Στα επικίνδυνα φυσικά φαινόμενα και τη διάβρωση του εδάφους αναφέρθηκε ο γεωλόγος κ. Βασίλης Σιμιτζής υπογραμμίζοντας και στις ανθρώπινες επεμβάσεις που αποτελούν την κύρια αιτία των καταστροφών που βιώνουμε κατά καιρούς. Ο κ. Σιμιτζής μίλησε στον Σταύρο Ρακιντζή στον 9,80 fm τονίζοντας ότι η διάβρωση του εδάφους δεν συνδέεται με την κλιματική αλλαγή.
Ως φυσικό επακόλουθο χαρακτήρισε ο κ. Βασίλης Σιμιτζής, τη διάβρωση του εδάφους, τονίζοντας ότι μια έντονη κακοκαιρία μπορεί να δυσκολέψει αλλά και να επιταχύνει μια κατάσταση. «Η διάβρωση του εδάφους είναι ένα φυσικό επακόλουθο που συμβαίνει στη γη και δεν έχει καμία σχέση με την κλιματική κρίση, ούτε με τα έντονα καιρικά φαινόμενα. Ωστόσο, όταν υπάρχουν έντονα καιρικά φαινόμενα, αυτά μπορούν να επιταχύνουν τα πράγματα και να καταλήξουν να γίνουν πολύ πιο δύσκολα», είπε, τονίζοντας, «αιώνες τώρα, τα προβλήματα των κατολισθήσεων, οι πτώσεις βράχων, τα πλημμυρικά φαινόμενα, είναι γνωστά».
Μάλιστα μιλώντας για το χείμαρρο «Καμαράκι» που περνά από το μέσο της πόλης και που όλοι θυμούνται την καταστροφική του δράση σε περιόδους έντονων βροχοπτώσεων, ο κ. Σιμιτζής αναφέρει ότι ήταν γνωστός για ανάλογα φαινόμενα ακόμα και πριν την ενετοκρατία. «Αρκεί να σκεφτούμε για παράδειγμα ότι ο χείμαρρος «Καμαράκι», που μας είναι γνωστός, έχει δώσει ακόμα και πριν από την ενετοκρατία σοβαρές πλημμύρες στην τότε μικρή βενετσιάνικη πόλη, η οποία βέβαια στα χρόνια μας είναι πολύ μεγαλύτερη και με ανθρώπινες επεμβάσεις που έκλεισαν τα ρέματα, τις διόδους του νερού και την έξοδο του νερού προς τη θάλασσα».
Συνεχίζοντας ο ίδιος υπογράμμισε: «Στην περιοχή «Καμαράκι» κατά στη βενετσιάνικη περίοδο είχαμε ένα καμαράκι, περίπου στο ύψος της Αρκαδίου στο ωρολογοποιείο του κ. Νίκου Φουσταλιεράκη, κάτω από το οποίο περνούσε ο χείμαρρος που έφτανε ως τη θάλασσα. Σήμερα όχι μόνο έχουμε κλείσει και εγκιβωτίσει το χείμαρρο που ήταν κάποτε ελεύθερος, αλλά έχουμε κόψει και τη ροή του από πολύ ψηλά, με αποτέλεσμα να ψάχνει συνεχώς να βρει μία δίοδο για να μπορέσει να βγει στη θάλασσα. Το ίδιο συμβαίνει και στην ύπαιθρο, η διάβρωση των εδαφών και τα μπαζώματα των ρεμάτων υπάρχουν δυστυχώς παντού. Αυτό σημαίνει ότι κλείνουμε τη ροή του νερού απλά για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες μας. Γεγονός είναι, ότι ακόμα χτίζουμε μες στα ρέματα, ενώ η νομοθεσία προβλέπει εντελώς διαφορετικά πράγματα τα οποία δυστυχώς δεν σεβόμαστε».
Απαντώντας στο ερώτημα, αν υπάρχουν επικίνδυνα σημεία κοντά σε τουριστικές περιοχές, σε παραλίες, ή στο οδικό δίκτυο που θα πρέπει να μελετηθούν για τον κίνδυνο κατάρρευσης ή κατολίσθησης, τόνισε: «Υπάρχει αυτή η αναγκαιότητα, όμως περισσότερο θα πρέπει να αλλάξουμε τη νοοτροπία μας απέναντι στη φύση. Η φύση κάνει τη δουλειά της και εμείς πάντα μπαίνουμε στα πόδια της. Να σημειώσω, ότι εκτός από τις κατολισθήσεις, δηλαδή τη ροή των εδαφών μαζί με βράχια και χώμα, έχουμε και τις πτώσεις βράχων. Συγκεκριμένα στις υψηλές ακτές, όπως είναι για παράδειγμα στην Αγία Γαλήνη, όπου η γραμμή του αιγιαλού είναι πιο μέσα από την οικοδομική γραμμή. Δηλαδή, ο βράχος κάτω από τη θάλασσα έχει υποσκαφθεί από τα κύματα. Πολλοί τουρίστες και ντόπιοι εκεί προτιμούν να πάνε κάτω από τη σκιά του βράχου, με αποτέλεσμα κατά διαστήματα να έχουμε άσχημα φαινόμενα, έστω και μεμονωμένα».
