Ένας θεόσταλτος Βιαννίτης καλόγερος, ο Λουκάς, επιστρέφοντας πριν από 100 χρόνια από τους Αγίους Τόπους, είχε φέρει μαζί του δυο-τρία φυτά μπανάνας κρυμμένα στο σκουφί του και τα φύτεψε στη Μονή του Αγίου Αντωνίου της Άρβης.
Όταν μετά από ενάμιση χρόνο περίπου τα φυτά αυτά έκαναν τα πρώτα μπανανοστάφυλα, κανείς από τους ντόπιους δεν τολμούσε να τα δοκιμάσει, αν και το λεπτό τους άρωμα τούς προκαλούσε την περιέργεια.
Την επόμενη χρονιά τα πρώτα μπανανόφυτα του καλόγερου έβγαλαν από τη ρίζα καινούργια νεαρά φυτά, τα οποία πήραν οι πιο τολμηροί και τα φύτεψαν για πρασινάδα στους κήπους τους.
Μερικά χρόνια αργότερα ένας "ξενομπάτης" γιατρός, που ήταν κοσμογυρισμένος και γνώριζε αυτό το εξωτικό φρούτο, έμαθε στους ντόπιους να τρώνε και να εκτιμούν τις μπανάνες.
Από το 1930 άρχισαν οι πρώτες καλλιέργειες στην Άρβη. Οι μπανάνες με τα γαϊδουράκια και τα μουλάρια μεταφέρονταν στη Βιάννο, και από εκεί αργότερα με φορτηγά της εποχής εκείνης στο Ηράκλειο και στη συνέχεια με πλοίο στον Πειραιά. Πριν τη γερμανική κατοχή ξεκίνησαν οι πρώτες καλλιέργειες μπανάνας και στα Μάλια.
Η καλλιέργεια στην Κρήτη
Αφού η καλλιέργεια της κρητικής μπανάνας πέρασε περίπου μια εικοσαετία εγκατάλειψης, από το 1989 μέχρι το 2007, λόγω της εισαγωγής από τρίτες χώρες της Αφρικής και της Νότιας Αμερικής, και της κατακόρυφης πτώσης της τιμής της, τα τελευταία δέκα χρόνια έχει αρχίσει δειλά-δειλά να επεκτείνεται και πάλι στη νοτιοανατολική Κρήτη κυρίως, με την τιμή παραγωγού να διατηρείται σταθερά από το 1 έως το 1,20 ευρώ.
Στην Άρβη, στο Καστρί, στον Κερατόκαμπο, στην Ψαρή Φοράδα, στα Τέρτσα, στο Μύρτο, στην Ιεράπετρα, και σε μικρότερες εκτάσεις στη Σητεία, στα Μάλια και στο Ρέθυμνο, οι καλλιέργειες μπανάνας, είτε σε θερμοκήπιο είτε υπαίθριες, έχουν φτάσει στα 900 περίπου στρέμματα, 50 στρ. εκ των οποίων είναι πιστοποιημένες βιολογικές.
«Όσοι έμειναν μετά το 1989 στην καλλιέργεια της μπανάνας στη νότια Βιάννο, ήταν εκείνοι που μπορούσαν να πουλούν μόνοι τους την παραγωγή τους στις λαϊκές αγορές, καλύπτοντας τα έξοδα της καλλιέργειάς τους. Οι υπόλοιποι στράφηκαν τότε στην καλλιέργεια των κηπευτικών.
Επειδή η κρητική μπανάνα έχει πραγματικά γεύση μπανάνας και όχι... πατάτας, όπως η εισαγόμενη, η ζήτησή της από τους καταναλωτές που τη θεωρούν υπερτροφή, λόγω της υψηλής θρεπτικής και διατροφικής της αξίας, υποχρέωσε αρκετούς, που είχαν εγκαταλείψει την καλλιέργειά της, να ξαναδούν το θέμα με τα νέα δεδομένα που είχαν διαμορφωθεί στην ελληνική αγορά», μας είπε από την Ψαρή Φοράδα ο μπανανοπαραγωγός κ. Δημήτρης Μητσόπουλος, που επέστρεψε στην καλλιέργεια της βιαννίτικης μπανάνας, με υγιή μητρικά φυτά από το ΤΕΙ Κρήτης.
«Είναι μια καλλιέργεια που έχει λίγα εργατικά και δεν απαιτεί τη χρήση φυτοφαρμάκων, ενώ πολύ εύκολα μπορεί ο παραγωγός να πάρει πιστοποίηση βιολογικής γεωργίας. Προσβάλλεται μόνο από τον τετράνυχο και όλοι οι παραγωγοί για την καταπολέμησή του χρησιμοποιούμε ωφέλιμα έντομα. Απαιτείται για καλή παραγωγή η μπανανοφυτεία να αρδεύεται με νερό καλής ποιότητας, που να μην υπερβαίνει τα 1.000 ppm σε αγωγιμότητα. Για την εμπορία της μπανάνας, καλό είναι να είναι ενταγμένος ο αγρότης σε Ομάδα Παραγωγών ή στο Συνεταιρισμό Μπανανοπαραγωγών Κρήτης», προσθέτει ο κ. Δημήτρης Μητσόπουλος.
