Όταν ακούμε τη λέξη «Σύνταγμα», οι περισσότεροι σκεφτόμαστε τα ατομικά δικαιώματα, τη λειτουργία της Βουλής ή τις σχέσεις μεταξύ των θεσμών. Πολύ λιγότεροι συνδέουμε το Σύνταγμα με τη φορολογία ή τον κρατικό προϋπολογισμό. Κι όμως, η ιστορία της δημοκρατίας ξεκίνησε ακριβώς από εκεί.
Για αιώνες, οι πολίτες διεκδικούσαν ένα απλό αλλά θεμελιώδες δικαίωμα: να μην μπορεί η εξουσία να τους επιβάλλει φόρους κατά βούληση. Από τη Magna Carta μέχρι το περίφημο «No taxation without representation» της Αμερικανικής Επανάστασης, το αίτημα ήταν σαφές. Καμία οικονομική επιβάρυνση χωρίς νόμο, χωρίς αντιπροσώπευση, χωρίς δημοκρατικό έλεγχο.
Σήμερα, όμως, το πρόβλημα είναι πιο σύνθετο. Δεν αρκεί ένας φόρος να επιβάλλεται νόμιμα. Ούτε αρκεί ο κρατικός προϋπολογισμός να εγκρίνεται κάθε χρόνο από τη Βουλή. Η εμπειρία των τελευταίων δεκαπέντε ετών απέδειξε ότι μια χώρα μπορεί να τηρεί όλες τις τυπικές διαδικασίες και παρ' όλα αυτά να οδηγηθεί σε αδιέξοδο.
Η Ελλάδα το έζησε με τον πιο δύσκολο τρόπο. Η δημοσιονομική κρίση δεν σήμαινε μόνο ελλείμματα και χρέη. Σήμαινε ότι το κράτος δυσκολεύτηκε να χρηματοδοτήσει βασικές του λειτουργίες. Η οικονομική πολιτική της χώρας περιορίστηκε δραματικά. Αποφάσεις που άλλοτε λαμβάνονταν αποκλειστικά από τις ελληνικές κυβερνήσεις επηρεάζονταν πλέον από εξωτερικούς περιορισμούς. Και τελικά το κόστος το πλήρωσαν οι πολίτες. Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο μάθημα της κρίσης: όταν τα δημόσια οικονομικά χάνουν τη σταθερότητά τους, δεν κινδυνεύει μόνο η οικονομία. Δοκιμάζεται η ίδια η δυνατότητα της Δημοκρατίας να αποφασίζει ελεύθερα για το μέλλον της.
Αυτό ακριβώς συζητείται σήμερα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Μετά την κρίση του 2008 και την κρίση δημόσιου χρέους που ακολούθησε, πολλές χώρες αναθεώρησαν τα συνταγματικά τους κείμενα. Η Γερμανία, η Ισπανία και η Ιταλία ενίσχυσαν τις συνταγματικές εγγυήσεις για τη δημοσιονομική σταθερότητα, όχι επειδή υιοθέτησαν την ίδια οικονομική πολιτική, αλλά επειδή κατέληξαν σε ένα κοινό συμπέρασμα: η υπεύθυνη διαχείριση του δημόσιου χρήματος δεν είναι απλώς θέμα οικονομίας. Είναι θέμα δημοκρατίας.
Αυτή είναι και η φιλοσοφία των αλλαγών που προτείνονται στα άρθρα 78 και 79 του ελληνικού Συντάγματος. Η πρώτη αλλαγή αφορά την προστασία του πολίτη από αναδρομικές οικονομικές επιβαρύνσεις. Σήμερα το Σύνταγμα αναφέρεται στους φόρους. Η πραγματικότητα, όμως, είναι ότι οι πολίτες επιβαρύνονται πολλές φορές και με τέλη, εισφορές ή άλλες οικονομικές επιβαρύνσεις που έχουν ουσιαστικά το ίδιο αποτέλεσμα. Η πρόταση επιδιώκει να διασφαλίσει ότι κανείς δεν θα αιφνιδιάζεται αναδρομικά, ανεξάρτητα από το όνομα που δίνεται κάθε φορά στην οικονομική επιβάρυνση.
Η δεύτερη αλλαγή αφορά κάτι εξίσου σημαντικό: τη σταθερότητα των κανόνων. Μια χώρα που θέλει να προσελκύσει μεγάλες επενδύσεις δεν αρκεί να υπόσχεται χαμηλούς φόρους. Πρέπει να μπορεί να εγγυηθεί ότι οι βασικοί κανόνες δεν θα αλλάζουν διαρκώς. Η θεσμική αξιοπιστία είναι σήμερα εξίσου σημαντική με κάθε οικονομικό κίνητρο.
Παράλληλα, προτείνεται να προβλεφθεί ότι ο κρατικός προϋπολογισμός πρέπει να υπηρετεί τη βιώσιμη λειτουργία των δημόσιων οικονομικών. Αυτό δεν σημαίνει ότι το Σύνταγμα θα επιβάλλει συγκεκριμένη οικονομική πολιτική. Δεν λέει αν μια κυβέρνηση πρέπει να αυξήσει ή να μειώσει τους φόρους, ούτε αν πρέπει να δαπανήσει περισσότερα ή λιγότερα. Λέει κάτι πολύ πιο απλό: όποια πολιτική κι αν επιλέγεται, δεν πρέπει να υπονομεύει τη δυνατότητα της χώρας να χρηματοδοτεί διαχρονικά τις βασικές της υποχρεώσεις απέναντι στους πολίτες.
Εξίσου σημαντική είναι και η πρόβλεψη για μεγαλύτερη λογοδοσία όλων των φορέων που χρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό. Γιατί τα χρήματα που διαχειρίζονται δεν ανήκουν στο κράτος. Ανήκουν στους φορολογούμενους. Και κάθε ευρώ δημόσιου χρήματος πρέπει να συνοδεύεται από διαφάνεια και έλεγχο.
Η συζήτηση αυτή δεν είναι ούτε δεξιά ούτε αριστερή. Δεν αφορά τη μία ή την άλλη οικονομική συνταγή. Αφορά το αν μια χώρα μπορεί να σχεδιάζει το μέλλον της χωρίς να επαναλαμβάνει τα λάθη του παρελθόντος. Η εμπειρία της τελευταίας δεκαπενταετίας έδειξε ότι η δημοσιονομική ανευθυνότητα δεν περιορίζει μόνο την οικονομία. Περιορίζει τελικά και την ίδια τη δημοκρατική ελευθερία μιας κοινωνίας να αποφασίζει για το μέλλον της.
Γι' αυτό και η συνταγματική αναθεώρηση των άρθρων 78 και 79 δεν έχει ως στόχο να «γράψει» μια οικονομική πολιτική μέσα στο Σύνταγμα. Έχει έναν πιο διαχρονικό σκοπό: να ενισχύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς, να προστατεύσει τη σταθερότητα των κανόνων και να διασφαλίσει ότι η διαχείριση του δημόσιου χρήματος θα γίνεται με υπευθυνότητα, διαφάνεια και λογοδοσία.
Αυτό δεν αποτελεί μια τεχνική αλλαγή. Είναι μια επιλογή που αφορά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη λειτουργία της Δημοκρατίας μετά την εμπειρία της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης της σύγχρονης ιστορίας της χώρας.
