Η χαρτογράφηση 52 πυρκαγιών άνω των 100 στρεμμάτων αποκαλύπτει έναν κίνδυνο που επιστρέφει στα ίδια μέρη — και την ανάγκη να μετατρέψουμε την εμπειρία και την επιστημονική γνώση σε οργανωμένη πρόληψη και κοινωνική ανθεκτικότητα.
Η 29η Ιουλίου ως σημείο καμπής
Η πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στις 29 Ιουλίου 2026, περίπου στις 14:30, στην Κρύα Βρύση και εξαπλώθηκε με μεγάλη ταχύτητα σε εκτεταμένο τμήμα του Δήμου Αγίου Βασιλείου δεν ήταν απλώς ένα ακόμη δύσκολο περιστατικό. Ήταν μια τραγωδία που δοκίμασε ανθρώπους, οικισμούς, καλλιέργειες, κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις, επιχειρήσεις και υποδομές. Σύμφωνα με τα επίσημα όρια του Copernicus EMSR907, η πυρκαγιά έκαψε περίπου 42.240 στρέμματα στην ευρύτερη περιοχή Μελάμπων–Σακτουρίων–Ακουμίων–Αγίας Παρασκευής. Την επόμενη ημέρα, στις 30 Ιουλίου και ώρα 13:15, εκδηλώθηκε δεύτερη, ανεξάρτητη πυρκαγιά στον Ασώματο, η οποία έκαψε περίπου 7.914 στρέμματα στην περιοχή Πρέβελης–Γιαννιού. Συνολικά, τα δύο διαφορετικά συμβάντα έκαψαν περίπου 50.154 στρέμματα, χωρίς να αποτελούν ενιαία πυρκαγιά ή κοινό μέτωπο.
Πάνω από κάθε αριθμό, όμως, στέκεται η απώλεια δύο ανθρώπων: του Παντελή Διαμαντάκη και του Μανώλη Στρατιδάκη, δύο πυροσβεστών που έχασαν τη ζωή τους εν ώρα καθήκοντος. Η μνήμη τους επιβάλλει σε όλους μας όχι μόνο σεβασμό, αλλά και ευθύνη. Ευθύνη να δούμε τι συνέβη, γιατί το φαινόμενο στον τόπο μας αποκτά τόσο συχνά ραγδαιότητα και καταστροφικότητα και, κυρίως, τι οφείλουμε να αλλάξουμε πριν από την επόμενη δύσκολη ημέρα.
Η 29η Ιουλίου δεν πρέπει, επομένως, να αντιμετωπιστεί ως μεμονωμένη εξαίρεση. Αποτελεί την πιο πρόσφατη και οδυνηρή εκδήλωση ενός ιστορικού προβλήματος με έντονη χωρική επανάληψη. Η ουσιαστική συζήτηση αρχίζει όταν περάσουμε από την απλή καταγραφή της καταστροφής στην κατανόηση των μηχανισμών της και από την αντίδραση της τελευταίας στιγμής στη συστηματική πρόληψη και προετοιμασία.
Χαρτογραφική αποτύπωση των δύο διαφορετικών πυρκαγιών, σύμφωνα με τα επίσημα όρια του Copernicus EMSR907.
Μια μακρά ιστορία επαναλαμβανόμενων πυρκαγιών
Η ιστορία των πυρκαγιών στη νότια πλευρά του Ρεθύμνου είναι μακρά. Ιδιαίτερα στην ενότητα που συγκροτούν οι Μέλαμπες, τα Σακτούρια, η Κρύα Βρύση, η Αγία Γαλήνη και η Ορνέ, η φωτιά δεν αποτελεί μια σπάνια ανάμνηση. Έχει διαμορφώσει το τοπίο, την τοπική οικονομία, τις επιλογές των οικογενειών και, τελικά, τη σχέση των ανθρώπων με τον τόπο τους.
