- Ο καθηγητής πολιτικής επιστήμης Νίκος Παπαδάκης αναλύει τα δεδομένα που διαμορφώνονται στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά τις Ιταλικές εκλογές.
- Σημαντική τοποθέτηση και για τις Ελληνοτουρκικές σχέσεις καθώς κρίνει πως η Ελλάδα δεν πρέπει να επιδείξει την παραμικρή υποχωρητικότητα
«Όσο η Ευρώπη παραμένει εγκλωβισμένη στο ανελαστικό δόγμα της δημοσιονομικής πειθαρχίας με κάθε κοινωνικό κόστος, το υφιστάμενο χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου θα παραμένει, οι κοινωνικό- οικονομικές ανισότητες και μείζονα κοινωνικά προβλήματα όπως η ανεργία, η επισφαλής εργασία και η φτώχεια θα επηρεάζουν μεγάλα στρώματα του πληθυσμού σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες και η ίδια η Ευρώπη θα δείχνει ολοένα και λιγότερο ελκυστική και πειστική.» Αυτό επισημαίνει ο Νίκος Παπαδάκης, Καθηγητής και Διευθυντής του Κέντρου Πολιτικής Έρευνας & Τεκμηρίωσης (ΚΕΠΕΤ) του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Κρήτης, ο οποίος έδωσε συνέντευξη στην εφημερίδα μας μετά το «πολιτικό σεισμό» που προκάλεσε στο Ευρωπαϊκό γίγνεσθαι το αποτέλεσμα των Ιταλικών εκλογών.
Η άνοδος των αντιευρωπαϊκών δυνάμεων και ευρωσκεπτικιστών, σε συνάρτηση την συνεχιζόμενη οικονομική κρίση και την κοινωνική ανισότητα προκαλούν ένα εκρηκτικό σκηνικό, πάνω στο οποίο ο πολιτικός διάλογος είναι πολυεπίπεδος και με πολλές παραμέτρους ανοικτούς.
Η ανάλυση των δεδομένων από τον έγκριτο πολιτικό επιστήμονα παρουσιάζει έντονο ενδιαφέρον. Παράλληλα, σχολιάζει την επικαιρότητα στο ζήτημα των Ελληνοτουρκικών σχέσεων, τονίζοντας, ότι «Η Τουρκία αναμφίβολα επιδιώκει τη δημιουργία προϋποθέσεων defacto αμφισβήτησης εθνικών μας κυριαρχικών δικαιωμάτων, κατοχυρωμένων από το Διεθνές Δίκαιο. Η Ελλάδα οφείλει να επιδείξει, σε αυτές τις δύσκολες στιγμές, έναν ισόρροπο ολισμό ψυχραιμίας και μηδενικής υποχωρητικότητας. Επιβάλλεται, κατά τη γνώμη μου, η εντεινόμενη, πολυεπίπεδη και συντεταγμένη διεθνοποίηση, από μεριάς μας, τόσο του ζητήματος της ευρύτερης τουρκικής επιθετικότητας στο Αιγαίο και στην Κυπριακή ΑΟΖ όσο και του ζητήματος της φυλάκισης των 2 στρατιωτικών μας.»
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΜΑΝΟΥΣΟ ΚΛΑΔΟ
Οι Ιταλοί φαίνεται πως ψήφισαν με γνώμονα το αντιευρωπαϊκό αίσθημα, τα ξενοφοβικά ένστικτα και τη λαϊκή οργή για την οικονομική πολιτική της Ευρώπης. Πόσο τυχαίο είναι αυτό με βάση τα δεδομένα που ισχύουν σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση;
