ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΡΕΘΥΜΝΟ

«Δεν πάει άλλο» στο Νοσοκομείο Ρεθύμνου

0

Ελλείψεις προσωπικού, κλειστές υπηρεσίες, αναμονές και προβλήματα σε κρίσιμες κλινικές συνθέτουν μια εικόνα που, όπως καταγγέλθηκε στη συνέντευξη Τύπου της Δευτέρας, δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται με προσωρινές λύσεις

Μια εικόνα βαθιάς και παρατεταμένης πίεσης στο Νοσοκομείο Ρεθύμνου παρουσίασαν τη Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου γιατροί, διευθυντές κλινικών και εκπρόσωποι του Ιατρικού Συλλόγου Ρεθύμνου, προειδοποιώντας ότι τα περιθώρια αντοχής του ιδρύματος έχουν πλέον περιοριστεί δραματικά.

Στη συνέντευξη Τύπου παρουσιάστηκαν αναλυτικά στοιχεία για τη στελέχωση, τη λειτουργία των κλινικών και τις ανάγκες του νοσηλευτικού ιδρύματος. Η εικόνα που μεταφέρθηκε είναι αυτή ενός Νοσοκομείου που καλείται να ανταποκριθεί στις ανάγκες ενός ολόκληρου νομού με σημαντικά κενά σε ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, ενώ σε αρκετές κρίσιμες υπηρεσίες η λειτουργία στηρίζεται σε μετακινήσεις, ιδιώτες και διαρκή υπέρβαση των αντοχών του υπάρχοντος προσωπικού.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, η συνολική κάλυψη των οργανικών θέσεων βρίσκεται περίπου στο 60%, ενώ σε βασικές κλινικές και τμήματα το ποσοστό πέφτει ακόμη και κάτω από το 50%.

Στο πλευρό των εργαζομένων βρέθηκαν μεταξύ άλλων ο διευθυντής της ΜΕΘ και αντιπρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Ρεθύμνου Χαράλαμπος Μαρκάκης, ο διευθυντής της Ιατρικής Υπηρεσίας και της Χειρουργικής Κλινικής Γεώργιος Βρανάκης, ο διευθυντής της Ορθοπεδικής Μανώλης Δασκαλογιαννάκης, ο διευθυντής Αναισθησιολογίας και Ιατρείου Πόνου Γιάννης Χρονάκης, ο διευθυντής της Μαιευτικής Ιωάννης Ματζίρης, η διευθύντρια της Παιδιατρικής Ελισάβετ Γιαννούση, η πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Ρεθύμνου Αναστασία Καπελέρη και η Μαρία Αντωνοπούλου, μέλος της Ένωσης Γιατρών ΕΣΥ Ρεθύμνου και εκπρόσωπος της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας.

6.500 περιστατικά μέσα σε έναν μήνα

Το μέγεθος της πίεσης που δέχθηκε το Νοσοκομείο κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού αποτυπώνεται και στον αριθμό των περιστατικών που κλήθηκε να διαχειριστεί.

Μόνο τον Αύγουστο καταγράφηκαν περίπου 6.500 περιστατικά, αριθμός που, σύμφωνα με την πρόεδρο της Ένωσης Γιατρών ΕΣΥ Ρεθύμνου Π. Νεονάκη, αντιμετωπίστηκε με μεγάλη προσπάθεια από το προσωπικό.

«Τα 6,5 χιλιάδες περιστατικά που είχαμε τον Αύγουστο βγήκαν με πάρα πολύ κόπο και δυσκολία», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Η ίδια έθεσε στο επίκεντρο την ανάγκη για μόνιμες προσλήψεις και ουσιαστική κάλυψη των οργανικών θέσεων, υποστηρίζοντας ότι οι αριθμοί δεν είναι απλώς στατιστικά δεδομένα, αλλά αποτυπώνουν την καθημερινή πραγματικότητα που βιώνουν ασθενείς και εργαζόμενοι.

