Ως ζήτημα μείζονος εθνικής σημασίας χαρακτήρισε το μεταναστευτικό ο Βουλευτής Ρεθύμνης του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, Μανόλης Χνάρης, κατά την τοποθέτηση του στη Βουλή των Ελλήνων, στο πλαίσιο συζήτησης του νομοσχεδίου του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου.
Κατά την έναρξη της ομιλίας του, αναφέρθηκε στο χθεσινό τραγικό δυστύχημα στη Χίο, εκφράζοντας τα ειλικρινή του συλλυπητήρια στις οικογένειες των θυμάτων και γρήγορη ανάρρωση στους τραυματίες. Παράλληλα, άσκησε σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση, υπογραμμίζοντας ότι: «Είναι χρέος της Ελληνικής Πολιτείας, αλλά και της διεθνούς κοινότητας, να βάλει οριστικό τέλος στα δολοφονικά κυκλώματα παράνομης διακίνησης μεταναστών, που εκμεταλλεύονται την ανθρώπινη απόγνωση και θέτουν σε άμεσο κίνδυνο ανθρώπινες ζωές αλλά και την ασφάλεια όλων μας».
Ακολούθως, καθώς αναφέρθηκε στην πρόσφατη και με μεγάλη καθυστέρηση απόφαση της κυβέρνησης για τη δημιουργία δύο προσωρινών δομών στην Κρήτη, σχολίασε δηκτικά «την επιλογή της Κυβέρνησης να φέρει με νυχτερινή τροπολογία ένα νέο πλαίσιο για τη δημιουργία Περιφερειακών Υπηρεσιών Υποδοχής και Ταυτοποίησης, μέσω Υπουργικής Απόφασης», δεδομένου ότι με αυτόν τον τρόπο θέτει τις βάσεις για τη δημιουργία μόνιμης δομής στην Κρήτη, χωρίς καμία διαβούλευση με τους φορείς και τη σύμφωνη γνώμη της τοπικής κοινωνίας, γεγονός που αναδεικνύει την αναξιοπιστία της κυβέρνησης.
Εν συνεχεία, με έντονη κριτική διάθεση και ενώ υπογράμμισε ότι «η Κρήτη υπήρξε για το 2025 η περιφέρεια με την μεγαλύτερη άφιξη μεταναστευτικών ροών, με όποιες συνέπειες για την αντοχή των ανύπαρκτων υποδομών και της κοινωνικής συνοχής», αναφέρθηκε στα επίσημα στοιχεία, σύμφωνα με τα οποία «στο νησί κατέφθασαν περίπου 20.000 μετανάστες, όταν σε όλη την υπόλοιπη χώρα ο αριθμός αυτός ανήλθε στις 28.000», γεγονός που αποτυπώνει το μέγεθος της πίεσης που δέχεται το νησί.
Στο πλαίσιο αυτό, επεσήμανε τη θέση του ΠΑΣΟΚ για «την ανάγκη εκπόνησης ενός ολοκληρωμένου στρατηγικού σχεδίου που θα σέβεται τις τοπικές κοινωνίες, αλλά και την αξιοπρέπεια των ανθρώπων που καταφθάνουν στη χώρα μας». Όπως τόνισε, η απουσία ενός τέτοιου σχεδιασμού από πλευράς της κυβέρνησης έχει οδηγήσει στο φαινόμενο «χιλιάδες ανθρώπους να στοιβάζονται σε μη πιστοποιημένους, ακατάλληλους και επικίνδυνους χώρους, λόγω ελλείψεως υποδομών», με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ασφάλεια τόσο των ίδιων όσο και των κατοίκων των γύρω περιοχών.
Έπειτα, αναφέρθηκε στην ετεροχρονισμένη και ανεπαρκή αντισταθμιστική οικονομική ενίσχυση των φορέων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης του νησιού, οι οποίοι, όπως σημείωσε, «σήκωσαν το βάρος της διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών», χωρίς ουσιαστική στήριξη, προστασία και πρόληψη από πλευράς της Πολιτείας, «με αποτέλεσμα οι Δήμοι να επιβαρύνουν τον ήδη υποχρηματοδοτούμενο προϋπολογισμό τους».
Επιπλέον, επεσήμανε τις άμεσες επιπτώσεις που υφίσταται το Λιμενικό Σώμα, το οποίο, λόγω της παντελούς έλλειψης σχεδίου, «έχει φτάσει σε οριακό σημείο εξαιτίας της υποστελέχωσης και της έλλειψης πλωτών μέσων και εξοπλισμού». Παράλληλα, ειδική μνεία έκανε στην Αναβάθμιση του Λιμενικού Σταθμού Αγίας Γαλήνης από την 4η στην 3η κατηγορία, κατηγορώντας την κυβέρνηση για αδιαφορία, δεδομένου ότι «πρόκειται για ένα αναγκαίο και ρεαλιστικό αίτημα των στελεχών του Λιμενικού Σώματος και της ίδιας της τοπικής κοινωνίας», το οποίο μάλιστα ο Μ. Χνάρης επανειλημμένα έχει αναδείξει μέσω Κοινοβουλευτικών Παρεμβάσεων.
