ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
MENOY
ΣΥΠΑ Banner
ΡΕΘΥΜΝΟ

Ομιλία Γιάννη Κεφαλογιάννη στο Φόρουμ Επιχειρηματικότητας «Χρηματοδότηση και Ελληνική Επιχειρηματικότητα»

0

Στο χρηματοδοτικό φόρουμ με θέμα «Χρηματοδότηση και Ελληνική Επιχειρηματικότητα» που πραγματοποιείται σήμερα και αύριο (7 - 8 Ιουλίου) στην Αθήνα, υπό την επιχειρηματική Πρωτοβουλία A-Energy Investments, συμμετείχε ο Βουλευτής Ρεθύμνου της Νέας Δημοκρατίας Γιάννης Α. Κεφαλογιάννης. Το φόρουμ διενεργείτε με πρωτοβουλία του ΣΕΟΔΙ (Σύνδεσμος Ελλήνων Οικονομικών Διευθυντών) και τη   συνεργασία  του Υπουργείου Οικονομίας -Οικονομικών, της Αντιπροσωπείας της  ΕΕ στην Ελλάδα, του  Όμιλου Χρηματιστηρίου Αθηνών, και του οικονομικού επιμελητηρίου.  Στόχος του συνεδρίου, είναι,  να αναδείξει τα βασικά θέματα που σχετίζονται με την επιχειρηματική  ρευστότητα εν αναμονή της επόμενης μέρας για την ελληνική οικονομία και συγκεκριμένα, την κατεπείγουσα ανάγκη χρηματοδότησης και διασφάλισης ρευστότητας των ελληνικών επιχειρήσεων, τις τρέχουσες εξελίξεις στην αναδιάρθρωση και τον εξορθολογισμό των δανειακών χαρτοφυλακίων των επιχειρήσεων, καθώς και τις τρέχουσες εξελίξεις  και τις υπάρχουσες προτάσεις στον τομέα διευθέτησης των μη εξυπηρετούμενων επιχειρηματικών δανείων, όπως επίσης και θέματα θεσμικού πλαισίου σε σχέση με τα «κόκκινα» δάνεια. Κατά τη διάρκεια της τοποθέτησης του, ο Ρεθεμνιώτης Βουλευτής παρουσίασε την κατάσταση της ελληνικής οικονομίας και κατέθεσε πέντε συγκεκριμένες προτάσεις για την ενίσχυση της ρευστότητας των ελληνικών επιχειρήσεων. Ακολουθεί η τοποθέτηση του κ. Κεφαλογιάννη.

«Αποτελεί για εμένα ιδιαίτερη τιμή η συμμετοχή στη σημερινή εκδήλωση - μια εκδήλωση την οποία, κύριε Πρόεδρε, προσωπικά αντιλαμβάνομαι ως μια έκφραση αγωνίας από την πλευρά σας και όσων εκπροσωπείτε για τις δυσκολίες και τα εμπόδια που συναντούν καθημερινά οι ελληνικές επιχειρήσεις. Όσοι επιθυμούν ακόμη να διατηρούν μια επαφή με την πραγματικότητα, γνωρίζουν καλά ότι, παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα, ο δρόμος για την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας παραμένει ακόμη μακρύς και δύσκολος.

 

Οι πρόσφατες εξελίξεις με την υπόθεση δύο μεγάλων, γνωστών επιχειρήσεων δεν αποτελούν, όπως κάποιοι θα ήθελαν, μια δυσάρεστη εξαίρεση. Μας υπενθυμίζουν αντίθετα με τον πιο δραματικό τρόπο ότι εξαιτίας της έλλειψης ρευστότητας και γενικότερα την μη πρόσβαση σε παραδοσιακές ή εναλλακτικές πηγές χρηματοδότησης δεκάδες χιλιάδες επιχειρήσεις δυσκολεύονται όλο και πιο συχνά να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους προς τους προμηθευτές, τους εργαζόμενους, το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά Ταμεία.