Στην πολιτική και δη στον εκλογικό ανταγωνισμό ελάχιστα πράγματα είναι τυχαία. Οι ιταλικές εκλογές δεν περιλαμβάνονται σ’ αυτά. Έχετε δίκιο ότι στις πρόσφατες εκλογές στην Ιταλία εκφράστηκε μια τάση, που είχε ήδη καταστεί εμφανής αν παρατηρούσε κανείς τα ευρήματα προηγούμενων ερευνών γνώμης, που καταδείκνυαν μια ισχυρή απομείωση της θετικής στάσης για την Ευρωπαϊκή Ένωση στην Ιταλία. Η επισήμανση του Guardian για το πλειοψηφικό ρεύμα υποστήριξης ευρωσκεπτιστικών δυνάμεων στις ιταλικές εκλογές είναι εύστοχη. Σίγουρα τα αποτελέσματα των εκλογών στην Ιταλία είναι ανησυχητικά για πολλούς λόγους. Πρώτο κόμμα ανεδείχθη το ευρωσκεπτιτιστικό και λαϊκιστικό Κίνημα των 5 Αστέρων, με έντονα χαρακτηριστικά φραστικού βολονταρισμού, ενώ στον Δεξιό Συνασπισμό που πρώτευσε (ως συνασπισμός 3 κομμάτων), πρώτο κόμμα ήταν η Λέγκα του MatteoSalvini, ένα ακροδεξιό κόμμα με σκληρή αντιμεταναστευτική και αντιευρωπαϊκή ατζέντα. Από πολλά διαφορετικά ευρήματα (συμπεριλαμβανομένων πρόσφατων ερευνών μεγάλης κλίμακος και φυσικά πρόσφατων εκλογικών αποτελεσμάτων) φαίνεται ότι στην Ευρώπη η δυσανεξία επαν- αρθρώνεται ως mainstreamdiscourse, τη στιγμή που νεόδμητοι οικονομικοί εθνικισμοί (ή «οικονομικοί πατριωτισμοί» κατά τη MarineLePen) συνδυασμένοι με επικλήσεις εθνικών ρομάντζων (για να χρησιμοποιήσω τον όρο του Καθηγητή Μεταξά) δείχνουν δελεαστικοί σε διαφορετικά εθνικά περιβάλλοντα εκλογικού ανταγωνισμού. Αρκεί να ανατρέξουμε, μεταξύ άλλων, στην εκλογική ενδυνάμωση του ακροδεξιού κόμματος των Ελευθέρων FPO στην Αυστρία και τη συμμετοχή του στην Αυστριακή Κυβέρνηση, στην εκλογική επίδοση του ακροδεξιού και ξενοφοβικού AfD (Εναλλακτική για τη Γερμανία) και την είσοδο του στη Γερμανική Βουλή, που συνιστά μια βιογραφική ρήξη στη μεταπολεμική πολιτική ιστορία της Γερμανίας, στην ισχύ που εξελικτικά επισωρεύει το Εθνικό Μέτωπο της Marine Le Pen στη Γαλλία(έστω κι αν έχασε τις Προεδρικές Εκλογές στη Γαλλία),όσο και στην ευρύτερη στάση και πρακτικές της κυβέρνησης Viktor Orbán στην Ουγγαρία και θα πιστοποιήσουμε την επικίνδυνη ελκυστικότητα του συνδυασμού ευρω-σκεπτικισμού (ενίοτε και αντι-ευρωπαϊσμού) και δυσανεκτικής ατζέντας σε διαφορετικά εθνικά περιβάλλοντα στην Ευρώπη. Σε όλο αυτό συμβάλει το επίμονο και ορατότατο κοινωνικό κόστος της Κρίσης, όσο και οι διευρυμένες κοινωνικο- οικονομικές ανισότητες σε πολλά Κ-Μ της Ευρώπης, καθώς παρέχουν τη δυνατότητα εργαλειοποίησης φόβων και υπαρκτών προβλημάτων των πολιτών σε κομματικούς σχηματισμούς που αρδεύονται από αυτά για να μεγιστοποιήσουν την αποβλεπτικότητα της αντι-ευρωπαϊκής, δυσανεκτικής και ξενοφοβικής εκφοράς τους.
Η άνοδος των αντιευρωπαϊκών ρευμάτων σε ολόκληρη την Ευρώπη, προς ποια κατεύθυνση πρέπει να οδηγήσει τις ευρωπαϊκές πολιτικές;