Κενές θέσεις σε ένα Νοσοκομείο που έχει αλλάξει ανάγκες

Ένα από τα βασικά ζητήματα που τέθηκαν στη συνέντευξη ήταν η αναντιστοιχία ανάμεσα στις σημερινές ανάγκες του Ρεθύμνου και στον οργανισμό του Νοσοκομείου, ο οποίος εξακολουθεί να βασίζεται στα δεδομένα του 2012.

Με βάση τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, παραμένουν κενές 25 οργανικές θέσεις ιατρών, ενώ στον νοσηλευτικό τομέα οι κενές οργανικές θέσεις υπολογίζονται περίπου στις 45.

Οι εκπρόσωποι των γιατρών υποστήριξαν ότι ακόμη και αυτά τα στοιχεία δεν αποτυπώνουν πλήρως τις πραγματικές ανάγκες, καθώς ο πληθυσμός και οι απαιτήσεις της περιοχής έχουν μεταβληθεί σημαντικά, ιδιαίτερα κατά τους θερινούς μήνες.

Η υποστελέχωση γίνεται ακόμη πιο εμφανής όταν η εικόνα εξετάζεται ανά κλινική.

Κρίσιμες κλινικές λειτουργούν με οριακές δυνάμεις

Στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών η λειτουργία, σύμφωνα με την Π. Νεονάκη, στηρίζεται εδώ και χρόνια σε μόλις δύο γιατρούς, με την κατάσταση να καλύπτεται μέσω μετακινήσεων από Κέντρα Υγείας και την Πρωτοβάθμια Φροντίδα, αλλά και με αυξημένες εφημερίες ειδικευόμενων και αγροτικών γιατρών.

Στη ΜΕΘ, η οποία διαθέτει επτά κλίνες, οι γιατροί είναι πολύ λιγότεροι από όσους προβλέπονται. Στην Ορθοπεδική έχουν απομείνει δύο ειδικευμένοι γιατροί, γεγονός που έχει οδηγήσει σε κενά εφημεριών και διακομιδές ασθενών σε άλλα νοσοκομεία της Κρήτης.

Ακόμη πιο δύσκολη είναι η εικόνα στην Παθολογική, όπου υπηρετούν δύο γιατροί και τα τακτικά ιατρεία παραμένουν κλειστά εδώ και χρόνια. Ελλείψεις καταγράφονται επίσης στο Αναισθησιολογικό, το Γαστρεντερολογικό, το Ουρολογικό, την Ψυχιατρική, τη Νευρολογική και την ΩΡΛ.

Στη Νευρολογική υπηρετεί ένας γιατρός αντί για δύο και παράλληλα καλύπτει εφημερίες στα Χανιά, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν υπάρχει νευρολόγος σε εφημερία στο Ρέθυμνο. Την ίδια στιγμή, η απουσία ογκολόγου σημαίνει ότι ασθενείς που χρειάζονται χημειοθεραπεία μετακινούνται σε άλλα νοσοκομεία της Κρήτης.

Πάνω από 150 ασθενείς περιμένουν για χειρουργείο

Η υποστελέχωση δεν περιορίζεται στην καθημερινή λειτουργία των κλινικών, αλλά έχει άμεσο αντίκτυπο και στα χειρουργεία.

Περισσότεροι από 150 ασθενείς βρίσκονται σε αναμονή, την ώρα που οι ελλείψεις τόσο στο Χειρουργικό όσο και στο Αναισθησιολογικό δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση.

Παράλληλα, από τον Ιανουάριο του 2022 έχουν αποχωρήσει περίπου 30 ειδικευμένοι γιατροί. Από αυτούς, μόλις έξι αποχώρησαν λόγω συνταξιοδότησης, ενώ οι υπόλοιποι παραιτήθηκαν, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, σε ένα περιβάλλον αυξημένου φόρτου και δύσκολων συνθηκών εργασίας.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν αφορά μόνο την κάλυψη των σημερινών κενών. Αφορά και τη διατήρηση του ανθρώπινου δυναμικού που ήδη υπηρετεί στο Νοσοκομείο.

