Η τυπική ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης στο τέλος Αυγούστου δεν σημαίνει ότι σταματά και η χρηματοδοτική συμβολή του στην ελληνική οικονομία. Αντίθετα, πόροι συνολικού ύψους περίπου 10 δισ. ευρώ θα συνεχίσουν να διοχετεύονται σε δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις, μεταρρυθμίσεις και επιχειρηματικά σχέδια για αρκετά ακόμη χρόνια.
Πρόκειται ουσιαστικά για μια μεγάλη «ουρά» χρηματοδότησης, η οποία θα διατηρήσει ενεργό το επενδυτικό αποτύπωμα του προγράμματος έως το 2029. Από το συνολικό ποσό, περίπου 4,5 δισ. ευρώ αφορούν επιχορηγήσεις, ενώ άλλα 5,6 δισ. ευρώ προέρχονται από τα χαμηλότοκα δάνεια του Ταμείου.
Η συνέχιση των εκταμιεύσεων αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς περιορίζει τον κίνδυνο να εμφανιστεί απότομο επενδυτικό κενό μετά το τέλος του ευρωπαϊκού προγράμματος. Τα έργα δεν σταματούν με την ολοκλήρωση των διοικητικών προθεσμιών, αλλά συνεχίζουν να υλοποιούνται, να πληρώνονται και να περνούν σταδιακά στην πραγματική οικονομία.
Οι επιχορηγήσεις θα συνεχιστούν έως το 2027
Το σκέλος των επιχορηγήσεων, ύψους περίπου 4,5 δισ. ευρώ, θα πρέπει να αξιοποιηθεί έως το τέλος του 2027. Οι πόροι αυτοί συνδέονται με την ολοκλήρωση των εκκρεμοτήτων που αφορούν 104 επενδυτικά έργα και 77 μεταρρυθμίσεις του ελληνικού σχεδίου.
Η χώρα θα πρέπει να ολοκληρώσει τις σχετικές δαπάνες, να παραλάβει τα έργα και να πιστοποιήσει ότι οι δεσμεύσεις του προγράμματος έχουν υλοποιηθεί με βάση τους ευρωπαϊκούς κανόνες.
Αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και αν το επίσημο χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης λήγει τον Αύγουστο, η οικονομική δραστηριότητα που συνδέεται με τις επιχορηγήσεις θα παραμείνει έντονη και το 2027. Έργα υποδομών, ψηφιακές παρεμβάσεις, ενεργειακές αναβαθμίσεις και μεταρρυθμίσεις θα συνεχίσουν να δημιουργούν δαπάνες, συμβάσεις και εισόδημα στην οικονομία.
Δάνεια με επιτόκιο 0,35% έως το 2029
Ακόμη μεγαλύτερη διάρκεια θα έχει η επίδραση του δανειακού σκέλους. Τα περίπου 5,6 δισ. ευρώ που δεν έχουν ακόμη περάσει στην οικονομία θα διοχετεύονται σταδιακά έως το τέλος του 2029.
Τα δάνεια του Ταμείου προσφέρονται με ιδιαίτερα χαμηλό επιτόκιο, περίπου 0,35%, και μπορούν να καλύψουν από το 35% έως το 50% του κόστους μιας επένδυσης. Το υπόλοιπο ποσό προέρχεται από τραπεζική χρηματοδότηση και ίδια κεφάλαια του επενδυτή.
Το χαμηλό κόστος δανεισμού αποτελεί ισχυρό κίνητρο για τις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία τα επιτόκια της αγοράς έχουν αυξηθεί και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα εξετάζει νέα σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής.
Μέχρι τα τέλη Μαρτίου, οι εμπορικές τράπεζες είχαν εκταμιεύσει περίπου 10,8 δισ. ευρώ, έναντι 14 δισ. ευρώ που είχε εισπράξει η Ελλάδα από τις Βρυξέλλες για εγκεκριμένα επιχειρηματικά σχέδια.
Μεγάλη συμμετοχή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων
Το δανειακό πρόγραμμα δεν περιορίστηκε στους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους. Από τις 859 συμβάσεις που είχαν υπογραφεί έως τον Μάρτιο, οι 340 αφορούσαν μεγάλες επιχειρήσεις και συνδέονταν με επενδύσεις περίπου 6 δισ. ευρώ.
Οι υπόλοιπες 519 συμβάσεις, ποσοστό 60,4% του συνόλου, αφορούσαν μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Μέσω του δανειακού σκέλους και του InvestEU, περίπου 15.700 μικρομεσαίες επιχειρήσεις αξιοποίησαν χρηματοδότηση για επενδύσεις, εκσυγχρονισμό του εξοπλισμού, ψηφιοποίηση και ενίσχυση της εξωστρέφειάς τους. Παράλληλα, περίπου 90.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις επιδοτήθηκαν για την απόκτηση ψηφιακών εργαλείων, ενώ σχεδόν 1.000 έλαβαν στήριξη για ενεργειακά αποδοτικό εξοπλισμό.
