Carlo Ginzburg, Ξύλινα μάτια. Εννέα στοχασμοί για την απόσταση, μετάφραση Μπάμπης Λυκούδης, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σσ. 298. Tίτλος πρωτοτύπου : Occhiacci di lengo, Milano 1998 (α΄έκδοση)
Ο ρόλος της Ιστορίας και της ιστορικής σκέψης οφείλει να είναι στις μέρες μας απομυθοποιητικός και να οδηγεί στην πολιτική αφύπνιση των υποκειμένων με την αποϊδεολογικοποίηση του ιστορικά συγκεκριμένου και απόλυτα προσδιορισμένου ως αληθινού. Ο Carlo Ginzburg βρίσκεται στην πρωτοπορία της ιστορικής σκέψης κινούμενος πάνω σε αυτές τις βασικές θέσεις περί Ιστορίας, όχι πάντοτε ευθύγραμμα και με τρόπο που να επιβάλλει δογματικά τις απόψεις του. Αρετές που σήμερα στο χώρο των ιστορικών παραβιάζονται βάναυσα στο όνομα της υποτιθέμενης αφοριστικής αντίληψης ότι είναι αδύνατον να ορίζουμε ποια είναι η αντικειμενική πραγματικότητα, αυτό που συνέβη στο χθες μέσα από τα ερωτήματα του παρόντος χρόνου. Ήδη οι μεταμοντέρνοι χρησιμοποιούν ένα απόλυτο προσδιορισμό μη προσδιορίζοντας απολύτως τίποτα. Ο Ginzburg βρίσκεται ευτυχώς σε απόσταση από αυτούς τους τελευταίους.
Με μία συλλογή δοκιμίων (συνολικά εννέα) που γράφτηκαν σε διαφορετικές χρονικές στιγμές (το πρώτο δοκίμιο δημοσιεύτηκε το 1966 για παράδειγμα) και με διαφορετική το καθένα αφετηρία, τα οποία συνάχθηκαν στο βιβλίο αυτό, διατυπώνονται από τον Ginzburg «εννέα στοχασμοί για την απόσταση». Ας ξεκινήσουμε τη σύντομη παρουσίαση του θεματικού πυρήνα του βιβλίου-δηλαδή του ιστού πάνω στον οποίο τοποθετούνται τα δοκίμια- από εδώ, από την απόσταση που θα πρέπει να πάρει ο αναγνώστης από το γραπτό κείμενο του βιβλίου, ώστε να είναι σε θέση στο τέλος της ανάγνωσης να δει κριτικά αυτό που ο συγγραφέας θέλει να εκφράσει μέσα από τις γραμμές του κειμένου του. Δεν είναι τόσο η έλλειψη ενός νήματος άμεσα ορατού μεταξύ των δοκιμίων-το νήμα υπάρχει άδηλο-, όσο η αναπόφευχτη αδυναμία του αναγνώστη να παρακολουθήσει από κοντά τις διάσπαρτες, πλούσιες και ζωντανές διακειμενικές αναφορές του Ginzburg σε μία σειρά συγγραφέων άλλων κειμένων που ξεκινά από την αρχαιότητα και φθάνει ως τις μέρες μας, αποσπάσματα από έργα των οποίων του χρησιμεύουν για τον προσδιορισμό την δικών του εννοιολογικών εργαλείων για την κατανόηση της ιστορικής πραγματικότητας. Η υποτιθέμενη «αδυναμία» του αναγνώστη που αναδύεται μέσα από την «αδυναμία» του συγγραφέα να καθορίσει επακριβώς ένα αυστηρό και συμπαγές σχήμα στις ιστορικές έννοιες, παύει να είναι αδυναμία και γίνεται πλεονέκτημα και του συγγραφέα και του αναγνώστη στο εξής σημείο επαφής˙ για την κατανόηση της ιστορικής πραγματικότητας αναγκαία είναι η δημιουργία αποστάσεων από το προς μελέτη αντικείμενο και ο ακριβής προσδιορισμός της πολυπλοκότητας της ιστορικής πραγματικότητας. Άρα αυτό που δεν βγαίνει ως εύκολο συμπέρασμα δοκιμάζεται στην διάσταση του ιστορικού χρόνου και μέσα από πολλές κειμενικές αναφορές τρίτων.