Εξοπλισμός και υποδομές προσθέτουν νέα προβλήματα

Την ίδια στιγμή, οι ελλείψεις προσωπικού συνδυάζονται με προβλήματα στον εξοπλισμό και στις υποδομές.

Ο αντιπρόεδρος της Ένωσης Γιατρών ΕΣΥ Ρεθύμνου Γιάννης Σαριδάκης αναφέρθηκε χαρακτηριστικά στη λειτουργία του αξονικού τομογράφου, ο οποίος παρέμεινε εκτός λειτουργίας για περίπου δύο εβδομάδες το καλοκαίρι.

Παράλληλα, έθεσε το ζήτημα της ανανέωσης του εξοπλισμού του Ακτινολογικού Τμήματος, αλλά και της ανάγκης προμήθειας ψηφιακού μαστογράφου, καθώς, όπως αναφέρθηκε, το Νοσοκομείο Ρεθύμνου συγκαταλέγεται μεταξύ εκείνων που δεν διαθέτουν σήμερα τον συγκεκριμένο εξοπλισμό.

Στο Ακτινολογικό, οι οργανικές ανάγκες ανέρχονται, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, σε τουλάχιστον επτά ακτινολόγους, ενώ σήμερα υπηρετούν πέντε. Ακόμη και ο υπάρχων εξοπλισμός, ωστόσο, δεν μπορεί να αξιοποιηθεί στον βαθμό που θα μπορούσε λόγω των ελλείψεων προσωπικού.

«Το Νοσοκομείο βρίσκεται στη χειρότερη στιγμή της ιστορίας του»

Ιδιαίτερα σκληρή ήταν η τοποθέτηση του Γιάννη Σαριδάκη, ο οποίος περιέγραψε τη σημερινή κατάσταση ως τη χειρότερη περίοδο στη σύγχρονη ιστορία του Νοσοκομείου.

Αναφερόμενος στα προβλήματα που έχουν συσσωρευτεί τα τελευταία χρόνια, υποστήριξε ότι οι προειδοποιήσεις των υγειονομικών για υποστελέχωση, υποχρηματοδότηση και υποβάθμιση επιβεβαιώνονται πλέον στην πράξη.

«Βρισκόμαστε σήμερα να βλέπουμε το Νοσοκομείο Ρεθύμνου στη χειρότερη στιγμή της σύγχρονης ιστορίας του, όπου πολλές πλευρές πια της λειτουργίας του δεν θυμίζουν δευτεροβάθμιο νοσηλευτικό ίδρυμα. Δεν φτάνουμε, δεν αντέχουμε», ανέφερε χαρακτηριστικά, ασκώντας παράλληλα έντονη κριτική στην πολιτική του υπουργείου Υγείας.

Η ΜΕΘ λειτουργεί με προσωπικό κάτω από τα όρια

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας από τον διευθυντή της Χαράλαμπο Μαρκάκη.

Όπως εξήγησε, η ΜΕΘ δεν ενισχύθηκε ουσιαστικά ούτε μετά την περίοδο της πανδημίας, παρά το γεγονός ότι τότε κλήθηκε να λειτουργήσει ως μονάδα Covid και έφτασε να διαθέτει εννέα κλίνες, έξι γενικές και τρεις Covid.

Αντί για ενίσχυση, όπως είπε, η Μονάδα έχασε δύο γιατρούς. Οι πέντε γιατροί που παρέμειναν κλήθηκαν να διαχειριστούν την καθημερινότητα με ιδιαίτερα αυξημένο φόρτο.

Η κατάσταση έγινε ακόμη πιο δύσκολη μετά την αναρρωτική άδεια γιατρού της Μονάδας. Ο κ. Μαρκάκης ανέφερε ότι ζήτησε από τη διοίκηση και την 7η ΥΠΕ την ενίσχυση με γιατρό, καθώς η ΜΕΘ έφτασε να λειτουργεί με τρεις γιατρούς και έναν ιδιώτη συνταξιούχο που πραγματοποιεί περίπου μιάμιση εφημερία την εβδομάδα.

