Το χειμαδιό του βασιλόπαιδα Κατρέα είναι πέρα για πέρα γεμάτο πέτρες. Χώμα για να ακουμπήσεις τη κατσούνα σου ή να βάλεις καρφί να αναμεταδέσεις το έχνος σου δεν βρίσκεις. Τούτο είναι φταίξιμο του ίδιου, γιατί όταν ο νοικοκύρης του σύμπαντος έκανε γενικό κάλεσμα για το μοίρασμα της γης στους δικαιούχους αυτός αργοπόρησε να πάει. Είχαν μείνει μόνο πέτρες, του της έδωσε μαζί με μυαλό που να σκίζει. ΄Ετσι κοφτερό μυαλό και σκληρή πέτρα έγινε το εθνόσημο της μαδάρας του. Τον απέραντο χαλικίονα του δεν τον ανεβαίνεις εύκολα, γιατί κάνεις ένα βήμα μπρός και δύο σε γυρίζουν τα χαλίκια πίσω. Σαν όμως καταφέρεις να φτάσεις στη κορφή αισθάνεσαι σαν τον ημίθεο Ηρακλή όταν πρωτοπάτησε τον Όλυμπο. Μέθεξη ψυχής σώματος και καρδιάς. Βιώνεις το θαύμα της δημιουργίας. Το κατέβασμα όμως είναι εύκολο γιατί τα χαλίκια σε τραβούν και φτάνεις μονομιάς στο πάτο σαν γνήσιο φυσικό τελεφερίκ.
Οι άνθρωποι του τόπου τούτου – καλύτερα να τους πούμε φαμέγιους- είναι από τα γεννοφάσκια τους ορεσίβιοι. Το κορμί τους είναι σφικτό και με πόδια λαστιχένια που η πατούχα άνετα να πατεί τον καφά τους. Ευλύγιστοι για να πορπατούν πάνω στους βολάκους και τα τσουκριά και να τρέχουν σαν γνήσια αγρίμια .
Πιστός φίλος και σύντροφος τους ήταν πάντοτε ο γάιδαρος. Τούτο το αγαθό ζώο ταύτισε την ύπαρξη του με τούτους τους φαμέγιους και τον τόπο τους με τη μεγάλη ιστορία που είναι μυριόβιβλος ολόκληρη με άπειρες σελίδες. Μια ζωή δεν φτάνει να την ξεφυλλήσης και δυο να την μελετήσεις. Γι αυτό αποσπώ πεντέξι φύλλα για να στηρίξω πάνω τους το δικό μου συλλογισμό.
Με έκπληξη παρατηρώ πως τις πρώτες χαρτογραφήσεις του τόπου αυτού ποζάρει αρειμάνια το συμπαθέστατο αυτό ζώο. Και όχι άδικα αλλά απόλυτα δικαιολογημένα γιατί όλο τούτο το λακκούδι της γης ήταν γεμάτο γαϊδάρους –εκατομμύρια - και το εσέβοντο πολλοί οι άνθρωποι. Όχι μόνο επά αλλά και σε όλο τον κόσμο. Του διοργάνωναν μάλιστα περίφημες γαϊδουροδρομίες. Προς τιμήν του γεμάτες χάρη και διασκέδαση. Όχι όπως τους άνοστους Ολυμπιακούς αγώνες που ο άμοιρος αθλητής έπρεπε να βγάλει τη ψυχή του για να κερδίσει ένα κλαδάκι αγριελιάς. Ούτε όπως τις γελοίες κοκορομαχίες που ο ηττημένος άφηνε την πνοή του και ο νικητής πασαλειμμένος με αίμα κοκορεύετο για τον θρίαμβο του. Οι γαιδουροδρομίες ήταν τελείως διαφορετικό άθλημα ήταν μια ευχαρίστηση και μια ευγενής άμυλα .
