Πραγματοποιήθηκε η πρώτη συνεδρίασης της Ομάδας Εργασίας για την Κτηνοτροφία - Στόχος η κατάθεση ολοκληρωμένων προτάσεων προς την Πολιτεία, ενόψει και της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής
Το τέλμα στο οποίο έχουν περιέλθει κτηνοτρόφοι και τυροκόμοι αναδείχθηκε στην πρώτη συνεδρίαση της Ομάδας Εργασίας για την Κτηνοτροφία που πραγματοποιήθηκε, την Τετάρτη, υπό τον Αντιπεριφερειάρχη Αγροτικού Τομέα Σταύρο Τζεδάκη, με τη συμμετοχή κτηνοτρόφων, τυροκόμων, εκπροσώπων φορέων και επιστημονικής κοινότητας. Υπό το κλίμα έντονου προβληματισμού αλλά και αναζήτησης λύσεων, στο επίκεντρο μπήκε η βιωσιμότητα του πρωτογενούς τομέα αλλά και οι πιέσεις που δέχεται από το διεθνές οικονομικό περιβάλλον.
Σύσκεψη
Στόχος της Ομάδας Εργασίας είναι η κατάθεση ολοκληρωμένων προτάσεων προς την Πολιτεία, ενόψει και της νέας Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ).
Τζεδάκης: Να ενισχύσουμε την αλυσίδα αξίας του προϊόντος
Ο Αντιπεριφερειάρχης Αγροτικού Τομέα ανέδειξε την ανάγκη άμεσων παρεμβάσεων για τη στήριξη της παραγωγής, επισημαίνοντας ότι «η επιδότηση χρήσιμο εργαλείο για να αντισταθμιστεί το μεγάλο κόστος παραγωγής», υπογράμμισε όμως πως στο επίκεντρο πρέπει να μπει «το πώς θα ενισχυθεί η αλυσίδα αξίας του προϊόντος».
Ο ίδιος δεν έκρυψε την πίεση που δέχεται ο κλάδος, τονίζοντας χαρακτηριστικά ότι «τα πράγματα είναι οριακά και στην κτηνοτροφία και στην τυροκομία». Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην ανάγκη πιστοποίησης του κρητικού αρνιού ως ΠΟΠ, στόχος για τον οποίο γίνονται βήματα, με τον σχετικό φάκελο να έχει ήδη κατατεθεί στο υπουργείο.
Ο Στ.Τζεδάκης έθεσε επίσης μια σειρά ζητημάτων, όπως είναι η ανάγκη για διαχειριστικά σχέδια βόσκησης, τονίζοντας ότι τόσο η Κρήτη όσο και η Μακεδονία, επιχείρησαν δύο φορές στο παρελθόν να προχωρήσουν σε προγραμματική σύμβαση, συναντώντας όμως «τοίχο» από το υπουργείο. Υπογράμμισε επίσης το οξύ ζήτημα του μεταφορικού ισοδύναμου, διατυπώνοντας την άποψη ότι πρέπει να αποδίδεται απευθείας στον παραγωγό, ενώ διαχρονικός «βραχνάς» για τους παραγωγούς παραμένουν οι τεράστιες αποκλίσεις στο κόστος των ζωοτροφών μεταξύ Κρήτης και κεντρικής και βόρειας Ελλάδας.
Παράλληλα, τόνισε ότι απαιτείται «εξορθολογισμός» και να ληφθεί υπόψη η νησιωτικότητα και η ορεινότητα, ενώ σημείωσε πως «αν γίνουν κάποιες διορθώσεις, αυτοί που ασχολούνται πραγματικά θα ανακουφιστούν».
Γιάννης Φασουλάς: Δομικά προβλήματα και έλλειψη συνεργασίας
Ο Πρόεδρος της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Κρέατος και του τομέα της Κτηνοτροφίας (ΕΔΟΤΟΚΚ), Γιάννης Φασουλάς από την πλευρά του, ανέδειξε ως βασικό πρόβλημα την έλλειψη συνεργατισμού, συνεταιριστικής συνείδησης αλλά ακόμη και… φορολογικής συνείδησης, ενώ σημείωσε επίσης αφενός την προβληματική επικοινωνία των θεσμών με το κεντρικό κράτος κι αφετέρου τις υποστελεχωμένες κτηνιατρικές υπηρεσίες.