Παράλληλα, ζήτησε τη μείωση των κλινών από επτά σε πέντε, προκειμένου να διασφαλιστεί η ασφαλής λειτουργία της Μονάδας. Όπως ανέφερε, τα αιτήματα δεν εισακούστηκαν.

«Η λειτουργία της μονάδας είναι επισφαλής και δεν ξέρω πόσο μπορούμε να συνεχίσουμε όλοι να δουλεύουμε με αυτό το ρυθμό», τόνισε.

Χειρουργική και Ορθοπεδική σε κατάσταση ασφυξίας

Στη Χειρουργική Κλινική, ο διευθυντής Γεώργιος Βρανάκης περιέγραψε μια καθημερινότητα που, όπως είπε, έχει ξεπεράσει τα όρια αντοχής του προσωπικού.

Από τις τρεις οργανικές θέσεις ειδικευμένων γιατρών παραμένουν κενές, ενώ από τις επτά θέσεις ειδικευόμενων καλύπτονται μόλις δύο και σύντομα αναμένεται να μείνει ένας. Οι γιατροί καλούνται παράλληλα να καλύπτουν ανάγκες του ΤΕΠ, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο τον φόρτο.

«Εργαζόμαστε πολλές ώρες, καλύπτουμε και το ΤΕΠ και πρακτικά δεν επαρκούμε για όλα όσα έχουμε να κάνουμε», ανέφερε, ζητώντας την άμεση κάλυψη των κενών θέσεων.

Το συμπέρασμα της τοποθέτησής του ήταν σαφές: «Έχουμε περάσει τα όριά μας και δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι».

Αντίστοιχα, στην Ορθοπεδική, ο διευθυντής Μανώλης Δασκαλογιαννάκης περιέγραψε μια κατάσταση κατά την οποία μόλις δύο ειδικευμένοι γιατροί καλούνται να καλύψουν τις ανάγκες ολόκληρου του νομού.

Από τις έξι οργανικές θέσεις, οι τέσσερις παραμένουν κενές. Οι περιστασιακές ενισχύσεις από άλλα νοσοκομεία, ιδιώτες και η μετακίνηση γιατρού από την Τρίπολη προσφέρουν ανάσες, χωρίς όμως να αντιμετωπίζουν το πρόβλημα στη ρίζα του.

Ο ίδιος χαρακτήρισε αυτές τις λύσεις «ημίμετρα και όχι ουσιαστική λύση του προβλήματος», ζητώντας άμεση προκήρυξη των κενών θέσεων και μόνιμη ενίσχυση της Κλινικής.

 

Στα όρια του και το Αναισθησιολογικό Τμήμα

Ο διευθυντής Γιάννης Χρονάκης ανέφερε ότι από τις πέντε οργανικές θέσεις υπηρετούν σήμερα τρεις ειδικευμένοι γιατροί, ενώ σύντομα, λόγω αποχώρησης συναδέλφου, ο αριθμός αναμένεται να περιοριστεί στους δύο.

Η συνδρομή δύο ιδιωτών γιατρών με μία έως δύο εφημερίες ο καθένας δεν μπορεί, όπως τόνισε, να αποτελέσει σταθερή λύση. Το πρόβλημα έχει ήδη επηρεάσει τη λειτουργία των χειρουργικών αιθουσών.

«Σε κανονικές συνθήκες λειτουργούμε δύο χειρουργικές αίθουσες, όμως πλέον δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε ούτε μία και κρατάμε τη δυνατότητα μόνο για επείγοντα περιστατικά», ανέφερε.

Οι αναισθησιολόγοι δεν περιορίζονται στα χειρουργεία, αλλά καλύπτουν παράλληλα ανάγκες στα ΤΕΠ, στις κλινικές και στη ΜΕΘ, ενώ η υποστελέχωση επηρεάζει και την εκπαίδευση των ειδικευόμενων.