 

Το πρόβλημα χρηματοδότησης που αντιμετωπίζουν σήμερα οι ελληνικές επιχειρήσεις μπορεί να αποτυπωθεί με δυο εμφανείς τρόπους: Πρώτον, στο υψηλό κόστος χρηματοδότησης όταν αυτή είναι διαθέσιμη. Δεύτερον την αδυναμία πρόσβασης σε χρηματοδότηση ειδικά για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις οι οποίες εξαρτώνται σχεδόν αποκλειστικά από τον εξωτερικό κα δη τραπεζικό δανεισμό.

 

Υπάρχουν βέβαια και λιγότερο εμφανείς διαστάσεις του προβλήματος: Ελληνικές επιχειρήσεις κερδίζουν έργα και πελάτες στο εξωτερικό και όταν έρχεται η ώρα υπογραφής σύμβασης και διασαφήνισης των οικονομικών λεπτομερειών της συναλλαγής το «Ελληνικό ρίσκο» που συνεπάγεται η οικονομική  αβεβαιότητα και ο αποκλεισμός των ελληνικών τραπεζών από σειρά διεθνών συναλλαγών οδηγούν στην απώλεια της συνεργασίας. Οι επιχειρήσεις αυτές έχουν κόστος χρήματος 8% ή 10% όταν ένας ξένος ανταγωνιστής τους έχει κόστος χρήματος 2%. Αλλά είναι τόσο καλές που ακόμα και με αυτό το επιπλέον μη μισθολογικό κόστος κερδίζουν διεθνώς πελάτες. Υπάρχουν όμως και πολλές αξιόλογες επιχειρήσεις με ανταγωνιστικά προϊόντα και υπηρεσίες  που δεν μπορούν να παραμείνουν ανταγωνιστικές με τόσο επιβαρυντικούς όρους χρηματοδότησης. Όπου οι επενδυτές δεν εμπιστεύονται ότι το κράτος και η δικαιοσύνη προστατεύουν με ταχύτητα, αποτελεσματικότητα και προσήλωση τις συμφωνίες,  η μη τραπεζική χρηματοδότηση, ειδικά προς μικρότερες επιχειρήσεις,  είναι αδύνατον να αναπτυχθεί.

 

Επιπλέον, υπάρχει σήμερα ένα ιστορικό πολιτικών επιλογών που είχαν σαν αποτέλεσμα ιδιώτες επενδυτές που εμπιστεύτηκαν τη χώρα και επένδυσαν σε αυτή να καταγράφουν σημαντικές απώλειες.  Το πιο χαρακτηριστικό αλλά όχι αποκλειστικό παράδειγμα αφορά τις ελληνικές τράπεζες. Η άσκηση ενίσχυσης της εμπιστοσύνης των επενδυτών, ώστε να επενδύσουν στο άμεσο μέλλον κεφάλαια σε υποδομές, σε νέες δραστηριότητες ή σε διάσωση βιώσιμων επιχειρήσεων  δεν ξεκινάει συνεπώς από μηδενική βάση αλλά πρέπει να υπερκεράσει τις υφιστάμενες αρνητικές εμπειρίες των επενδυτών. Το ερώτημα είναι: μπορεί αυτό το οικονομικό κλίμα - το οποίο προφανώς και επιδεινώνεται από εξωγενής παράγοντες όπως την αβεβαιότητα που προκαλεί το Brexit ή οι πρόσφατοι τριγμοί στο ιταλικό τραπεζικό σύστημα- να αλλάξει;Προφανώς ναι. Αρκεί βέβαια η κυβέρνηση να αναγνωρίσει το πρόβλημα και να του δώσει ως όφειλε τη σχετική προτεραιότητα. Καταθέτω πέντε προτάσεις με την ελπίδα ότι θα τύχουν σήμερα από εσάς περαιτέρω αναλυτικής επεξεργασίας.

