ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΡΕΘΥΜΝΟ

Το άρθρο 86 και το χρέος μιας ειλικρινούς απάντησης

0

Υπάρχουν διατάξεις του Συντάγματος που παραμένουν στη σφαίρα της νομικής τεχνικής. Και υπάρχουν διατάξεις που, με το πέρασμα του χρόνου, μετατρέπονται σε σύμβολα. Το άρθρο 86, που ρυθμίζει την ποινική ευθύνη των υπουργών, ανήκει αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία. Ανεξάρτητα από τις προθέσεις του συνταγματικού νομοθέτη, ταυτίστηκε στη συνείδηση πολλών πολιτών με την αίσθηση ότι το πολιτικό σύστημα επιφύλαξε για τον εαυτό του μια προνομιακή μεταχείριση στην απονομή της δικαιοσύνης, η οποία κατέληγε συχνά να εκλαμβάνεται ως καθεστώς ουσιαστικής ατιμωρησίας.

Δεν έχει νόημα να προσποιούμαστε ότι αυτή η αίσθηση δεν υπάρχει. Οφείλουμε να την αναγνωρίσουμε με ειλικρίνεια. Η πεποίθηση αυτή τραυμάτισε την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς. Και έχουμε χρέος να την αποκαταστήσουμε, όχι με τους τοξικούς όρους της σκανδαλολογίας που κυριάρχησαν τα τελευταία χρόνια, αλλά δίνοντας μια σύγχρονη απάντηση σε ένα από τα παλαιότερα ερωτήματα της δημοκρατίας: πώς διασφαλίζεται η ποινική λογοδοσία της εκτελεστικής εξουσίας, χωρίς η άσκησή της να μετατρέπεται σε όμηρο της ποινικής διαδικασίας.

Το ερώτημα αυτό δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα. Από το impeachment στην Αγγλία του 14ου αιώνα έως σήμερα, σχεδόν κάθε συνταγματική δημοκρατία έχει αναζητήσει μια ειδική διαδικασία για τα μέλη της κυβέρνησης. Όχι για να τα θέσει υπεράνω του νόμου, αλλά επειδή αναγνωρίζει ότι εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ένα απλό δικονομικό ζήτημα. Πρόκειται για μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα σε δύο θεμελιώδεις αρχές: ότι κανείς δεν βρίσκεται υπεράνω του νόμου και ότι η εκτελεστική εξουσία δεν πρέπει να καθίσταται όμηρος της ποινικής διαδικασίας.

Αυτό που απέτυχε στην Ελλάδα δεν είναι η ίδια η ιδέα της ειδικής ποινικής ευθύνης των υπουργών. Είναι ο τρόπος με τον οποίο λειτούργησε στην πράξη. Η Βουλή δεν περιορίστηκε στον θεσμικό της ρόλο να αποφασίζει για την ενεργοποίηση της διαδικασίας. Κλήθηκε να λειτουργήσει ως προανακριτής: να αξιολογήσει αποδεικτικά στοιχεία, να διεξαγάγει προκαταρκτική εξέταση, να ασκήσει δηλαδή λειτουργίες που, στη συνείδηση των πολιτών, ανήκουν κατεξοχήν στη Δικαιοσύνη. Έτσι δημιουργήθηκε μια διπλή παθολογία: από τη μία, η εντύπωση ότι το πολιτικό σύστημα ερευνά τον εαυτό του και τελικά αυτοπροστατεύεται· από την άλλη, οι ποινικές διαδικασίες μετατράπηκαν σε πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, όπου η αναζήτηση της αλήθειας συγχεόταν με τους εκάστοτε κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς.

Γι' αυτό και η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας δεν είναι ούτε κατάργηση του άρθρου 86 ούτε συντήρηση του σημερινού καθεστώτος. Είναι ανακατανομή των συνταγματικών ρόλων μεταξύ Βουλής και Δικαιοσύνης.