Ήδη επιχείρησα στην προηγούμενη απάντηση μου να χαρτογραφήσω ακροθιγώς τις διαστάσεις του προβλήματος. Κανείς στην Ευρώπη δεν μπορεί να ισχυρίζεται πλέον ότι δεν βλέπει τις τάσεις (ανα)διαμόρφωσης παραμέτρων της εκλογικής συμπεριφοράς των πολιτών και την αυξανόμενη ελκυστικότητα τέτοιων ρευμάτων, που υπονομεύουν την ίδια την αξιακή θεμελίωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και φυσικά την πορεία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Δεν αρκούν όμως οι διαπιστώσεις, ειδικά σε επίπεδο πολιτικών ελίτ στην Ένωση. Εκτιμώ ότι πλησιάζει η στιγμή στην Ευρώπη, που καλούμαστε να επιλέξουμε τα (νέα) αναπόφευκτα μας. Κι αυτά δεν μπορεί να είναι η διολίσθηση στην περαιτέρω αμηχανία πρόσληψης και απόκρισης σε πρωτόγνωρες προκλήσεις, όπως και δεν μπορεί να είναι αποσυναρτημένα από την υπόμνηση του «κόστους της μη- Ευρώπης» (για να θυμηθούμε τον Baun). Ενδεχομένως, σε μία ερμηνευτικά επιτρεπτική «χοάνη» όπως ο λαϊκισμός, συστηματικά αρδευόμενος από τη γοητεία του «αντι-παραδείγματος» και των αντισυστημικών ρηματικών πρακτικών, η κατεξοχήν ανταπάντηση είναι η επαν-εφεύρεση ενός αναδιανεμητικού πραγματισμού. Πιο απλά: όσο η Ευρώπη παραμένει εγκλωβισμένη στο ανελαστικό δόγμα της δημοσιονομικής πειθαρχίας με κάθε (κοινωνικό) κόστος, το υφιστάμενο χάσμα μεταξύ Βορρά και Νότου θα παραμένει, οι κοινωνικό- οικονομικές ανισότητες και μείζονα κοινωνικά προβλήματα όπως η ανεργία, η επισφαλής εργασία και η φτώχεια θα επηρεάζουν μεγάλα στρώματα του πληθυσμού σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες και η ίδια η Ευρώπη θα δείχνει ολοένα και λιγότερο ελκυστική και πειστική. Αυτό λοιπόν που δείχνει να χρειάζεται είναι η αλλαγή παραδείγματος, με τρόπο που θα επέτρεπε την ουσιώδη αναδιάταξη της σχέσης οικονομικής και κοινωνικής ορθολογικότητας στην δημόσια πολιτική επ’ ωφελεία της δεύτερης, σε συνδυασμό με την θεσμική εμβάθυνση της Ένωσης. Κάτι τέτοιο, δεν είναι ακόμα ορατό. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν είναι και αναγκαίο, για την διεκδίκηση μιας νέας (αναδιανεμητικής) κανονικότητας και τελικά την επαν-ανακάλυψη της αξιακής θεμελίωσης της ίδιας της Ευρώπης.
Αν αναλογιστούμε την ιστορία και όσα ακολούθησαν την οικονομική κρίση του ΄30, πόσο πρέπει να φοβόμαστε για "επανάληψη της ιστορίας" στην Ευρώπη;
Προσωπικά δεν φοβάμαι μια τέτοια «επανάληψη». Οι συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές και ευτυχώς εκλείπουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Και σ’ αυτό έχει συμβάλει καθοριστικά μεταξύ άλλων και η ίδια η ύπαρξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης (με όλα τα προβλήματα της, στα οποία ήδη αναφέρθηκα). Να θυμηθούμε εδώ την απόφανση του Umberto Eco ότι η ιδέα ενός πολέμου μεταξύ Γερμανίας και Γαλλίας σήμερα, φαίνεται γελοία. Αυτό δεν είναι μια μικρή κατάκτηση. Ότι όμως, κατά τη γνώμη μου, δεν έχουμε λόγο να φοβόμαστε μια ακριβή επανάληψη της ιστορίας στη Γηραιά Ήπειρο, δεν μας επιτρέπει να υποτιμούμε το μέγεθος των υφιστάμενων προβλημάτων, που μεταξύ άλλων εξελικτικά απονευρώνουν το ίδιο το ενωσιακό εγχείρημα στον πυρήνα του.
Ένα σχόλιο για τα Ελληνοτουρκικά όπως εξελίσσονται, με βάση το πως πρέπει πολιτικά να αντιμετωπιστεί αυτή η κρίση.
