Ως βαρύνουσας σημασίας, χαρακτήρισε η Πρόεδρος Λιμενικού Ταμείου Ρεθύμνης κ. Ρένα Κουτσαλεδάκη, το έργο της αποκατάσταση των υφάλων λιμενικών έργων στο ενετικό λιμάνι του Ρεθύμνου, που ολοκληρώθηκε το 2018, εξασφαλίζοντας τη σταθερότητα και τη στατική επάρκεια όλων των κρηπιδωμάτων του ενετικού λιμένα.
Το έργο προϋπολογισμού περίπου 313 χιλιάδων ευρώ χρηματοδοτήθηκε από το «Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης (ΕΤΠΑ)» από πόρους της Πολιτικής Συνοχής, στο πλαίσιο του ΕΠ Κρήτη 2014 – 2020.
Η κ. Κουτσαλεδάκη αναφερόμενη στο σημαντικό αυτό έργο υπογράμμισε: «Το έργο αφορούσε τη «θεραπεία» υφάλων σπηλαιώσεων που ταλαιπωρούσαν για χρόνια το ενετικό λιμάνι του Ρεθύμνου, το οποίο από το 1965 είναι χαρακτηρισμένο ως μνημείο πολιτιστικής κληρονομιάς. Στόχος του Λιμενικού Ταμείου ήταν να διεκδικήσει μετά από μία ώριμη μελέτη που διέθετε με τις εγκρίσεις της, την χρηματοδότηση για τη «θεραπεία» των υφάλων κρηπιδωμάτων. Πράγμα το οποίο και πέτυχε. Το έργο αυτό ήταν σημαντικής και βαρύνουσας σημασίας κι έπρεπε να προηγηθεί όλων των παρεμβάσεων καθώς διαφορετικά, θα ήταν σα να προσπαθούσαμε να χτίσουμε παλάτια στην άμμο. Πως θα μπορούσαμε να ωραιοποιήσουμε αρχιτεκτονικά την εικόνα του ενετικού λιμανιού, χωρίς προηγουμένως να λύσουμε τα προβλήματα σπηλαιώσεων στα ύφαλα; Ήταν το πρώτο που έπρεπε να γίνει προκειμένου να εξασφαλιστεί η σταθερότητα και η στατική επάρκεια όλων των κρηπιδωμάτων του ενετικού λιμένα. »
Η πρόεδρος του Λιμενικού Ταμείου πρόσθεσε: «Χρησιμοποιώντας σωστά υλικά γεμίσαμε όλα τα κενά στο κομμάτι κάτω από τα κρηπιδώματα που φιλοξενούν σκάφη τα οποία ελλιμενίζονται στη μικρή και γραφική λεκάνη του λιμανιού μας. Το έργο αυτό, συμπλήρωσε την εγκεκριμένη μελέτη που αφορά στην αισθητική και λειτουργική αναβάθμιση του χώρου.»
Η ύφαλη αυτοψία έδειξε σπηλαιώσεις σε όλο το μήκος της περιμέτρου
Το τεχνικό αντικείμενο της εργολαβίας περιελάμβανε τις εργασίες για την επισκευή των υποσκαφών και σπηλαιώσεων που παρατηρήθηκαν, καθ’ όλο το μήκος της περιμέτρου της λιμενολεκάνης του ενετικού λιμανιού Ρεθύμνου.
Το έργο χωροθετήθηκε στην ΒΔ γωνία του λιμένος της πόλεως του Ρεθύμνου προ του παραδοσιακού τμήματος της παλιάς πόλης και περιελάμβανε εργασίες αποκατάστασης των δημιουργούμενων υποσκαφών του Ενετικού Λιμένος στις στάθμες θεμελιώσεως του ποδός αλλά και στα μέτωπα των λιθόδμητων κρηπιδοτοίχων.