Στις 27 Αυγούστου 1964, πυρκαγιά που εκδηλώθηκε στην περιοχή Χαλασέ του Χορδακίου έκαιγε επί τέσσερις ημέρες. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έχουν δημοσιευθεί σε άρθρο μου στον τοπικό τύπο (30 Αυγούστου 2018), αποτέφρωσε περίπου 100.000 στρέμματα και 60.000 ελαιόδεντρα, οδήγησε σε εκκενώσεις οικισμών και προκάλεσε τέτοια κοινωνικοοικονομική πίεση ώστε οι πρόεδροι των πέντε κοινοτήτων συγκρότησαν επιτροπή και ζήτησαν κρατική στήριξη για να αποτραπεί η εξαθλίωση και η μαζική εγκατάλειψη της περιοχής.
Ακολούθησαν πολλές ακόμη μεγάλες πυρκαγιές. Το 1988 καταγράφηκαν περίπου 20.000 καμένα στρέμματα και τεράστιες απώλειες σε ελαιόδεντρα. Το 1995 η φωτιά ξεκίνησε από την Κρύα Βρύση, έφθασε στις αυλές των σπιτιών των Μελάμπων και κατέστρεψε μεγάλο μέρος του γεωργικού εισοδήματος. Το 2003, 2008, 2011, 2016, 2022, 2024 κάηκαν εκ νέου δεκάδες χιλιάδες στρέμματα, απειλήθηκαν οικισμοί και χρειάστηκαν επιχειρήσεις απομάκρυνσης κατοίκων και επισκεπτών. Στα ενδιάμεσα χρόνια υπήρξαν δεκάδες μικρότερα συμβάντα, τα οποία δεν εξελίχθηκαν όλα σε καταστροφές επειδή οι συνθήκες δεν ήταν κάθε φορά το ίδιο δυσμενείς.
Αυτό είναι κρίσιμο: η ιστορικότητα του φαινομένου δεν είναι ένας κατάλογος ημερομηνιών. Είναι η σωρευτική φθορά μιας περιοχής που καλείται επανειλημμένα να ξαναστήσει ελαιώνες, δίκτυα, ποιμνιοστάσια, σπίτια και επιχειρήσεις. Κάθε νέα πυρκαγιά αφαιρεί εισόδημα, αποδυναμώνει την προοπτική επένδυσης στον πρωτογενή τομέα, επιβαρύνει τον τουρισμό και ενισχύει τον κίνδυνο εγκατάλειψης. Η επανάκαμψη των κατοίκων δεν πρέπει να θεωρείται ανεξάντλητη.
Τι δείχνουν οι χάρτες της επανάκαυσης
Η ιστορική μνήμη περιγράφει το πρόβλημα. Η δορυφορική παρατήρηση και η χαρτογραφική ανάλυση μπορούν να το μετρήσουν. Στο πλαίσιο της έρευνάς μου επεξεργάστηκα δορυφορικά δεδομένα Landsat για την περίοδο 1985–2024 και χαρτογράφησα, σε περιβάλλον Γεωγραφικών Συστημάτων Πληροφοριών, QGIS, 52 διακριτές πυρκαγιές με καμένη έκταση μεγαλύτερη των 100 στρεμμάτων σε ολόκληρο τον Δήμο Αγίου Βασιλείου. Η συνολική αυτή καταγραφή αποτυπώνει τη μεγάλη έκταση, τη διάρκεια και τη γεωγραφική διασπορά ενός κινδύνου που δεν περιορίζεται σε μία μόνο περιοχή του Δήμου.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι, ωστόσο, η περίπτωση της χωρικά συνεκτικής ζώνης που συγκροτούν οι Μέλαμπες, τα Σακτούρια, η Κρύα Βρύση, η Αγία Γαλήνη και η Ορνέ. Στη συγκεκριμένη περιοχή εντοπίστηκαν 22 από τις 52 πυρκαγιές, όλες μεγαλύτερες των 100 στρεμμάτων. Από το σύνολο της έκτασης που κάηκε έστω μία φορά μέσα σε αυτή τη ζώνη, το 86,1% έχει καεί τουλάχιστον δύο φορές, το 63,5% τρεις ή περισσότερες και το 31% πέντε ή περισσότερες φορές. Σε ορισμένα κελιά της χαρτογραφικής ανάλυσης καταγράφηκαν έως και οκτώ καύσεις.