Στα όρια βρίσκεται και το Ιατρείο Πόνου, το οποίο πραγματοποιεί περισσότερες από 3.000 επισκέψεις. Ο κ. Χρονάκης υπογράμμισε την ανάγκη να υπάρξει ουσιαστική παρέμβαση, καταλήγοντας με μια φράση που αποτυπώνει την πίεση που δέχεται το προσωπικό: «Δεν είμαστε υπεράνθρωποι. Έχουμε ανάγκη και από ξεκούραση και πρέπει να σκεφτούμε την επόμενη ημέρα».

Μαιευτική με μπαλώματα

Στη Μαιευτική Κλινική η λειτουργία συνεχίζεται, όπως ανέφερε ο διευθυντής της Ιωάννης Ματζίρης, χάρη στην υπερπροσπάθεια του προσωπικού και των μαιών, αλλά και στη συνδρομή δύο ιδιωτών μαιευτήρων.

Το κρίσιμο ζήτημα, ωστόσο, είναι η άμεση σύνδεση της λειτουργίας της Μαιευτικής με την επάρκεια του Αναισθησιολογικού, ιδιαίτερα όταν απαιτούνται επείγουσες καισαρικές ή αντιμετώπιση σοβαρών περιστατικών.

Η αναισθησιολογική κάλυψη εξασφαλίζεται σήμερα μέσω μετακινήσεων γιατρών από άλλα νοσοκομεία και της συνδρομής ιδιωτών με δελτία παροχής υπηρεσιών.

Ο κ. Ματζίρης υπογράμμισε ότι ένα δημόσιο νοσοκομείο δεν μπορεί να στηρίζεται μόνιμα σε προσωρινές λύσεις και ζήτησε μόνιμες προσλήψεις, αλλά και ουσιαστικά οικονομικά και στεγαστικά κίνητρα για την προσέλκυση γιατρών.

«Η ασφάλεια της μητέρας και του νεογνού στο Ρέθυμνο δεν μπορεί να βασίζεται σε μπαλώματα», τόνισε.

Η Παιδιατρική δείχνει πόσο εύκολα μπορεί να ανατραπεί μια ισορροπία

Η διευθύντρια της Παιδιατρικής Ελισάβετ Γιαννούση στάθηκε στην ανάγκη ουσιαστικών κινήτρων για την κάλυψη των κενών θέσεων, ώστε να μην επαναληφθεί το φαινόμενο των άγονων προκηρύξεων.

Όπως ανέφερε, το κίνητρο της μετατροπής του Νοσοκομείου σε άγονο δεν απέδωσε τα αναμενόμενα αποτελέσματα, ενώ συνοδεύτηκε, σύμφωνα με την ίδια, από αποχωρήσεις γιατρών.

Η Παιδιατρική αποτελεί σήμερα μια διαφορετική περίπτωση, καθώς οι πέντε θέσεις ειδικευμένων είναι καλυμμένες, υπηρετούν τέσσερις ειδικευόμενοι και υπάρχουν ακόμη δώδεκα γιατροί σε αναμονή για ειδικότητα.

Η κ. Γιαννούση, ωστόσο, υπενθύμισε ότι η κατάσταση μπορεί να ανατραπεί πολύ εύκολα όταν μια ήδη οριακά ισορροπημένη κλινική χάσει ακόμη και έναν γιατρό.

«Ακόμη και μια κλινική που είναι στελεχωμένη μπορεί να αποδιοργανωθεί όταν λείψει ένας άνθρωπος», σημείωσε, επισημαίνοντας την ανάγκη σταθερής στήριξης.

Και έστειλε το μήνυμα ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο τους γιατρούς, αλλά ολόκληρη την κοινωνία του Ρεθύμνου: «Πρέπει όλοι μαζί, και ο κόσμος, να διεκδικήσουμε την υγεία μας. Οι γιατροί μπορεί να επιβιώσουμε κάπου αλλού, αλλά ο κόσμος είναι εκείνος που μένει χωρίς περίθαλψη».