Υπήρχε μάλιστα και μια παμπάλαια πολιτεία που η απλυσιά της γης την έκρουψε βαθιά στα σπλάχνα της και χάθηκαν τα ίχνη της. Φαίνεται πως την έλεγαν Μέντια. Που το θεωρούσε τούτο το ζώο ιερό και θεό και του έκαναν βωμούς και θυσίες. Τα νομίσματα της έφεραν τη δική του φιγούρα. Από εκτίμηση του έδωσαν και τίτλο ευγενείας και τον ονόμασαν κυρ Μέντιο όνομα που συνηθίζεται πολύ στα μεγάλα σαλόνια μέχρι σήμερα. Στις πολεμικές συγκρούσεις των κρατών είχε σημαντική θέση. Ήταν καλός οιωνός και οι στρατηγοί των εσέβοντο και τον περιποιούντο. Η φωνή του δε την ώρα της μάχης εθεωρείτο νικητήριος παιάνας. Εξ αυτού φαίνεται ότι προέκυψε και το δικό μας «άκουσα την γαϊδουροφωνάρα σου» που είναι σημείο επιτυχίας και στόχου. Αλλά και στους μετέπειτα καιρούς συγκροτούσε το ισχυρό μεταγωγικό σώμα. Και πάνω στη ράχη του κουβαλούσε τα πολεμοφόδια, τις αποσκευές, τους αρρώστους και τους τραυματίες. Έβαζε δε το μπέτι του μπροστά στα βόλια του εχθρού. Και σε ώρες δύσκολες άφηνε το κρέας του για τροφή των αγωνιζομένων. Μα και στις κοντινές μας εποχές τούτο το ζώο διάβαινε τους χωματόδρομους τα καλντερίμια σε χωριά και πολιτείες χαρίζοντας την αφθονία και την ευτυχία. Άλλοτε μοιράζοντας μποστανικά και φρούτα ή άλλα αγαθά. Τους καλοκαιρινούς δε μήνες μοίραζε και το δροσερό νερό. Τότε δα μάλιστα οι κυράδες ανανάδιαστες , ανέμελες και αφράτες με κέφι και γέλια ξεπόρτιζαν από τις αυλές των με τα κανάτια στα χέρια και τον περικύκλωναν με χάδια, τραγούδια και χωρατά. Επάξια δε όλα τούτα διότι το ζώο τούτο ήταν πράγματι η βάση της οικονομικής, εμπορικής και κοινωνικής ζωής της εποχής. Ήταν πηγή πλούτου.
Για τούτο προπολεμικά η νοικοκυρά του σπιτιού κάθε χρονιάρα μέρα στεκόταν στο κατώφλι από τα χαράματα για να τις φέρει ένα νέο παιδί ένα πέταλο του γαϊδάρου - σύμβολο αφθονίας και ευτυχίας - που το κάρφωνε πίσω από τη πόρτα της σάλας του σπιτιού της και γέμιζε με καλολοείδια την αγκαλιά του παιδιού για το καλό δώρο που της έφερνε. Ο δε νοικοκύρης δίπλα στη κρεβατοκάμαρα του είχε οργάνωση τη σπάλα του γαιδάρου με ούλα τα χρειαζούμενα : σωμάρια, σχοινιά, μουράγιες, κοφίνια, εργαλεία και τόσα άλλα. Κάθε πρωί μάλιστα σε αυτόν έδινε την καλημέρα του και μαζί κουβεντιάζοντας ξεπόρτιζαν για το καθημερινό μεροκάματο. Το χειμώνα για να σπείρουν και να ζευγαρίσουν. Και το βράδυ για να φορτωθούν ξύλα για το σπίτι. Το καλοκαίρι για να θερίσουν και να δεματιάσουν να τα κουβαλήσουν στο αλώνι. Για να τα συνθλίψουν με το βολόσυρο. Και το καρπό να τον πάνε στο μήλο για αλεύρι και στη συνέχεια ψωμί. Στο λιομάζωμα να γυρίζει τους μεγάλους πέτρινους τροχούς στις φάμπρικες για να αλέσει τις ελιές για να βγει το λάδι. Να φορτωθεί δε τα μεγάλα ασκιά και να τα μεταφέρει στους δικαιούχους. Στις καυτερές μέρες να γυρίζει το μαγκανοπήγαδο στα περβόλια για να ποτίζει τα μποστανικά . Τις Λαμπράδες μέρες να σκαρφαλώνει στα μητάτα να φορτώνεται τους αθοτύρους μέσα σε φασκομηλιές και μυρωδάτα χόρτα και να τους κατεβάζει στο χωριό. ΄Αλλοτε να μπαίνει στη πολιτεία για να φορτωθεί όλα τα καλά . Τούτο μάλιστα το καταλάβαινε γι’ αυτό από μακριά ειδοποιούσε την επιστροφή του. Τότε η κυρά του σπιτιού έβγαινε στην αυλή για να τον υποδεχθεί μαζί με τα παιδιά της. Αυτός στεκότανε ακίνητος στη μέση της αυλής μέχρι να τον ξεφορτώσουν, να του βγάλουν το σωμάρι και τη μουράγια να τρέξει στο κήπο να κυλιστεί και με μιας να σηκωθεί για να πάρει το γέμι που του είχαν ετοιμάσει. Όχι όπως ο αχαΐρευτος άνθρωπος που μόλις μπεί στο σπίτι ορμά στο τραπέζι να χαυτεί ότι βρεί.
Αυτός επίσης έκανε τις θερινές μετακομίσεις από τη γυαλιά στα όρια. Με χαρά έτρεχε στα αμπέλια να ροκανίσει κανένα κληματόφυλλο και να φορτωθεί τα μεγάλα κοφίνια με τα σταφύλια να τα πάει στο πατητήρι. Από τα πανηγύρια δεν έλειπε ποτέ γιατί κουβαλούσε τους άρτους και τα κρασιά, τα κρέατα και τα τυριά. Ο γάιδαρος δε του παπά εθεωρείτο ζώο ιερό γι’ αυτό και δεν το μάλωναν όταν έκανε ζημιά . Στις οικογενειακές δε και κοινωνικές εκδηλώσεις ήταν πάντα πρώτος και καλύτερος. Τότε μάλιστα οι κοπελιές των στόλιζαν με μαντίλια, πετσέτες, χαϊμαλιά και τον έκαναν σωστό φιγουρίνι. Βλέπετε, εθεωρείτο επάξια γνήσιο μέλος της οικογένειας. Σπίτι χωρίς γάιδαρο δεν εννοείτο.