Για την ποσοτική αποτίμηση της χωρικής επανάληψης των πυρκαγιών χρησιμοποιήθηκε ο Δείκτης Επανάκαυσης, ο οποίος ορίζεται ως ο λόγος της αθροιστικής προς την καθαρή καμένη έκταση. Στη συγκεκριμένη ζώνη, η αθροιστική έκταση των διαδοχικών καύσεων ανέρχεται σε 204.339,93 στρέμματα, καθώς κάθε νέα καύση της ίδιας περιοχής προσμετράται εκ νέου. Αντίθετα, η καθαρή γεωγραφική έκταση που κάηκε τουλάχιστον μία φορά είναι 73.924 στρέμματα. Από τον λόγο των δύο μεγεθών προκύπτει Δείκτης Επανάκαυσης 2,76. Αυτό σημαίνει ότι κάθε μονάδα της καθαρής καμένης έκτασης έχει καεί, κατά μέσο όρο, 2,76 φορές κατά την περίοδο 1985–2024, αποτυπώνοντας την εξαιρετικά έντονη χωρική επαναληπτικότητα των πυρκαγιών στην περιοχή.
Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης: οι 52 πυρκαγιές αφορούν το σύνολο του Δήμου Αγίου Βασιλείου, ενώ οι 22 πυρκαγιές, τα ποσοστά επανακαύσης και ο Δείκτης Επανάκαυσης αφορούν αποκλειστικά τη συγκεκριμένη ζώνη των πέντε κοινοτήτων. Τα αποτελέσματα αυτά προέκυψαν από τη δική μου ερευνητική επεξεργασία. Η σύγκρισή τους με τη δημοσιευμένη ευρωπαϊκή χαρτογράφηση δείχνει ότι η περιοχή των Μελάμπων και των γειτονικών κοινοτήτων παρουσιάζει εξαιρετικά υψηλή πυρική επιβάρυνση σε σχέση με άλλες περιοχές της νότιας Ευρώπης. Δεν πρόκειται, επομένως, μόνο για μια εντύπωση των κατοίκων, αλλά για μια μετρήσιμη χωρική επαναληπτικότητα.
Η επανακαύση έχει διαφορετική σημασία από μια μεμονωμένη πυρκαγιά. Όταν το ίδιο έδαφος καίγεται ξανά πριν προλάβουν να σταθεροποιηθούν η βλάστηση, το έδαφος και η παραγωγική δραστηριότητα, η φυσική και κοινωνικοοικονομική αποκατάσταση γίνεται δυσκολότερη. Αυξάνονται οι πιέσεις διάβρωσης και ερημοποίησης, διακόπτεται η αναγέννηση του οικοσυστήματος και δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος ζημιάς, εγκατάλειψης και νέας συσσώρευσης καύσιμης ύλης.
Η χωρική κατανομή των 52 πυρκαγιών άνω των 100 στρεμμάτων που καταγράφηκαν και χαρτογραφήθηκαν στον Δήμο Αγίου Βασιλείου κατά την περίοδο 1985–2024.
Γιατί οι πυρκαγιές γίνονται τόσο ραγδαίες και καταστροφικές;
Για να απαντήσουμε σωστά, πρέπει να διακρίνουμε την αιτία έναρξης από τους παράγοντες που καθορίζουν την εξέλιξη. Μια ανάφλεξη μπορεί να προκληθεί από αμέλεια, τεχνική βλάβη, αγροτική δραστηριότητα ή εγκληματική ενέργεια. Η ταχύτητα, η ένταση και η καταστροφικότητα που θα αποκτήσει στη συνέχεια η φωτιά εξαρτώνται από τον συνδυασμό καιρού, τοπογραφίας και καύσιμης ύλης.
Στο Νότιο Ρέθυμνο, τα θερμά και ξηρά καλοκαίρια, οι παρατεταμένες περίοδοι χωρίς βροχή και η χαμηλή σχετική υγρασία αφυδατώνουν τη βλάστηση. Η άνοδος της θερμοκρασίας επιταχύνει αυτή τη διαδικασία. Η κλιματική κρίση λειτουργεί ως επιβαρυντικό υπόβαθρο, διευρύνοντας τα χρονικά διαστήματα υψηλού κινδύνου, χωρίς βεβαίως να αποτελεί από μόνη της εξήγηση για κάθε έναρξη πυρκαγιάς.