«Το ΕΣΥ αντέχει ακόμη χάρη στην αυτοθυσία του προσωπικού»

Στη συνολική εικόνα του δημόσιου συστήματος υγείας αναφέρθηκε η πρόεδρος του Ιατρικού Συλλόγου Ρεθύμνου Αναστασία Καπελέρη, συνδέοντας τα προβλήματα του Νοσοκομείου Ρεθύμνου με τις γενικότερες πιέσεις που αντιμετωπίζει το ΕΣΥ.

«Το δημόσιο σύστημα υγείας αντέχει ακόμη χάρη στην αυτοθυσία, το φιλότιμο και τις υπεράνθρωπες προσπάθειες του λιγοστού ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού», ανέφερε.

Παρουσιάζοντας στοιχεία, υποστήριξε ότι σήμερα λείπουν περίπου 6.500 ειδικευμένοι νοσοκομειακοί γιατροί και 20.000 εργαζόμενοι λοιπού προσωπικού, ενώ οι μόνιμοι υγειονομικοί μειώθηκαν από 76.588 τον Δεκέμβριο του 2020 σε 71.397 τον Μάιο του 2025.

Στάθηκε επίσης στις συνθήκες εργασίας, αναφέροντας μέσο εβδομαδιαίο χρόνο εργασίας 72 ωρών για τους γιατρούς. Σε ό,τι αφορά τις αναμονές, σημείωσε ότι η καταγραφή του χρόνου αναμονής δεν σημαίνει και μείωσή του.

«Το βραχιολάκι μπορεί να μετρά τον χρόνο, αλλά δεν μειώνει την αναμονή», είπε χαρακτηριστικά, αναφέροντας ότι η αναμονή στα ΤΕΠ μπορεί να φτάσει ακόμη και τις 22 ώρες.

Η ίδια παρουσίασε στοιχεία για τις ανικανοποίητες ανάγκες υγείας και τις ιδιωτικές δαπάνες, υποστηρίζοντας ότι η οικονομική επιβάρυνση των πολιτών αποτελεί ένα ακόμη σοβαρό ζήτημα.

Παρά τις δυσλειτουργίες του συστήματος, τόνισε ότι η εμπιστοσύνη των πολιτών στους γιατρούς του ΕΣΥ παραμένει υψηλή, καθώς περισσότεροι από εννέα στους δέκα ασθενείς εμφανίζονται ικανοποιημένοι από την επάρκεια, την επιστημονική κατάρτιση και τη συμπεριφορά των γιατρών. Αντίθετα, σημαντική δυσαρέσκεια καταγράφεται για τη γραφειοκρατία και τις αναμονές.

Η κ. Καπελέρη ζήτησε την άμεση προκήρυξη όλων των κενών θέσεων και τον διπλασιασμό των μισθών, υπογραμμίζοντας ότι «η υγεία είναι κοινωνικό αγαθό και είναι υποχρέωση της πολιτείας να τη διασφαλίζει».

Το αίτημα για μόνιμες λύσεις

Στο κλείσιμο της συνέντευξης, το κοινό αίτημα των υγειονομικών ήταν η εγκατάλειψη των προσωρινών λύσεων και η ουσιαστική ενίσχυση του Νοσοκομείου.

Η Π. Νεονάκη, μεταφέροντας τα αιτήματα των υγειονομικών, έκανε λόγο για μαζικές προσλήψεις και προκήρυξη όλων των κενών οργανικών θέσεων στο Νοσοκομείο και στα Κέντρα Υγείας, αλλά και για έναν νέο οργανισμό που θα ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες του πληθυσμού.

Παράλληλα, έθεσε ζητήματα αποδοχών και κινήτρων για την προσέλκυση γιατρών, εκφράζοντας την αντίθεση των υγειονομικών στην εμπορευματοποίηση της υγείας και στη λειτουργία των νοσοκομείων με επιχειρηματικούς όρους.

«Οι μαχόμενοι υγειονομικοί θα συνεχίσουμε να μαχόμαστε στο πλάι των ασθενών μας για την υγεία που δικαιούμαστε, αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν που θα καλύπτει τις ανάγκες μας», ανέφερε.