Αλλά ας το δούμε και αναλυτικότερα. ΄Ηταν σωματώδης. Με κεφάλι συμπαθητικό χωρίς δράμι κρέας, αυτιά ανοικτά ως κεραία ραδιοφώνου για τα ποικίλα ακούσματα, μάτια που έβλεπαν καλύτερα τη νύχτα. Γι’ αυτό στις ασέληνες νύχτες ο αγωγιάτης κρατούσε την ουρά του και ήταν βέβαιος ότι θα φτάσει στον προορισμό του. Στόμα μεγάλο με δόντια σαν σινικό τοίχος. Η τροφή του ήταν διαλεχτεί κριθάρι, άχερα και γαϊδουράγκαθο. Μασούσε καλά για να έχει υγεία. Όχι σαν τον μονόχνοτο αστό που καταβροχθίζει τα τοστ και τα κρουασάν που δεν έχουνε δράμι υγεία και νοστιμιά. Το ποτό του ήταν το καθαρό νερό, το έπινε μάλιστα κάτω από μουσική υπόκρουση. Το ελάττωμα της κεφαλής ήταν τα ρουθούνια που τα καλοκαίρια λούφαζε η αναθεματισμένη μύγα και το αφηνίαζε. Εξ’ αυτού όταν ο άνθρωπος κάνει πράγματα ανάστατα λέμε « αλογόμυγα τον έπιασε». Η ράχη του έχει καμπύλη για να κάθετε άνετα ο αναβάτης. Η δε ουρά του ήταν μακριά με χοντρή τρίχα για να διώχνει τα ζουζούνια και τα έντομα που τον ενοχλούσαν και εμπόδιζαν το βάδισμα του. Μήνυμα για τον άνθρωπο να διώχνει από τη σκέψη του τις κακές σκέψεις και επιθυμίες για να είναι όμορφο το διάβα της ζωής του. Το σώμα του το στήριζαν τα τέσσερα πόδια του σαν μικρές χυτές κολώνες. Λέτε εκ τούτου να εμπνεύστηκε και ο αρχέγονος ξυλουργός για την κατασκευή τραπεζιών; Ίσως. Εγώ πάντως το καταθέτω σαν πεποίθηση. Τα νύχια του χοντρά και για να μην φθείρονται τα πετάλωναν. Γι’ αυτό και υπήρχαν ξεχωριστοί δρόμοι στη πολιτεία τα γνωστά πεταλάδικα. Όπως τα στιβανάδικα για το καλύκομα του ανθρώπου. Το γάλα της γαϊδούρας ήταν άφθονο και έμοιαζε πολύ με το μητρικό «Γιατί κάτεχε πως εις σε πολλά το ζω τα’ ανθρώπου μοιάζει» γι’ αυτό και οι παλιοί νοικοκυραίοι που ιδανικό τους ήταν η μεγάλη οικογένεια, το γάλα για τα παιδιά τους το δανειζόταν απ’ αυτή εξού και το γνωστό γαιδουροθρεμένος. Ως τιμή και όχι μομφή.
Το ζώο ετούτο είχε πολλές και όμορφες χάρες. Μνήμη ισχυρή, ο πρόδρομος του κομπιούτερ. Θυμόταν δρόμους σπίτια κ.λ.π.. ΄Ητανε ευαίσθητος και γνώριζε όλα τα πρόσωπα που τον χρησιμοποιούσαν και τους απέδιδε φιλοφροσύνη αλλά και όσοι του φερότανε άσχημα έβρισκε πάντα τον τρόπο να τους το ανταποδώσει. Είχε υπομονή και δούλευε σκληρά όλη την ημέρα και το βράδυ μούριζε σαν πιστός μωαμεθανός. Είχε πείσμα. Μπροστά σε ποταμούς και θάλασσα αντιστεκόταν με δύναμη. Μήνυμα για τον άνθρωπο να είναι προσεχτικός και ανένδοτος μπροστά στους κινδύνους. Ήταν λιτοδίαιτος σαν αφοσιωμένος βραχμάνος με ένα χαρούπι και λίγο γαιδουρόθυμο περνούσε την ημέρα του. Το ζώο τούτο το χαρακτήριζε γενικά η πραότητα και η σοφία ως αληθινός και συνεπής οδοιπόρος της γης. Διδάσκοντας μας με αυτόν το τρόπο τη συνέπεια, την υπευθυνότητα, την αισιοδοξία και την σταθερότητα.
Γιατί μα θες «Απούχει νους στη κεφαλή δεν πρέπει να φοβάται γιατί η ασχήμια στη ζωή με μαστοριά νικάτε» - τούτο φησί Όνος ο Κρης-
Γ.Π.