Καθοριστικός είναι ο ρόλος του ανέμου. Οι θερινοί βόρειοι άνεμοι, όταν συναντούν τα ορεινά περάσματα της Κρήτης, καναλίζονται ανάμεσα στους ορεινούς όγκους και επιταχύνονται προς τις νότιες ακτές. Οι ισχυρές και συχνά μεταβαλλόμενες ριπές τροφοδοτούν τη φλόγα με οξυγόνο, ξηραίνουν ακόμη περισσότερο τη λεπτή καύσιμη ύλη και μεταφέρουν θερμότητα και καύτρες μπροστά από το κύριο μέτωπο. Έτσι η πυρκαγιά μπορεί μέσα σε πολύ μικρό χρόνο να αλλάξει κλίμακα και κατεύθυνση.
Το ανάγλυφο ενισχύει το πρόβλημα. Απότομες πλαγιές, χαράδρες, στενά περάσματα και εναλλαγές προσανατολισμού τροποποιούν τη ροή του ανέμου, ενώ η φωτιά κινείται ταχύτερα προς τα ανάντη επειδή προθερμαίνει την υπερκείμενη βλάστηση. Ταυτόχρονα, το δύσβατο έδαφος περιορίζει την πρόσβαση των επίγειων δυνάμεων. Όταν σε αυτά προστίθενται συνεχόμενες ζώνες ξερής βλάστησης, εγκαταλειμμένες καλλιέργειες και ανεπαρκώς διαχειρισμένη καύσιμη ύλη, σχηματίζεται ένα εξαιρετικά επικίνδυνο σύστημα.
Η επαναληπτικότητα, λοιπόν, δεν οφείλεται σε έναν μόνο παράγοντα. Προκύπτει επειδή οι ίδιες χωρικές συνθήκες - άνεμος, ανάγλυφο, ξηρότητα,
συνέχεια καύσιμης ύλης, ανθρώπινες δραστηριότητες - επανέρχονται κάθε θερινή περίοδο πάνω στο ίδιο τοπίο. Αυτό ακριβώς εξηγεί το γιατί ο σχεδιασμός δεν μπορεί να είναι γενικός. Πρέπει να είναι τοπικά προσαρμοσμένος, να χρησιμοποιεί χάρτες και ιστορικά δεδομένα και να αναγνωρίζει εκ των προτέρων τις κρίσιμες διαδρομές εξάπλωσης.
Η περιοχή Πρέβελη είναι υπόθεση ολόκληρης της Κρήτης
Η ανάγκη τοπικά προσαρμοσμένου σχεδιασμού αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία σε περιοχές όπου ο πυρικός κίνδυνος συνυπάρχει με εξαιρετική οικολογική αξία και έντονη τουριστική παρουσία
Ιδιαίτερη θέση σε αυτόν τον σχεδιασμό οφείλει να έχει η περιοχή Πρέβελη. Το φοινικόδασος, το φαράγγι, η παραλία και η ιστορική Μονή συνθέτουν έναν τόπο εξαιρετικής οικολογικής, ιστορικής, θρησκευτικής και τουριστικής αξίας. Δεν αποτελεί μόνο περιουσία του Δήμου Αγίου Βασιλείου ή του Ρεθύμνου. Είναι τόπος αναφοράς για ολόκληρη την Κρήτη και διεθνώς αναγνωρίσιμο τμήμα της φυσικής και πολιτιστικής της ταυτότητας.
Η εμπειρία της πυρκαγιάς του 2010 και η πρόσφατη δοκιμασία της ευρύτερης ζώνης επιβεβαιώνουν ότι δεν επιτρέπεται εφησυχασμός. Χρειάζονται συστηματική διαχείριση της καύσιμης ύλης, ασφαλής πρόσβαση, επαρκή σημεία υδροληψίας, επιτήρηση και έγκαιρη ανίχνευση, σαφής σχεδιασμός απομάκρυνσης επισκεπτών και σταθερός συντονισμός μεταξύ Πυροσβεστικής, Δήμου, Μονής, τοπικών φορέων και επαγγελματιών. Η προστασία του Πρέβελη πρέπει να είναι διαρκές πρόγραμμα και όχι εποχική αντίδραση.
Το φοινικόδασος της Πρέβελης μετά την πυρκαγιά της 30ης Ιουλίου 2026.