Και πρόσθεσε: «Πριν από πολλά χρόνια μία τουρίστρια έχασε τη ζωή της επειδή έπεσε ένα μεγάλο κομμάτι εκεί που έκανε ηλιοθεραπεία. Επίσης, κάτι ανάλογο είχαμε πριν από περίπου μία δεκαετία στα «Γλυκά Νερά» μία πολυδιαφημισμένη παραλία δυτικής Κρήτης, που έχει ένα σημείο που δεν πρέπει καν να κατασκηνώνουν. Απεναντίας σιωπηλά, εκεί, έχουν τοποθετηθεί είτε νόμιμα, είτε παράνομα εγκαταστάσεις, οι οποίες δέχονται κόσμο που θέλει να τοποθετήσει τη σκηνή του. Εκεί είχαμε μία πτώση βράχου από μεγάλο ύψος που έπεσε πάνω σε ένα δέντρο και στη συνέχεια πάνω στη σκηνή μιας τουρίστριας με αποτέλεσμα να τη σκοτώσει».
Στη συνέχεια αναφερόμενος στην χωρίς έλεγχο τουριστική ανάπτυξη είπε μεταξύ άλλων: «Όσον αφορά τις παραλίες όπως διάβασα, επίκειται μία νέα μελέτη που ίσως χρηματοδοτήσει το υπουργείο Τουρισμού ώστε να μπορέσουν να γίνουν περισσότερες μελέτες και περισσότερες επεμβάσεις και ν’ απαλειφθεί το φαινόμενο. Το φαινόμενο αυτό, πρέπει να το παρακολουθούμε συνεχώς και θα πρέπει να πούμε ότι ακόμα και οι άδειες που δίνονται, δεν δίνονται πάντα με τον σωστό τρόπο. Δηλαδή, όπως στο ξενοδοχείο στην Αγία Φωτιά, αλλά και πολλά άλλα, βάζοντας μαζί και το θέμα του Παλίγκρεμνου που είναι πολύ σοβαρό. Η νότια Κρήτη έχει αρκετές ψηλές ακτές με αποτέλεσμα να οξύνονται τα ζητήματα αυτά, κυρίως όταν μεγάλες μονάδες βρίσκονται πάνω από τέτοια επικίνδυνα σημεία. Δεν είναι μόνο ο σχεδιασμός με τα ΣΧΟΑΠ τα οποία υπάρχουν και δεν υπάρχουν, αλλά αγνοούν και την γεωλογική ακαταλληλότητα των περιοχών, όπως και το που θα πρέπει να γίνουν τουριστικές μονάδες και που θα πρέπει να είναι η γεωργική γη. Τώρα, όλα αυτά, είναι μπλεγμένα και μπροστά στην ανάγκη να έχουμε περισσότερα έσοδα και ν’ αναπτύξουμε περισσότερο τον τουρισμό μας αγνοούμε τη φύση».
Στη συνέχεια μιλώντας για φαινόμενα στην ενδοχώρα, υπογράμμισε: «Στην ενδοχώρα έχουμε μόνιμα φαινόμενα, γνωστά εδώ και πάρα πολλά χρόνια, όπως στο χωριό «Μύλοι», το οποίο έχει μεταφερθεί λόγω των βραχοπτώσεων και των κατολισθήσεων. Υπάρχει και το χωριό «Παλέ» που έχει φύγει από την αρχική του θέση και έχει μεταφερθεί στον Αγιοβασιλιώτικο δρόμο». Και πρόσθεσε: «Ο Αγιοβασιλιώτικος δρόμος στην περιοχή σχεδόν στο σύνολό του έξω από το Σπήλι, αλλά και μέχρι περίπου την περιοχή της «Κρύας Βρύσης», που έχει μελετηθεί τόσο από το ΙΓΜΕ, όσο και από άλλους γεωλογικούς φορείς, έχει μόνιμες κατολισθήσεις. Η Παντάνασσα Αμαρίου επίσης στην ενδοχώρα, είναι ένα σημείο με ερπυσμούς και κατολισθήσεις. Μετακινείτε το έδαφος ερπύζει, δηλαδή περπατάει και έχουμε καταστροφή σπιτιών. Η Παντάνασσα συνεχίζει να έχει συχνά προβλήματα».