Ο Ginzburg επιμένει να τηρεί τις αποστάσεις από το θέμα που διαπραγματεύεται σε κάθε δοκίμιο χωριστά, προσφεύγοντας στα κείμενα άλλων συγγραφέων, για να μπορέσει στη συνέχεια μέσα από αυτά να προσδιορίσει τις δικές του θέσεις μακριά από στείρους και αυτιστικούς δογματισμούς. Στο τέλος του κάθε δοκιμίου το θέμα που τέθηκε αρχικά μοιάζει προσδιορισμένο στην ιστορική του διαδρομή. Αυτό εντοπίζεται τελικά ως το μεγαλύτερο προτέρημα του βιβλίου και του ιστορικού Ginzburg. Ο συγγραφέας δεν βιάζεται να μας μιλήσει για την ιστορική πραγματικότητα, πριν τεθούν ενώπιον του όλα τα ίχνη που θα ακυρώσουν την δημιουργημένη απόσταση και θα τον οδηγήσουν στην αναδιήγηση του τι «ακριβώς συνέβη τότε». Διατηρείται, όμως, η επιφύλαξη και ο φόβος ότι το να βλέπεις τα πράγματα από απόσταση δεν είναι και η ασφαλέστερη οδός για να μάθεις και πώς τα πράγματα αυτά έχουν, το τι συνέβη. Η απόσταση, ως αποξένωση, δεν αρκεί για τη διάκριση μεταξύ αληθούς και ψευδούς, για το λόγο ότι θα απαιτηθεί από τον ιστορικό η επιστροφή στο γεγονός, που όμως θα έχει αποκαθάρει από τα μυθικά του στοιχεία και θα έχει εντοπίσει τις εγγενείς σε μια ιστορική πηγή αντιφάσεις της. Το βιβλίο αυτό, λοιπόν, με έμμεσο τρόπο προβάλλει μέσα από πλήθος κειμενικών αναφορών στην Ιστορία και μιλά για αυτήν και το πώς πρέπει να γράφεται και να διαβάζεται. Χρησιμεύει και στον ειδικό, τον επαγγελματία ιστορικό, και στον απλό αναγνώστη, που μέσα από τα δοκίμια ανακαλύπτει στοιχεία από το δικό του παρόν.
Στο πρώτο δοκίμιο γίνονται αναφορές στην έννοια της «αποξένωσης» στη λογοτεχνική θεωρία και την τέχνη. Καταδεικνύεται η διαμόρφωση των διαφόρων όψεων που έλαβε η έννοια της απόστασης μέσα στη ροή του ιστορικού χρόνου και σε έργα που αποκλίνουν πολύ χρονικά μεταξύ τους, όμως το νήμα μιας κοινής αντίληψης μένει σχεδόν αναλλοίωτο. Έτσι από το «Χόλστομερ», το άλογο-αφηγητή του Τολστόι που ξεγύμνωσε και κατήγγειλε τις στυγνές, εκμεταλλευτικές και απάνθρωπες σχέσεις ιδιοκτησίας στα μάτια των ανθρώπων και μεταξύ των ανθρώπων, πηγαίνουμε στο «Αναζητώντας το χαμένο χρόνο» του Proust, όπου η αυταπάτη αποκαλύπτεται πρώτη σαν πίνακας ζωγραφικής, που κάνει τη θάλασσα να μοιάζει σαν ουρανός. Έχει προηγηθεί και των δύο αυτών συγγραφέων η λογοτεχνική προϊστορία του Διαφωτισμού (π.χ. Μάρκος Αυρήλιος, Μονταίνιος, Αντόνιο ντε Γκεβάρα), η λογοτεχνία του γαλλικού Διαφωτισμού (Βολταίρος, Λα Μπρυγέρ) το πώς αυτή πραγματεύτηκε την έννοια της «απόστασης», ώστε ο Ginzburg να μας μιλήσει με τον τρόπο του για τη θετικιστική αντίληψη του 19ου αιώνα, όταν το ίδιο το γεγονός και οι σχέσεις αιτίου-αποτελέσματος μεταξύ των γεγονότων αποκάλυπταν την αληθινή φύση των πραγμάτων, «όπως συνέβησαν στα αλήθεια τα πράγματα» (ιστορικισμός). Ο Ginzburg ήδη αναφέρεται σε μια πραγματικότητα που επιστρέφει σε εμάς μέσα από τις δικές μας προβολές πάνω της. Επειδή ο άνθρωπος είναι απρόβλεπτος-το απέδειξαν δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι και κάμποσοι άλλοι- είναι παράλογο να πιστεύουμε στην αναλλοίωτη εικόνα του γεγονότος που αντιστοιχεί σε σταθερές και αμετάβλητες ανθρώπινες συμπεριφορές. «Μου φαίνεται ότι η αποξένωση είναι ένα αποτελεσματικό αντίδοτο εναντίον ενός κινδύνου να πάρουμε την πραγματικότητα (και εμάς τους ίδιους) για κάτι το καταμετρημένο. Η αντι-θετικιστική σημασία αυτής της παρατήρησης είναι ολοφάνερη (σ. 42)». Μία τέτοια τοποθέτηση οδηγεί τον ιστορικό σε απόσταση από το γεγονός για χάρη του γεγονότος και όχι για χάρη της απόστασης ως αυτοσκοπού. Ο Ginzburg, και θα συμφωνήσω σε αυτό, αναφέρεται στην κατασκευή του γεγονότος (fiction), ως του μόνου τρόπου για να αποκαλυφθούν οι σχέσεις κυριαρχίας που ενυπάρχουν στο γεγονός καθαυτό. Μια τέτοια επινόηση δεν καταλήγει στην σχετικοποίηση των λέξεων και κάθε έννοιας, αλλά λαμβάνει υπόψιν της και το καθολικό και το μερικό του ιστορικού παρελθόντος. Σήμερα, όπως γράφει και ο Αλέξης Πολίτης «κανένα ιστορικό στοιχείο δεν μας προσφέρεται άδολο», απαιτείται από τον ιστορικό «μια μύηση στη διαδικασία της έρευνάς».(Αλέξης Πολίτης, Αποτυπώματα του χρόνου. Ιστορικά δοκίμια για μια μη θεωρητική θεωρία, Πόλις, 2006).
