμένοι πάνω από ένα χάρτη της περιοχής (μετά τη συνθήκη του Βουκουρεστίου).

… - Σε ποιον πάνε τα Σκόπια; ρωτάει ένας γεροντάκος, τάχα αδιάφορα, το νεαρό που διαβάζει.

-          Στη Σερβία.

-          Οχ!

-          Η Σαλονίκη τίνος είναι;

-          Ελληνική.

-          Οχ! Οχ!

-          Κι η Αδριανούπολη; ρωτάει άλλος σιγανά.

-          Βουλγαρική, νομίζω.

-          Οχ! Οχ! Οχ!

Η αναφορά σε λίγα αποσπάσματα από το σπουδαίο αυτό έργο αποτελεί μια πρόγευση της εξαιρετικής αφηγηματικής τέχνης του μεγάλου συγγραφέα. Έργο με έντονα αλληγορικό χαρακτήρα είναι η «Καταραμένη αυλή». Αφορμή για το βιβλίο αυτό, υποστηρίζει ο Κ. Ασημακόπουλος στην εισαγωγή, δίνει στον Άντριτς η ζηλοφθονία των Κροατών προς τους Σέρβους. Χρησιμοποιώντας ο συγγραφέας την αλληγορία, στηλιτεύει ή μάλλον καταγγέλλει τις μηχανορραφίες που προέρχονται από αδίστακτες εξουσίες. Γι’ αυτό το λόγο χρησιμοποιεί και μια παλιά ιστορία. Πρωταγωνιστής σ’ αυτήν είναι ο σουλτάνος Τζεμ, ο οποίος διεκδικούσε το θρόνο από το σφετεριστή αδελφό του, Βαγιαζίτ. Ο Βαγιαζίτ χρησιμοποιεί κάθε μέσο για να εξοντώσει τον αδελφό του Τζεμ, ο οποίος κατέφυγε στη Δύση, για να ζητήσει βοήθεια και προστασία. Εκεί όμως οι χριστιανοί ηγεμόνες τον χρησιμοποίησαν για τα δικά τους συμφέροντα. Κάποιος από αυτούς τον δηλητηρίασε. Και πεθαμένο ακόμα τον εκμεταλλεύονται για τα πολιτικά τους παιχνίδια. Η ιστορία είναι παλιά, όπως ήδη έχουμε πει, αλλά συγχρόνως σημερινή, αφού πάντα θα γεννιούνται αδέλφια αντίπαλοι. Ο Άντριτς θυμίζει με την ιστορία αυτή ότι στους εμφυλίους πολέμους δεν υπάρχουν νικητές και ότι η διχόνοια συντρίβει ηθικές, συναισθήματα, ακόμη και αδελφικούς δεσμούς.

Όλοι συμφωνούν ότι ο Άντριτς είναι ένας αληθινά μεγάλος συγγραφέας. «Ρωμαλέος στο φρόνημα, ρωμαλέος στη δόμηση των μυθιστορηματικών του συνθέσεων και στην ψυχογραφία των ηρώων του, ρωμαλέος στην ποιητικά αδρή γλώσσα του. Κλασικός και άμεσα ανθρώπινος. Τόσο μεγάλος , ώστε θα μπορούσε να πει κανείς ότι όσο αυτός τιμήθηκε από την απονομή του Βραβείου Νόμπελ, τόσο τιμήθηκε κι αυτό από την επιτυχή εκλογή του», επισημαίνει ο Κ. Ασημακόπουλος.

συνεχίζεται

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Φιλολογικά και...επώνυμα

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