Ο κ.Φασουλάς υπογράμμισε επίσης την ανάγκη αναγνώρισης της νησιωτικότητας από την Πολιτεία, προτείνοντας μάλιστα την εκπόνηση μελέτης στις Περιφέρειες της επικράτειας προκειμένου να διαπιστωθούν οι καίριες – και διόλου ευκαταφρόνητες – αποκκλίσεις στα κόστη που επωμίζοντας οι παραγωγοί.
Ο Γιάννης Φασουλάς προέταξε την ανάγκη οργάνωσης των παραγωγών σε ομάδες και παράλληλα την σταθερότητα στην παραγωγή, προκειμένου να καθιερωθεί το κρητικό προϊόν ως διατροφική συνήθεια.
Ένα Ινστιτούτο για την κρητική διατροφή
Ο Προϊστάμενος της κτηνιατρικής Υπηρεσίας Λασιθίου Ευστάθιος Γραφανάκης πρότεινε εστίαση στην κρητική διατροφή, διαχωρίζοντάς την από την μεσογειακή, ενώ εισηγήθηκε τη δημιουργία Ινστιτούτου Προώθησης όμοια με άλλων ευρωπαϊκών χωρών, τονίζοντας ότι μέσω αυτού μπορεί να γίνει διασύνδεση με τον Τουρισμό.
Από την πλευρά της επιστημονικής κοινότητας, ο καθηγητής του ΕΛΜΕΠΑ, Θρασύβουλος Μανιός ανέδειξε τη δυνατότητα «αξιοποίησης πηγών που ως σήμερα δεν χρησιμοποιούνται ως ζωοτροφές», επισημαίνοντας παράλληλα ότι πέρα από το κόστος μεταφοράς υπάρχει και «το θέμα του αποτυπώματος άνθρακα».
Έντονη δυσαρέσκεια από τους κτηνοτρόφους
Ο πρόεδρος του Κτηνοτροφικού Συλλόγου Ηρακλείου Λευτέρης Τριανταφυλλάκης εξέφρασε έντονη αγανάκτηση για την έλλειψη ουσιαστικής στήριξης: «Έμπρακτα δεν πήραμε τίποτα. Ούτε το γάλα μας δεν πήρε την τιμή που έπρεπε», σημείωσε, προσθέτοντας πως παρά τις δεσμεύσεις ακόμη και του ίδιου του Πρωθυπουργού σε συνάντηση στο Μέγαρο Μαξίμου «δεν έχει γίνει ακόμη πράξη».
Ο ίδιος έθεσε ζήτημα άνισης μεταχείρισης των νησιών και δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο νέου γύρου κινητοποιήσεων «για να σωθεί η κτηνοτροφία της Κρήτης». Παράλληλα ήταν κατηγορηματικός για τις ζωονόσους λέγοντας πως «δε θα δεχτούμε σφαγή για κανένα λόγο».
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο πρόεδρος του Κτηνοτροφικού Συλλόγου Ανωγείων Βασίλης Μανουράς έθεσε ζήτημα υποτίμησης του προϊόντος: «Γιατί το κρητικό προϊόν μας είναι τόσο υποβαθμισμένο;» διερωτήθηκε αναφορικά με το μεγάλο χάσμα ανάμεσα στο γάλα που παράγεται στην Κρήτη σε σύγκριση με το αντίστοιχο προϊόν στην βόρεια Ελλάδα.
Πίεση στην τυροκομία και την αγορά
Ο πρόεδρος των τυροκόμων Χανίων Σπύρος Μπαλαντίνος σημείωσε ότι «τα τυροκομικά δεν μπορούν να πάρουν την προστιθέμενη αξία που πρέπει στο ράφι», επισημαίνοντας το «χάσμα» τιμών και τον έντονο ανταγωνισμό.