Δεν ξεκινάμε από το μηδέν
Στον Δήμο Αγίου Βασιλείου έχουν ήδη γίνει σημαντικά βήματα στην Πολιτική Προστασία και στις υποδομές που υποστηρίζουν την πυρασφάλεια. Έχει αναπτυχθεί Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα Συντονισμού και Διαχείρισης Κρίσεων, έχει ενισχυθεί ο εξοπλισμός με όχημα 4x4, υδροφόρα εννέα τόνων, drone, ασυρμάτους και φορητές συσκευές, ενώ ηλεκτρονικές πινακίδες μπορούν να μεταδίδουν πληροφορίες κινδύνου και δίγλωσσα μηνύματα σε κατοίκους και επισκέπτες.
Παράλληλα, οι δεξαμενές των 300 κυβικών μέτρων στο Μαριού και στην Κρύα Βρύση, τα πυροφυλάκια σε Σακτούρια, Κεραμέ και Κρύα Βρύση, οι επεκτάσεις δικτύων ύδρευσης και άρδευσης σε επανειλημμένα πληγείσες περιοχές και η αναβάθμιση του Πυροσβεστικού Κλιμακίου Σπηλίου αποτελούν χειροπιαστές επενδύσεις. Το σχέδιο ΙΟΛΑΟΣ και η συνεργασία με τις αρμόδιες υπηρεσίες δημιουργούν οργανωτικό πλαίσιο. Οι παρεμβάσεις αυτές χρειάζονται συνέχιση, συντήρηση, τακτικές ασκήσεις και συνεχή επικαιροποίηση με βάση όσα κάθε νέο συμβάν διδάσκει.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στο πολυπληθές δίκτυο των εθελοντών. Με σημαντικό βαθμό εξοπλισμού, μεταξύ άλλων με 44 αυτοκινούμενα πυροσβεστικά συγκροτήματα, γνώση του ανάγλυφου, των αγροτικών δρόμων και των σημείων υδροληψίας, οι εθελοντές έχουν αποδείξει επανειλημμένα την αποτελεσματικότητά τους στα πρώτα κρίσιμα λεπτά και στην υποστήριξη της καταστολής. Δεν υποκαθιστούν την Πυροσβεστική Υπηρεσία, αποτελούν, όμως, πολύτιμο επιχειρησιακό και κοινωνικό κεφάλαιο για το Δήμο Αγίου Βασιλείου
Από τη βιωματική γνώση στην επιστημονική μελέτη
Η δική μου σχέση με το ζήτημα των πυρκαγιών είναι παλιά, πολύπλευρη και πολυδιάστατη. Ξεκινά από τη βιωματική εμπειρία ενός ανθρώπου που μεγάλωσε στον τόπο αυτό και έμαθε από μικρός τον φόβο της φωτιάς που πλησιάζει σπίτια και περιουσίες. Συνεχίστηκε στην αυτοδιοίκηση: μετά την πυρκαγιά του 1995, ως Αντιδήμαρχος του πρώην Δήμου Λάμπης, ανέλαβα πρωτοβουλία για τη διεκδίκηση των αποζημιώσεων που τελικά αποδόθηκαν έντοκα στους πληγέντες μετά από μακρά διαδικασία και εξωδικαστική συμφωνία την οποία καταφέραμε. Αργότερα ανέλαβα ευθύνη στον τομέα της Πολιτικής Προστασίας, αποκτώντας άμεση γνώση των δυνατοτήτων αλλά και των δυσκολιών της επιχειρησιακής διαχείρισης.
Μετά την πυρκαγιά του 2016 πρότεινα και συμμετείχα ενεργά στη δημιουργία και σύνταξη της πρώτης ολοκληρωμένης μελέτης περιβαλλοντικής αποκατάστασης και αναπτυξιακής αναβάθμισης για τις πέντε πληγείσες κοινότητες. Η προσπάθεια αυτή συνέδεσε την πυροπροστασία με την οικονομία, την κοινωνική συνοχή, τον πρωτογενή τομέα και την προοπτική παραμονής των ανθρώπων στον τόπο τους.