 

Πρώτον, ουσιαστική απομείωση της φορολογίας των επιχειρήσεων και  απομάκρυνση ειδικά κάθε είδους φορολογικών αντικινήτρων που αποτρέπουν τις τιτλοποιήσεις επιχειρηματικών δανείων και την επένδυση ιδιωτών σε αμοιβαία εταιρικών δανείων. Προσθέτω εδώ τη μείωση του κόστους μεταβίβασης εταιρικών μεριδίων και στοιχείων ενεργητικού.

 

Δεύτερον, πραγματική εξόφληση των υποχρεώσεων του κράτους προς την παραγωγική οικονομία και ειδικά προς τις εξαγωγικές επιχειρήσεις.

 

Τρίτον  ανάδειξη στο δημόσιο διάλογο της διευθέτησης του προβλήματος των κόκκινων επιχειρηματικών δανείων τα οποία αποτελούν το 65% των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Εάν δεν λυθεί αυτό το ζήτημα δεν μπορούμε να ελπίζουμε σε ουσιαστική πιστωτική επέκταση ειδικά προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Γι αυτό και ο λαϊκισμός και η υποκρισία πρέπει να τελειώνει. Το ζήτημα δεν είναι η πώληση κόκκινων δανείων σε funds. Το ζήτημα είναι η συμφωνία στις πολιτικές εκκαθάρισης τους. Οφείλουμε να  εξορθολογήσουμε  τη διαδικασία πρώτον, βάζοντας δικλείδες στις διαδικασίες πλειστηριασμών ώστε η εκπλειστηριαζόμενη αξία να προστατεύεται από κάθε λογής μεσάζοντες και δεύτερον συνδέοντας το δάνειο όχι με τον δανειολήπτη αλλά με την εμπράγματη εγγύηση. Το τελευταίο, εκτός του ότι σώζει από αυτοκτονίες, είναι ένας τρόπος αποκατάστασης δικαιοσύνης περνώντας τον χρηματοπιστωτικό κίνδυνο ΚΑΙ στην τράπεζα - πληρώνεται άλλως τε γι' αυτό μέσω του επιτοκίου.

 

Τέταρτον, άσκηση πραγματικής και όχι εικονικής τραπεζικής πολιτικής από τις τράπεζες. Σημερα,  παρατηρείται το εξής παράδοξο: να έχουμε οι τράπεζες είναι κερδοφόρες εν μέσω  απομείωσης των καταθέσεων και πιστωτικής συρρίκνωσης.

Για να το πω απλά, η Κυβέρνηση και η ΕΚΤ πρέπει να πιέσουν τις τράπεζες με την επαναφορά του waiver και εφόσον προχωρήσει η ποσοτική χαλάρωση  να κυνηγήσουν έσοδα από τραπεζικές δραστηριότητες και όχι ως από τη λειτουργία τους ως Pay Pal.

 

Πέμπτον, δημιουργία αλλά και ουσιαστική αξιοποίηση  υπαρκτών εργαλείων χρηματοδότησης.

Τα αναφέρω επιγραμματικά:

 

  • θεσμική παρέμβαση στην Ε.Ε. ώστε η ένταξη στα ευρωπαϊκά προγράμματα να υποβοηθούν και όχι να έχουν ως προαπαιτούμενο τη ρευστότητα

 

  • ενημέρωση και υποβοήθηση των επιχειρήσεων για την αξιοποίηση του πακέτου Γιουνκερ,

 

  • πλήρης ενεργοποίηση της επενδυτικής τράπεζας,

 

  • αναγνώριση ως ενέχυρου από την ΕΚΤ των ελληνικών τιτλοποιημένων εταιρικών ομολόγων.

 

Προφανώς ο  παραπάνω κατάλογος είναι ενδεικτικός, σίγουρα αποσπασματικός και σε καμία περίπτωση εξαντλητικός. Είμαι βέβαιος ωστόσο ότι το κενό αυτό θα καλύψει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο η σημερινή συζήτηση».

0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΡΕΘΥΜΝΟ

Ομιλία Γιάννη Κεφαλογιάννη στο Φόρουμ Επιχειρηματικότητας «Χρηματοδότηση και Ελληνική Επιχειρηματικότητα»

0
0

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