Πρώτον, η Βουλή παύει να είναι ανακριτής. Η προκαταρκτική εξέταση, η προανάκριση και η συλλογή του αποδεικτικού υλικού ανατίθενται σε δικαστικούς λειτουργούς. Η διερεύνηση των πραγματικών περιστατικών επανέρχεται εκεί όπου, κατά τεκμήριο, ανήκει: στη δικαστική εξουσία.

Δεύτερον, αποκαθίσταται η ίδια η αρχή της διάκρισης των λειτουργιών. Η Βουλή δεν είναι δικαστήριο ούτε εισαγγελική αρχή. Δεν είναι αποστολή της να εξετάζει μάρτυρες και να αξιολογεί αποδεικτικά μέσα. Η αναζήτηση και η εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών αποτελεί κατεξοχήν έργο της Δικαιοσύνης.

Τρίτον, διατηρείται ένας περιορισμένος αλλά κρίσιμος ρόλος της Βουλής. Ξέρω ποια θα είναι η πρώτη αντίρρηση: αν η τελική απόφαση παραμένει στη Βουλή, τότε τίποτα δεν αλλάζει. Η απάντηση είναι ότι αλλάζει ακριβώς το αντικείμενο της κρίσης. Σήμερα, η Βουλή καλείται να κρίνει η ίδια τα πραγματικά περιστατικά: αν υπάρχουν ενδείξεις, αν οι καταθέσεις είναι αξιόπιστες, αν τα στοιχεία επαρκούν. Με τη δική μας πρόταση, όταν μια υπόθεση φτάνει στη Βουλή, τα πραγματικά περιστατικά θα έχουν ήδη διερευνηθεί από δικαστικούς λειτουργούς, με όλα τα εχέγγυα της δικαστικής ανεξαρτησίας. Η Βουλή δεν θα καλείται να υποκαταστήσει τον δικαστή. Θα αναλαμβάνει δημοσίως την ευθύνη της απόφασης για την ενεργοποίηση της διαδικασίας, επί τη βάσει ενός ήδη τεκμηριωμένου πορίσματος.

Θέλω, τέλος, να σταθώ σε κάτι που πιστεύω βαθιά. Κάθε φορά που μια κοινοβουλευτική επιτροπή μετατρέπεται σε δικαστήριο, η ίδια η Βουλή πληρώνει το τίμημα. Χάνει την ταυτότητά της ως χώρος πολιτικού ελέγχου και νομοθέτησης και αρχίζει να μοιάζει με κάτι που δεν είναι: με αίθουσα δικαστηρίου χωρίς τις εγγυήσεις του δικαστηρίου και χωρίς την αναγκαία απόσταση από το πολιτικό κόστος κάθε κρίσης. Το αποτέλεσμα δεν είναι πραγματική λογοδοσία, αλλά το θέατρο της λογοδοσίας. Και το θέατρο αυτό δεν αποκαθιστά την εμπιστοσύνη των πολιτών· την υπονομεύει ακόμη περισσότερο.

Αυτόν τον φαύλο κύκλο οφείλουμε να σπάσουμε. Η πρόταση της Νέας Δημοκρατίας δεν υπόσχεται εντυπωσιασμό. Υπόσχεται κάτι πιο ουσιαστικό: μια διαδικασία στην οποία η Δικαιοσύνη ερευνά τα γεγονότα, γιατί διαθέτει τα εργαλεία και την ανεξαρτησία να το κάνει, και η Βουλή αναλαμβάνει την ευθύνη των αποφάσεών της, γιατί διαθέτει τη δημοκρατική νομιμοποίηση να το κάνει. Καθένας στον συνταγματικό του ρόλο. Και έτσι η δημοκρατία μας γίνεται πιο αξιόπιστη, πιο ώριμη και, τελικά, πιο ισχυρή.

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΡΕΘΥΜΝΟ

Το άρθρο 86 και το χρέος μιας ειλικρινούς απάντησης

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