Μόνο στη νότια Βιάννο σήμερα καλλιεργούνται 450 στρέμματα μπανάνας σε θερμοκήπιο και 250 στρέμματα υπαίθριες. Περισσότερα από 200 στρέμματα είναι διάσπαρτα στην υπόλοιπη Κρήτη. Στην Άρβη δικαιωματικά βρίσκεται και η έδρα του Αγροτικού Συνεταιρισμού Μπανανοπαραγωγών Κρήτης, που ιδρύθηκε το 1990.
«Εδώ στην Άρβη μάς φέρνουν οι μπανανοπαραγωγοί τις μπανάνες που κόβουν πράσινες. Τις στέλνουμε στο υποκατάστημά μας στην Αθήνα, όπου τις ωριμάζουμε σε 48 ώρες, χρησιμοποιώντας εγκεκριμένους τρόπους ωρίμανσης, και στη συνέχεια τις διανέμουμε στις αλυσίδες των ελληνικών σούπερ-μάρκετ, με τα οποία συνεργαζόμαστε. Μπανάνες δίνουμε ακόμη στην Κεντρική Λαχαναγορά της Αθήνας, στη Θεσσαλονίκη, στην Κοζάνη και σε πολλά ελληνικά νησιά», μας είπε ο γραμματέας του Αγροτικού Συνεταιρισμού Μπανανοπαραγωγών Άρβης κ. Μιχάλης Κεφαλάκης.
Η "χρυσή" εποχή
«Μετά το 1950 η αγορά της Κρήτης είχε αρχίσει να ζητά επίμονα μπανάνες για να καλύψει τις ανάγκες των Κρητικών που είχαν ανακαλύψει στο μεταξύ τη γεύση και τη θρεπτική τους αξία. Η ζήτηση ήταν πολύ μεγαλύτερη από την παραγωγή. Στο τέλος της δεκαετίας του 1950 αρχίζει η εισαγωγή μπανάνας, κατά τη διάρκεια του χειμώνα, από τις αφρικανικές χώρες και τη Νότια Αμερική. Μετά το 1975 οι μπανάνες ξεκίνησαν να καλλιεργούνται σε θερμοκήπια στην Ιεράπετρα και στη Βιάννο.
Λίγα χρόνια αργότερα, οι καλλιέργειες θερμοκηπιακής μπανάνας σε όλη την Κρήτη φτάνουν τα 5.000 στρέμματα και 2.500 στρέμματα υπαίθριας, με ετήσια παραγωγή τους 30.000 τόνους. Αυτή είναι η "χρυσή" εποχή της μπανανοκαλλιέργειας στην Κρήτη.
Η τιμή πώλησης εκείνη την περίοδο έφτασε τις 500 και 600 δρχ. το κιλό και η ζήτηση ήταν πάρα πολύ μεγάλη. Οι ανάγκες σε επίπεδο χώρας αγγίζουν τους 100.000 τόνους ετησίως.
Το 1989 επιτράπηκε και πάλι η εισαγωγή της μπανάνας, που είχε απαγορευτεί μετά από τις διαμαρτυρίες των μπανανοπαραγωγών το 1981. Έμποροι και καταναλωτές στράφηκαν τότε στην εισαγόμενη μπανάνα.
Η ντόπια μπανάνα βρέθηκε το 1989 στα αζήτητα και η πλειοψηφία των μπανανοπαραγωγών αναγκάστηκε να στραφεί στην καλλιέργεια των κηπευτικών», μας είπε ο νέος πρόεδρος του Αγροτικού Συνεταιρισμού Μπανανοπαραγωγών Κρήτης κ. Μανόλης Πνευματικάκης.
Σήμερα
Σήμερα στην Κρήτη, από τα 900 περίπου στρέμματα μπανάνας, ο ετήσιος όγκος παραγωγής κυμαίνεται, ανάλογα τις καιρικές συνθήκες, μεταξύ 4 εκατομμυρίων έως 5 εκατομμυρίων κιλών καθαρού προϊόντος.
Η απόδοση ενός στρέμματος υπαίθριας μπανάνας ανέρχεται στους 4 τόνους περίπου και μέχρι 7 περίπου όταν καλλιεργείται στο θερμοκήπιο. Το μπανανοστάφυλο υπό προϋποθέσεις μπορεί να ξεπεράσει και τα 65 κιλά. Συνήθως όμως φτάνει τα 30 κιλά στην υπαίθρια καλλιέργεια και τα 35 με 40 κιλά στη θερμοκηπιακή καλλιέργεια.
Η κρητική μπανάνα έχει πολλά πλεονεκτήματα έναντι της εισαγόμενης. Είναι σημαντικό ότι στην κρητική μπανάνα δε χρησιμοποιούνται φυτοφάρμακα και συντηρητικά.
Στις αγορές από την Κρήτη φτάνει φρεσκότατη μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα, σε αντίθεση με τις εισαγόμενες που διατηρούνται στα ψυγεία από 2 έως 3 μήνες μέχρι να φτάσουν στον καταναλωτή.