Επί νομοσχεδίου, ο Μ. Χνάρης στάθηκε ιδίως στην ιδεοληπτική και εμμονική πολιτική της Κυβέρνησης: «να αντιμετωπίσει το ζήτημα της έλλειψης εργατών γης που αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα του πρωτογενούς τομέα της χώρας».
Συγκεκριμένα, ο Βουλευτής Ρεθύμνης υπογράμμισε ότι «η ανάγκη για πάνω από 70.000 θέσεις εργασίας δεν έχει αντίκτυπο μονάχα στη μείωση της παραγωγικής διαδικασίας, αφού χιλιάδες εκτάσεις παραμένουν ακαλλιέργητες», επηρεάζοντας άμεσα τη διασφάλιση της επισιτιστικής επάρκειας της χώρας, αλλά ταυτόχρονα, όπως επεσήμανε, «συμβάλλει καθοριστικά στην αύξηση του κόστους παραγωγής, το οποίο στην Ελλάδα από το 2020 έως και σήμερα έχει αυξηθεί κατά 28,5%, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ».
Ως εκ τούτου, επέκρινε την κυβέρνηση για τη μη απλοποίηση των διαδικασιών και την υποστελέχωση των τμημάτων Αλλοδαπών των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων και των Προξενείων, καθώς και για την εισαγωγή ρυθμίσεων για την εισδοχή νέου εργατικού δυναμικού αποκλειστικά προς όφελος των μεγάλων επιχειρήσεων.
Ειδικότερα, απευθυνόμενος στην κυβέρνηση, επεσήμανε ότι «με τη φωτογραφικού τύπου διάταξη του άρθρου 18 δίνετε τη δυνατότητα στις Επιχειρήσεις Προσωρινής Απασχόλησης με μετοχικό κεφάλαιο άνω των 1 εκατ. ευρώ να δρουν ως άμεσοι εργοδότες, χωρίς περιορισμούς και έλεγχο, αγνοώντας τις ανάγκες της εθνικής οικονομίας και ιδίως του αγροτικού κόσμου».
Βάσει των ανωτέρω, υπογράμμισε ότι «είναι δεδομένη η οικονομική εξάρτηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων εποχιακής δραστηριότητας, αλλά και των αγροτών από τις εν λόγω επιχειρήσεις, γεγονός που επιβαρύνει το ήδη αυξημένο κόστος παραγωγής και τη βιωσιμότητα των εκμεταλλεύσεων».
Μάλιστα, διατάξεις του εν λόγω νομοσχεδίου εντείνουν περαιτέρω την ανησυχία του αγροτικού κόσμου, καθώς προβλέπεται η μείωση της μέγιστης υποχρεωτικής παραμονής στον πρώτο εργοδότη από 12 σε 6 μήνες για κατόχους αρχικής ενιαίας άδειας. Κατά συνέπεια, «δίνεται η δυνατότητα γρήγορης μετακίνησης σε άλλους οικονομικούς κλάδους, γεγονός που όχι μόνο επιβαρύνει οικονομικά τους αγρότες, αφού αυτοί θα έχουν επωμιστεί το κόστος της πρώτης μετάκλησης, αλλά παράλληλα αποσταθεροποιεί την απρόσκοπτη συνέχεια της παραγωγικής δραστηριότητας».
Προσθετικά, όπως σημείωσε «προβλέπεται ότι η ενιαία άδεια που έχει δοθεί για πάνω από δύο έτη σε πολίτες τρίτης χώρας, ανακαλείται όταν αυτοί δεν εργάζονται για διάστημα άνω των 6 μηνών», μία ρύθμιση που, όπως τόνισε ο Μ. Χνάρης, «ενέχει σοβαρούς κινδύνους για τις αγροτικές και τουριστικές εκμεταλλεύσεις, οι οποίες θα στερηθούν εργαζομένους που απασχολούν σταθερά για μεγάλο χρονικό διάστημα».
Συνοψίζοντας, ο Βουλευτής του ΠΑΣΟΚ – Κινήματος Αλλαγής, επισήμανε ότι κατόπιν των ανωτέρω, το εν λόγω νομοσχέδιο φανερώνει, για ακόμη μία φορά, ότι «για την Κυβέρνηση, ο αγροτικός κόσμος της χώρας δεν αποτελεί ουσιαστική προτεραιότητα». Υπογράμμισε ότι οι ιδεοληπτικές και δογματικές προσεγγίσεις της κυβέρνησης «υπονομεύουν τις πραγματικές ανάγκες της αγροτικής παραγωγής, η οποία έχει φτάσει στο σημείο μηδέν».
Όπως επεσήμανε, «η χώρα χρειάζεται ένα συνεκτικό, δίκαιο και λειτουργικό πλαίσιο που να στηρίζει την πρωτογενή παραγωγή, να εξασφαλίζει επαρκές εργατικό δυναμικό και να υπηρετεί την πραγματική οικονομία και όχι τους λίγους και ισχυρούς».
Τέλος, τόνισε ότι: «το ΠΑΣΟΚ είναι το μόνο κόμμα που διαθέτει το σχέδιο και τη βούληση να φέρει την αναγκαία πολιτική αλλαγή, με πολιτικές που στηρίζουν έμπρακτα τον αγροτικό κόσμο και τη βιώσιμη ανάπτυξη της χώρας».