Το δεύτερο δοκίμιο, ιδιαίτερα σημαντικό στα νοήματά του, τιτλοφορείται «Μύθος. Απόσταση και ψεύδος». Προσφεύγοντας για μία ακόμη φορά σε ευρείες κειμενικές αναφορές, από τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη μέχρι τους Marx και Nietzsche, ο Ginzburg επιχειρεί να προσδιορίσει την ιστορική εξέλιξη του «μύθου», έννοια που αποκτά αξία σε αναφορά με κάτι ανύπαρκτο, δηλαδή, μη αληθές και την ίδια στιγμή μη ψευδές. Η μυθο-πλασία διαπλάθει δεσμούς με τη φαντασία δεσμούς κυριαρχίας στη φαντασία των μαζών, ή όπως έλεγε ο Marx «πρώτα η φράση κυριαρχούσε πάνω στο περιεχόμενο, τώρα το περιεχόμενο θριαμβεύει πάνω στη φράση» (σ. 82). Στην εποχή του ύστερου καπιταλισμού η εξουσία συγκροτείται βάσει μύθου και ο μύθος προηγείται της ίδιας του της αφήγησης, ως κάτι ήδη αφηγημένο. Η προσβολή των σχέσεων κυριαρχίας δεν μπορεί να γίνεται μόνο με την καταγγελία του μύθου ως ψευδούς και αναληθούς, αλλά με την ίδια τη διατύπωση της αλήθειας της αναλήθειας των σχέσεων κυριαρχίας. (Τheodor W. Adorno, Minima Moralia. Στοχασμοί μέσα από τη φθαρμένη ζωή, αφορισμός αρ. 71, «Ψευδόμενος», 1990, σ. 189-191. Ο Ginzburg αξιοποιεί τον Αdorno.) Η διαλεκτική προσέγγιση του μύθου απαιτεί από τον ιστορικό την αποξένωση από το μύθο, ο οποίος ήδη χρησιμοποιείται πολιτικά στο όνομα της συναίνεσης των μαζών. Ο ρόλος του ιστορικού σήμερα επιβάλλει την κατάδειξη των σχέσεων κυριαρχίας, οι οποίες παράγουν και αναπαράγονται στην έννοια του «εθνικού μύθου» και της «εθνικής» ιστορίας.
Ένα παράδειγμα από την καθ’ ημάς ιστορία αποτελούν οι μυθοποιητικές προβολές στην ελληνική Επανάσταση του 1821, οι οποίες επικάθονται πάνω στα γεγονότα, ακυρώνοντας κάθε πρόσληψη του γεγονότος βάσει των σχέσεων συμφερόντων, των ταξικών συγκρούσεων και εν τέλει της ίδιας της πολυπλοκότητας των γεγονότων.
Το τρίτο κατά σειρά δοκίμιο αναφέρεται στην παράσταση ως δηλωτική της απουσίας του προσώπου και της παρουσίας του Κράτους, δηλαδή, της εξουσίας. Εκκινώντας από τον ελληνικό κολοσσό (=άγαλμα), διαμέσου των κέρινων ομοιωμάτων των γάλλων και των άγγλων βασιλέων, φθάνει στη διατύπωση του θρησκευτικού σημείου (εικόνα, άγαλμα, Θεία Κοινωνία) ως αφαίρεσης που δηλώνει την παρουσία του θείου αλλά και την απόσταση που πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στο θείο και το καθετί που το εκδηλώνει.
Από τα τρία πρώτα δοκίμια ο αναγνώστης έχει ήδη πιάσει και αρχίσει να ξετυλίγει το νήμα που διαπερνά οριζόντια και τα υπόλοιπα. Από το βιβλίο δεν λείπει η κριτική στις μεταμοντέρνες θεωρίες, που προκλητικά αγνοούν ότι το επιμέρους πρέπει να αναγάγεται πάντα στο καθολικό αν θέλει να μας μιλήσει, και οι πηγές της Ιστορίας μιλούν. Στη Επανάσταση του 1821 το μεταμοντέρνο «έχασε από τα μάτια του» την Επανάσταση, βυθίστηκε σε διακειμενικές αναφορές, και ακύρωσε την υλική πραγματικότητα των υποκειμένων στο όνομα μιας δήθεν ψευδούς αντικειμενικότητας. Τέλος, δεν στερούνται ενδιαφέροντος και οι στοχασμοί του συγγραφέα στο πλαίσιο της δικής του προβληματικής ως κληρονόμου δύο διαφορετικών θρησκευτικών παραδόσεων, της εβραϊκής και της καθολικής χριστιανικής.
Ζαχαρίας Αντωνάκης, ιστορικός-φιλόλογος