Χαρακτηριστικά ανέφερε ότι οι τιμές πρέπει να παραμείνουν σε επίπεδα αξιοπρέπειας για να εξισορροπηθεί το υψηλό κόστος παραγωγής, τονίζοντας ότι «πλούσιοι δε θα γίνουν ούτε οι κτηνοτρόφοι ούτε οι τυροκόμοι», διαχωρίζοντας ωστόσο τον ρόλο των μεσαζόντων που αποκομίζουν σημαντικά οικονομικά οφέλη.
Αντίστοιχα, ο Αντιπρόεδρος του Κτηνοτροφικού Συλλόγου Ρεθύμνου Τίτος Δασκαλάκης υπογράμμισε την ανάγκη οργάνωσης των παραγωγών σε συνεργατικά σχήματα και προέταξε την ανάγκη διασύνδεσης του πρωτογενή τομέα με τον Τουρισμό που ανθεί στην Κρήτη.
Αγορά, κατανάλωση και ανταγωνισμός
Ο πρόεδρος κρεοπωλών Ηρακλείου Λευτέρης Ντουρακης ανέδειξε αλλαγές που έχουν διαπιστωθεί στην καταναλωτική συμπεριφορά. Ο ίδιος μίλησε για αύξηση των πωλήσεων στο κοτόπουλο, φτάνοντας το 30% του συνόλου, έναντι ποσοστού κάτω του 10% που ήταν προ ετών. Σημείωσε ότι οι καταναλωτές έχουν επηρεαστεί από διατροφικούς ισχυρισμούς γύρω από το αρνί, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται η αγορά.
Ο υπεύθυνος της Περιφέρειας Κρήτης στην ένωση AREPO και στέλεχος της Δ/νσης Ανάπτυξης Π.Ε. Ρεθύμνης Χαράλαμπος Νικόλαος Πίτερης τόνισε ότι τα προϊόντα της Κρήτης έχουν ποιότητα αλλά «μας λείπει η αγορά», ενώ ανέδειξε τις πιέσεις που δέχεται ο κλάδος και τις διεθνείς συνθήκες ανταγωνισμού.
Ο κ.Πίτερης έφερε ως χαρακτηριστικό παράδειγμα οργάνωσης παραγωγών που έχει οδηγήσει σε υπεραξία του προϊόντος, το Parmigiano Reggiano της περιφέρειας Emilia-Romagna. Εκ μέρους των παραγωγών του διάσημου τυριού της Ιταλίας, διαπραγματεύεται ένας εκπρόσωπος επιτυγχάνοντας υψηλή τιμή (περίπου 80 ευρώ/κιλό). Τόνισε όμως ότι τα τυροκομικά της Κρήτης είναι υψηλής ποιότητας, με την Γραβιέρα Κρήτης να αποτελεί «ναυαρχίδα» και τα αλοιφώδη τυριά του νησιού να κερδίζουν της εντυπώσης.
Ο ίδιος πρόσθεσε στο «παζλ» τα 6,5 εκατομμύρια τουριστών που έρχονται στην Κρήτη ετησίως, αριθμός που αναμένεται να εκτοξευθεί στα 10 εκατομμύρια με τη λειτουργία του νέου αεροδρομίου.
Ζωονόσοι και υποστελέχωση
Η προϊσταμένη Κτηνιατρικής Σοφία Λαμπρινίδη υπογράμμισε την ανάγκη αυξημένης επιφυλακής απέναντι στις ζωονόσους. «Είμαστε σε επιφυλακή για τον αφθώδη», σημείωσε, αναφέροντας προληπτικές απολυμάνσεις σε λιμάνια και αεροδρόμια, αλλά τονίζοντας και τη σοβαρή υποστελέχωση των κτηνιατρικών υπηρεσιών του νησιού, που σήμερα αριθμούς 9 κτηνιάτρους – αριθμός πολύ μικρός σε σχέση με τις ανάγκες.
neakriti.gr