Θα προσπαθήσω να είμαι σύντομος, παρόλο που πρόκειται για ένα εξαιρετικά σύνθετο ζήτημα. Δεν νομίζω, ότι υπάρχει Έλληνας που δεν ανησυχεί για την κλιμακούμενη τουρκική προκλητικότητα, ή ακριβέστερα επιθετικότητα. Η Τουρκία, η οποία επιδίδεται σε πολεμικές επιχειρήσεις στο συριακό μέτωπο και επιχειρεί με κάθε τρόπο να αποτρέψει τη δημιουργία κουρδικού Κράτους, συγχρόνως υπεραναπληρώνει την ανασφάλεια της στην Ανατολική Μεσόγειο με κλιμακούμενη προβολή ισχύος στο Αιγαίο και την ΑΟΖ της Κύπρου. Φοβούμαι ότι πρόκειται για μια στρατηγική επιλογή του καθεστώτος Ερντογάν και όχι για μια απλή εξαγωγή νευρικότητας. Σαφώς δεν μπορούν να μας διαφεύγουν τα εσωτερικά προβλήματα του Ερντογάν και οι εκλογές του 2019 στην Τουρκία, ωστόσο δεν πρέπει να εξαντλούμε την ερμηνεία μας στη βάση του επιχειρήματος περί εξαγωγής κρίσεων. Η Τουρκία αλλάζει κλίμακα στις προκλήσεις της. Αρκεί να θυμηθούμε κάποιες από τις πολύ πρόσφατες. Εμβολισμός ελληνικού πλοίου, παρεμπόδιση και αποτροπή της ιταλικής γεώτρησης στο οικόπεδο 3 της κυπριακής ΑΟΖ, έκδοση Navtex για «άσκηση διάσωσης» που περιλαμβάνει το Καστελόριζο και φυσικά η σύλληψη και κράτηση των 2 Ελλήνων στρατιωτικών, η απόρριψη της έφεσης και συνακόλουθα η προκλητικά παρελκυστική τακτική της Τουρκίας, η οποία σκοπίμως δημιουργεί αβεβαιότητες για την πορεία αυτής της υπόθεσης. Στην πραγματικότητα ενός απλού ζητήματος, που σε άλλους καιρούς θα είχε λυθεί άμεσα μεταξύ υψηλόβαθμων στρατιωτικών των δυο πλευρών, όπως έχουν επισημάνει έμπειροι στρατιωτικοί. Τώρα όμως η Τουρκία το εργαλειοποιεί προκλητικά και στην ουσία καθιστά (από ότι φαίνεται) όμηρους τους δυο αξιωματικούςμας,ενδεχομένως και για αποζήτηση ανταλλαγμάτωνκατά την συνήθη τακτική του Ερντογάν(ας θυμηθούμε τι συνέβη με τη φυλάκιση, χωρίς κατηγορίες, του Γερμανού δημοσιογράφου και το πώς τελικά απελευθερώθηκε).
Η Τουρκία αναμφίβολα επιδιώκει τη δημιουργία προϋποθέσεων defacto αμφισβήτησης εθνικών μας κυριαρχικών δικαιωμάτων, κατοχυρωμένων από το Διεθνές Δίκαιο. Η Ελλάδα οφείλει να επιδείξει, σε αυτές τις δύσκολες στιγμές, έναν ισόρροπο ολισμό ψυχραιμίας και μηδενικής υποχωρητικότητας. Επιβάλλεται, κατά τη γνώμη μου, η εντεινόμενη, πολυεπίπεδη και συντεταγμένη διεθνοποίηση, από μεριάς μας, τόσο του ζητήματος της ευρύτερης τουρκικής επιθετικότητας στο Αιγαίο και στην Κυπριακή ΑΟΖ όσο και του ζητήματος της φυλάκισης των 2 στρατιωτικών μας. Πιο απλά, να καταστεί σαφές όχι μόνο ότι η Τουρκία αμφισβητεί στην πράξη εθνικά κυριαρχικά μας δικαιώματα και τελικά το ίδιο το Διεθνές Δίκαιο και μας προκαλεί με τρόπο επικίνδυνο, αλλά και το ότι αυτή η επικινδυνότητα απειλεί ζωτικά συμφέροντα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ. Εκτιμώ ότι πρέπει να αξιοποιηθεί προς αυτήν την κατεύθυνση η επερχόμενη Σύνοδος Κορυφής της ΕΕ με την Τουρκία στη Βάρνα όπως και ηπροηγηθείσαΣύνοδος των 28 στις Βρυξέλες, προκειμένουνα προτεραιοποιηθείτο ζήτημα της επικίνδυνης συμπεριφοράς της Τουρκίας και να της ασκηθεί εμπράγματη πίεση από μεριάς Ευρωπαϊκής Ένωσης. Πολλώ δε μάλλον, όταν στην υφιστάμενη ευρωτουρκική ατζέντα περιλαμβάνεται και το ζήτημα παραχώρησης δεύτερου ισχυρού πακέτου οικονομικής στήριξης της Τουρκίας για το προσφυγικό. Η ΕΕ και το ΝΑΤΟ οφείλουν να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων, αντιλαμβανόμενοι ότι η Τουρκία δεν προκαλείκαι απειλεί μόνον την Ελλάδα και την Κύπρο, αλλά την ίδια τη διεθνή δικαιοταξία, πρόβλημα που δεν επιλύεται με την απλή έκφραση ανησυχιών από μεριάς των Διεθνών Οργανισμών. Είναι απαραίτητο η Ελλάδα, με κάθε τρόπο και σε συνεργασία με την Κύπρο, να καταστήσει ακριβώςαυτό σαφές, πείθοντας τους εταίρους της για την ανάγκη ουσιαστικότερης παρέμβασης.