Από την ύφαλη αυτοψία και την αντίστοιχη βιντεοσκόπηση που πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 2010 είχε προκύψει ότι:
Ο λιμένας είναι κατασκευασμένος με κομούς από φυσικούς λίθους ως επί το πλείστον ισόδομα δομημένους και συνδεδεμένους με κονίαμα.
Το τμήμα του προσήνεμου μώλου είναι η παλαιότερη χρονολογικά κατασκευή.
Σε όλο σχεδόν το μήκος των κρηπιδότοιχων είχαν παρουσιαστεί υποσκαφές. Είχαν γίνει σε προγενέστερες χρονικά στιγμές προσπάθειες για την αποκατάστασή τους με άοπλους και ασύνδετους σακκόλιθους από σκυρόδεμα καθώς και με ύφαλο σκυρόδεμα και λιθόδεμα μπροστά από τον πόδα του κρηπιδότοιχου.
Στις περισσότερες των περιπτώσεων, οι εργασίες αποκατάστασης των υποσκαφών έχουν αστοχήσει και, είτε έχουν αποκαλυφθεί οι αρχικές υποσκαφές είτε έχουν δημιουργηθεί νέες κάτω και πέριξ από τα σκυροδέματα των νεώτερων επισκευών.
Στο νοτιοδυτικότερο τμήμα των κρηπιδωμάτων στην θέση όπου προσδένουν ημερόπλοια, απαντάται η πλέον πρόσφατη χρονολογικά και αρτιότερη τεχνικά κατασκευή χωρίς ουσιαστική εμφάνιση υποσκαφών.
Η περιγραφή των έργων επισκευής και αποκατάστασης
Οι προβλεπόμενες εργασίες αφορούσαν στην πλήρωση των υπαρχουσών σπηλαιώσεων με κατάλληλης σύστασης σιμεντένεμα με παράλληλη σφράγιση των διακένων με σάκκους που πληρώθηκαν επιτόπου με σιμεντένεμα.
Για την αποκατάσταση των υποσκαφών με έγχυση ενέματος υπό χαμηλή πίεση, προηγήθηκε διάτρηση των κομών που δομούν το κρηπίδωμα με κατάλληλο διατρητικό εξοπλισμό. Οι διανοιγόμενες οπές ξεκίνησαν από την ανωδομή του κρηπιδώματος και κατέληξαν στην θέση της εκάστοτε υποσκαφής διακένου. Τα από εμπρός «στόμια» των υποσκαφών στο ύφαλο μέτωπο και τον πόδα των κρηπιδοτοίχων σφραγίστηκαν με σάκκους κατάλληλης σύστασης και υψηλής αντοχής που πληρώθηκαν επί τόπου με ένεμα, οι οποίοι προσαρμόστηκαν κατά το δυνατόν καλύτερα στην γεωμετρία κάθε ανοίγματος ή οπής (όσο το υλικό πλήρωσης τους είναι ακόμη ρευστό).
Αναλυτικότερα η μεθοδολογία κατασκευής είχε ως ακολούθως:
Απομάκρυνση των διάσπαρτων πολυάριθμων σακκολίθων, από προγενέστερες επισκευές φυσικών λίθων καθώς και πεσμένων ογκολίθων έδρασης αλλά και των εκ των μετώπων των κρηπιδοτοίχων καταπεσάντων που βρίσκονταν διάσπαρτοι προ της περιοχής των μετώπων του έργου.