Το μήνυμα που προέκυψε από τη συνέντευξη Τύπου της Δευτέρας ήταν ότι το πρόβλημα του Νοσοκομείου Ρεθύμνου δεν αφορά πλέον μεμονωμένες ελλείψεις σε κάποιες κλινικές. Οι τοποθετήσεις των διευθυντών περιέγραψαν μια αλυσίδα προβλημάτων που επηρεάζει την καθημερινή λειτουργία, την ασφάλεια των περιστατικών, την αντοχή των εργαζομένων και τελικά την ίδια την πρόσβαση των πολιτών σε δημόσιες υπηρεσίες υγείας.

Οι γιατροί ζητούν άμεσες αποφάσεις. Το προσωπικό δηλώνει ότι οι αντοχές του έχουν εξαντληθεί. Και οι ανάγκες ενός ολόκληρου νομού συνεχίζουν να αυξάνονται.

Στα όριά τους και τα Κέντρα Υγείας

Η πίεση που δέχεται το δημόσιο σύστημα υγείας στον Νομό Ρεθύμνου δεν περιορίζεται στο Νοσοκομείο. Αντίστοιχα δύσκολη είναι η κατάσταση και στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, όπου τα Κέντρα Υγείας και τα περιφερειακά ιατρεία καλούνται να καλύψουν αυξημένες ανάγκες με περιορισμένο προσωπικό και διαρκείς μετακινήσεις γιατρών.

Την εικόνα αυτή μετέφερε στη συνέντευξη Τύπου η Μαρία Αντωνοπούλου, γενικός οικογενειακός γιατρός και μέλος της Ένωσης Γιατρών ΕΣΥ Ρεθύμνου, εκπροσωπώντας την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας. Όπως ανέφερε, οι ελλείψεις δεν αποτελούν ένα πρόσκαιρο φαινόμενο, αλλά ένα πρόβλημα που επανέρχεται διαρκώς και αντιμετωπίζεται κυρίως με προσωρινές λύσεις.

«Η Δημόσια Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας πιέζεται και οι εναπομείναντες γιατροί σηκώνουν ένα βάρος που δεν τους αναλογεί», σημείωσε, περιγράφοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες καλούνται να λειτουργήσουν οι υγειονομικές δομές στην περιφέρεια του νομού.

39.000 περιστατικά μέσα στο καλοκαίρι

Οι αριθμοί που παρουσιάστηκαν αποτυπώνουν το μέγεθος της πίεσης. Τα πέντε Κέντρα Υγείας του Νομού, σε Ρέθυμνο, Σπήλι, Αγία Φωτεινή, Ανώγεια και Πέραμα, διαχειρίστηκαν κατά τη θερινή περίοδο περίπου 39.000 περιστατικά.

Την ίδια στιγμή, περίπου 8 στα 10 περιφερειακά ιατρεία παραμένουν χωρίς γιατρό, ενώ σε ορισμένα Κέντρα Υγείας η κάλυψη των αναγκών δεν φτάνει ούτε το 80%.

Το περιορισμένο προσωπικό, ωστόσο, δεν καλείται μόνο να ανταποκριθεί στα περιστατικά που φτάνουν καθημερινά στις δομές. Στη διάρκεια της θερινής περιόδου αντιμετωπίστηκαν περίπου 400 περιστατικά άμεσης προνοσοκομειακής φροντίδας με ασθενοφόρο, ενώ παράλληλα υπήρξε συμμετοχή σε δεκάδες δράσεις των Κινητών Μονάδων Υγείας.

Στο ίδιο φορτίο προστίθενται περιστατικά μεταναστών που φτάνουν στις ακτές του νομού, κατ’ οίκον επισκέψεις και ένα ευρύ φάσμα καθημερινών αναγκών, οι οποίες πρέπει να καλυφθούν από τις ίδιες περιορισμένες δυνάμεις.

 

 

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΡΕΘΥΜΝΟ

«Δεν πάει άλλο» στο Νοσοκομείο Ρεθύμνου

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