Η εμπειρική γνώση, όμως, χρειαζόταν επιστημονική εμβάθυνση. Γι' αυτό ακολούθησε η μεταπτυχιακή μου εργασία στο πεδίο των Στρατηγικών Διαχείρισης Περιβάλλοντος, Καταστροφών και Κρίσεων, μέσα από την οποία μελέτησα συστηματικά το γιατί οι πυρκαγιές στο Νότιο Ρέθυμνο αποκτούν τόσο μεγάλη ταχύτητα, ένταση και επαναληπτικότητα. Η έρευνα συνεχίζεται σήμερα μέσω της διδακτορικής μου διατριβής στο Τμήμα Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος του ΕΚΠΑ, με αντικείμενο την ολοκληρωμένη διαχείριση των πυρκαγιών στο Νότιο Ρέθυμνο.
Η διαδρομή αυτή δεν παρατίθεται ως προσωπικός απολογισμός, αλλά για να εξηγήσει τη συνέχεια της προσπάθειας. Η εμπειρία δημιούργησε τα ερωτήματα, η επιστημονική μελέτη επιχείρησε να δώσει τεκμηριωμένες απαντήσεις και η σημερινή παρέμβαση φιλοδοξεί να μετατρέψει τη γνώση σε χρήσιμη πράξη για τον τόπο.
Η ανθεκτικότητα χτίζεται πριν από την πυρκαγιά
Με αυτή τη λογική προετοιμάζεται η παρέμβαση «Ενίσχυση της Ανθεκτικότητας των Τοπικών Κοινοτήτων του Δήμου Αγίου Βασιλείου απέναντι στις Δασικές Πυρκαγιές». Αφετηρία της είναι μια απλή αλλά συχνά παραμελημένη αρχή: η προστασία δεν αρχίζει όταν εμφανιστούν οι φλόγες. Αρχίζει νωρίτερα, με γνώση του κινδύνου, πρόληψη γύρω από κατοικίες και περιουσίες, οικογενειακό σχέδιο, εξοικείωση με τις ασφαλείς διαδρομές, προστασία των ευάλωτων ανθρώπων και συνεργασία μέσα στην κοινότητα.
Η παρέμβαση δεν σχεδιάζεται ως μια τυπική ενημερωτική ημερίδα και δεν θα καθοριστεί ερήμην της τοπικής κοινωνίας. Πρώτο βήμα είναι η καταγραφή του ενδιαφέροντος, των πραγματικών αναγκών και των δυνατοτήτων συμμετοχής. Απευθύνεται σε μόνιμους και εποχικούς κατοίκους, ανθρώπους που κατάγονται από την περιοχή, ιδιοκτήτες κατοικιών ή άλλης περιουσίας, αγρότες, κτηνοτρόφους, επαγγελματίες, συλλόγους, εθελοντές, εργαζομένους και υπευθύνους τουριστικών καταλυμάτων. Γιατί σε έναν κατεξοχήν τουριστικό δήμο, η ασφάλεια των επισκεπτών και η σωστή ενημέρωσή τους είναι αναπόσπαστο μέρος της Πολιτικής Προστασίας.
Οι θεματικές θα διαμορφωθούν από όσα θα καταγραφούν: πρόληψη στο σπίτι και στο αγρόκτημα, πρώτες ενέργειες σε περίπτωση πυρκαγιάς, ασφαλής απομάκρυνση, προστασία από καπνό και θερμότητα, πρώτες βοήθειες, φροντίδα ηλικιωμένων και άλλων ευάλωτων προσώπων, προστασία ζώων και κτηνοτροφικών μονάδων, οργάνωση τουριστικών επιχειρήσεων και βελτίωση της επικοινωνίας μέσα στις κοινότητες. Προβλέπεται επίσης αυτοτελής αγγλόφωνη ενημέρωση για αλλοδαπούς κατοίκους, ιδιοκτήτες και διαχειριστές καταλυμάτων, εξ αποστάσεως δυνατότητα για όσους δεν διαμένουν μόνιμα στην περιοχή και ειδικά σχεδιασμένες δράσεις για παιδιά και νέους.