Καθαρισμός του πυθμένα με επιφανειακή εκσκαφή σε απόσταση έως και 3μ. από το μέτωπο. Η εργασία εκτελέστηκε με ιδιαίτερη επιμέλεια και υπό την παρακολούθηση δύτη ώστε να γίνει μόνο επιφανειακός καθαρισμός του πυθμένα σε βάθος έως 25εκ. περίπου και συλλογή των διάσπαρτων τεμαχίων χωρίς να υποθεμελιωθούν τα ευαίσθητα κρηπιδώματα. Η απόρριψη των προϊόντων εκσκαφής δεν έγινε στη λιμενολεκάνη αλλά σε χερσαίο χώρο που ενέκρινε η Διευθύνουσα το έργο Υπηρεσία. Στο αντικείμενο της εργασίας αυτής ήταν και η κατάτμηση προγενέστερων ύφαλων σκυροδετήσεων στον πόδα των κρηπιδοτοίχων (όπου αυτές έχουν αστοχήσει) καθώς και απότμηση μικρού αριθμού δομικών ογκολίθων των κρηπιδοτοίχων οι οποίοι είχαν εν μέρει εξωθηθεί εκτός του μετώπου της κρηπίδος. Οι εν λόγω λίθοι επειδή βρίσκονταν υπό την επιφάνεια του νερού ήταν δυσδιάκριτοι και συνιστούσαν κίνδυνο για τα ελλιμενιζόμενα σκάφη.
Σφράγιση των στομίων των σπηλαιώσεων με χρήση σάκων που πληρώθηκαν με ένεμα. Οι σάκκοι ήταν σε κατάλληλα μεγέθη ως προς το μήκος τους, καθώς το ύψος και το πλάτος τους προβλέπονταν σταθερά, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις Τεχνικές Προδιαγραφές του έργου, ώστε να υπάρχει επιλογή για την προσαρμογή τους στις εκάστοτε απαιτήσεις και στο μέγεθος των διακένων. Τα μεγέθη των σάκων τυποποιήθηκαν και προτάθηκαν από τον Ανάδοχο και μετά την έγκριση της Υπηρεσίας, προσκομίστηκαν στο εργοτάξιο. Το υλικό των σάκων ήταν γεωύφασμα πυκνής πλέξης για την μείωση των διαρροών του ενέματος. Κάθε σάκος ήταν εφοδιασμένος με ακροφύσιο εισαγωγής του σιμεντενέματος καθώς και ακροφύσιο για την εξώθηση του νερού και τον έλεγχο της επιτυγχανόμενης πληρότητάς του.
Διάτρηση κατακόρυφων οπών από την στέψη του κρηπιδοτοίχου (σε ενδεικτική απόσταση 0,40 – 0,60m πίσω από το μέτωπο) αλλά σε κάθε περίπτωση πίσω από τον γωνιόλιθο της ανωδομής των κρηπιδοτοίχων, ανά αξονικές αποστάσεις κατά μήκος του μετώπου 1,20m περίπου ή ως άλλως εμφαίνεται στα σχέδια. Η διάμετρος των οπών ήταν 60mm. Το βάθος διάτρησης ήταν κυμαινόμενο μέχρις απάντησης του έγκοιλου ή άλλως μέχρι την στάθμη έδρασης του κρηπιδοτοίχου.
Έγχυση σιμεντενέματος δια μέσου των κατακόρυφων οπών μέχρι πληρότητας των έγκοιλων και εκρροής του ενέματος από πλαστικά ακροφύσια ελέγχου προσαρμοσμένα κατάλληλα στα μέτωπα των οπών. Η εργασία αυτή προδιαγράφηκε με ελεγχόμενη ροή ενέματος υπό χαμηλή πίεση (για αποφυγή ζημιών στα μέτωπα) προς τα έγκοιλα και τις σπηλαιώσεις.
Για την επίτευξη πληρέστερης στεγάνωσης τυχών κενών μεταξύ σάκκων και της περιμέτρου των οπών, μετά την ενεμάτωση των σάκκων σφραγίστηκαν από τον δύτη με κατάλληλο σιμεντοειδές εύπλαστο υλικό π.χ. με σιμεντοκονία χαμηλού λόγου νερού που τοποθετήθηκε και ενσφηνώθηκε στα διάκενα με το χέρι. Διαρροές από παραμένοντες ασφράγιστους αρμούς στα ύφαλα μέτωπα αντιμετωπίστηκαν κατά την έγχυση του ενέματος επίσης από τον δύτη είτε με χρήση ταχύπηκτου σιμεντοειδούς, είτε με ενσφήνωση άδειων ή ημιπλήρων σάκκων ενέματος.