Η διάχυση αυτή είναι σημαντική, καθώς δείχνει ότι το Ταμείο δεν λειτούργησε μόνο ως πηγή χρηματοδότησης μεγάλων έργων, αλλά και ως εργαλείο αναβάθμισης μικρότερων επιχειρήσεων που δυσκολεύονται περισσότερο να εξασφαλίσουν φθηνό τραπεζικό δανεισμό.
Η απότομη επιτάχυνση των συμβάσεων
Η ζήτηση για τα δάνεια αυξήθηκε απότομα τον Μάρτιο, όταν η νέα ενεργειακή κρίση και η επαναφορά των προσδοκιών για υψηλότερα επιτόκια έκαναν ακόμη πιο ελκυστικό το κόστος χρηματοδότησης του Ταμείου.
Μέσα σε έναν μήνα, οι συμβάσεις αυξήθηκαν από 10,8 δισ. ευρώ σε 13,5 δισ. ευρώ. Η εξέλιξη αυτή επιβεβαίωσε ότι το χαμηλό επιτόκιο 0,35% αποτελεί σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε σχέση με την κανονική τραπεζική αγορά.
Το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών είχε ήδη προχωρήσει από τα τέλη του 2025 σε ανακατανομή του δανειακού προγράμματος, περιορίζοντας στα 13,5 δισ. ευρώ το ποσό που θα περνούσε απευθείας μέσω των εμπορικών τραπεζών.
Από τα υπόλοιπα 4,1 δισ. ευρώ, τα 2 δισ. ευρώ μεταφέρθηκαν στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα και 2,1 δισ. ευρώ στο ειδικό επενδυτικό ταμείο που στηρίζει καινοτόμα επιχειρηματικά σχέδια.
Νέα δάνεια τουλάχιστον 4 δισ. ευρώ
Τα 2 δισ. ευρώ που κατευθύνονται στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα αναμένεται, με τη συμμετοχή και των εμπορικών τραπεζών, να δημιουργήσουν δάνεια τουλάχιστον 4 δισ. ευρώ για μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις.
Οι εκταμιεύσεις θα πραγματοποιούνται σταδιακά έως το 2029. Τα δάνεια που εγκρίθηκαν το 2025 θα πρέπει να μετατραπούν σε επενδύσεις μέχρι το τέλος του 2028, ενώ όσα υπογράφηκαν μέσα στο 2026 θα έχουν περιθώριο υλοποίησης έως το 2029.
Με αυτόν τον τρόπο, οι πόροι του Ταμείου θα εξακολουθήσουν να στηρίζουν την επενδυτική δραστηριότητα για τουλάχιστον μία τριετία μετά την επίσημη λήξη του.
Επενδύσεις συνολικού ύψους 46 δισ. ευρώ
Η πραγματική οικονομική επίδραση των δανείων είναι πολύ μεγαλύτερη από την ονομαστική αξία των ευρωπαϊκών πόρων. Τα δάνεια συνολικού ύψους 17,6 δισ. ευρώ εκτιμάται ότι θα κινητοποιήσουν επενδύσεις περίπου 46 δισ. ευρώ, καθώς συνδυάζονται με τραπεζικά κεφάλαια και ίδια συμμετοχή των επιχειρήσεων.
Από το σύνολο αυτό, περίπου 20 δισ. ευρώ τελικών επενδύσεων αναμένεται να πραγματοποιηθούν από το υπόλοιπο του 2026 έως το τέλος του 2029.
Το ποσό αυτό μπορεί να καλύψει σημαντικό μέρος του επενδυτικού κενού που φοβούνται οι οικονομικοί φορείς μετά το τέλος του Ταμείου Ανάκαμψης. Η διατήρηση υψηλών επενδύσεων θεωρείται κρίσιμη για την παραγωγικότητα, την απασχόληση και τη διατήρηση ισχυρών ρυθμών ανάπτυξης.
Η τελευταία δόση και οι έλεγχοι
Μέχρι σήμερα, η Ελλάδα έχει λάβει 24,6 δισ. ευρώ από επιχορηγήσεις και δάνεια, ποσό που αντιστοιχεί στο 68% του συνολικού προϋπολογισμού του σχεδίου και περίπου στο 10,9% του ΑΕΠ του 2023.
Έχει ήδη κατατεθεί το όγδοο αίτημα πληρωμής για επιχορηγήσεις και το έβδομο για δάνεια, με την επίτευξη συνολικά 238 οροσήμων και στόχων.
Το τελευταίο αίτημα, για επιχορηγήσεις ύψους 4,2 δισ. ευρώ, αναμένεται να κατατεθεί τον Σεπτέμβριο. Εφόσον ολοκληρωθεί ο έλεγχος των Βρυξελλών, τα χρήματα αναμένεται να εισρεύσουν στα δημόσια ταμεία έως το τέλος του έτους και να δαπανηθούν στην οικονομία μέσα στο 2027.
Μετά την παραλαβή των έργων θα ακολουθήσουν δειγματοληπτικοί έλεγχοι από ανεξάρτητους εκτιμητές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Συνεπώς, το Ταμείο μπορεί να ολοκληρώνεται τυπικά, όμως η χρηματοδοτική και επενδυτική του επίδραση θα παραμείνει ενεργή για αρκετά ακόμη χρόνια.
newmoney.gr