Η ουσία δεν είναι να μεταφερθούν απλώς οδηγίες από έναν ομιλητή σε ένα ακροατήριο. Είναι να δημιουργηθεί κοινή γλώσσα ανάμεσα στους κατοίκους, στους εθελοντές, στον Δήμο, στην Πυροσβεστική Υπηρεσία και στους επιστήμονες. Να γνωρίζει κάθε οικογένεια τι μπορεί να κάνει χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή της. Να ξέρουν οι επαγγελματίες πώς θα προστατεύσουν εργαζομένους και επισκέπτες. Να αναγνωρίζονται εγκαίρως όσοι χρειάζονται βοήθεια. Να πραγματοποιούνται πρακτικές ασκήσεις και να αξιοποιείται η πολύτιμη τοπική γνώση.
Η ανθεκτικότητα δεν σημαίνει ότι μια κοινότητα δεν θα ξαναβρεθεί ποτέ αντιμέτωπη με φωτιά. Σημαίνει ότι μειώνει όσο μπορεί την πιθανότητα εκδήλωσης, περιορίζει τις συνέπειες, προστατεύει τη ζωή, αντιδρά συντονισμένα και μπορεί να ανακάμψει ταχύτερα. Για έναν τόπο με τόσο υψηλή επαναληψιμότητα, αυτό δεν είναι συμπληρωματική δράση. Είναι αναπτυξιακή, κοινωνική και ηθική αναγκαιότητα.
Η γνώση οφείλει να επιστρέφει στον τόπο
Αισθάνομαι το μέρος της ευθύνης που μου αναλογεί, τόσο λόγω της θεσμικής μου θέσης όσο και λόγω της πολυετούς σχέσης μου με το θέμα. Η γνώση δεν αρκεί να καταγράφεται σε χάρτες, πίνακες και επιστημονικά κείμενα. Οφείλει να επιστρέφει στον τόπο και να γίνεται χρήσιμη για τους ανθρώπους του.
Η νέα παρέμβαση αποτελεί την πιο ώριμη μέχρι σήμερα πρακτική έκφραση αυτής της προσπάθειας και ένα ουσιαστικό επιστέγασμα του ενδιαφέροντός μου να προσφέρω στην περιοχή. Δεν είναι, όμως, έργο ενός ανθρώπου. Μπορεί να αποκτήσει πραγματική αξία μόνο ως συλλογική διαδικασία, με συμμετοχή, εμπιστοσύνη, επιστημονική τεκμηρίωση και σταθερή συνεργασία.
Ο τόπος μας έχει πληρώσει βαρύ τίμημα. Έχει όμως και γνώση, εμπειρία, ισχυρές κοινότητες, ενεργούς εθελοντές, υποδομές που μπορούν να ενισχυθούν και ανθρώπους που επιμένουν να μένουν και να δημιουργούν. Το χρέος μας είναι να ενώσουμε αυτά τα στοιχεία σε ένα συνεκτικό σχέδιο. Να μη συζητούμε για την πρόληψη μόνο μετά την καταστροφή. Να κάνουμε την επόμενη δύσκολη ημέρα λιγότερο πιθανή και, αν έρθει, να μας βρει πιο έτοιμους, πιο ασφαλείς και περισσότερο ενωμένους.
Πώς μπορείτε να συμμετάσχετε
Όσοι επιθυμούν να συμμετάσχουν στην παρέμβαση «Ενίσχυση της Ανθεκτικότητας των Τοπικών Κοινοτήτων του Δήμου Αγίου Βασιλείου απέναντι στις Δασικές Πυρκαγιές» μπορούν να εκδηλώσουν το ενδιαφέρον τους έως τις 15 Σεπτεμβρίου 2026, συμπληρώνοντας την ηλεκτρονική φόρμα εγγραφής στον σύνδεσμο https://forms.gle/Jp2qwQrC5zijqRnU9
ή σαρώνοντας το παρακάτω QR code
Έντυπες αιτήσεις διατίθενται επίσης μέσω των προέδρων των κοινοτήτων. Η δήλωση ενδιαφέροντος αποτελεί το πρώτο βήμα για την καταγραφή των πραγματικών αναγκών και τη συνδιαμόρφωση των δράσεων με την τοπική κοινωνία.
Αντώνιος Τσουρδαλάκης
Φυσικός, M.Ed., M.Sc.
Υποψήφιος διδάκτορας Τμήματος Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος ΕΚΠΑ
Πρόεδρος Δημοτικού Συμβουλίου και Υπεύθυνος Παιδείας Δήμου Αγίου Βασιλείου
