ΣΥΝΟΛΙΚΑ 300 ΛΟΥΚΕΤΑ ΣΤΗΝ ΤΟΠΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΊΟ 1,5 ΧΡΟΝΟ
- Δυσμενές περιβάλλον για επενδύσεις και απαισιοδοξία για τα κέρδη από τον τουρισμό
- «Βόμβα» που θα εκραγεί η υπερπροσφορά καταστημάτων καφέ και γρήγορου φαγητού
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΜΑΝΟΥΣΟΣ ΚΛΑΔΟΣ
Υποβάθμιση της τοπικής εμπορικής αγοράς και σοβαρά οικονομικά προβλήματα στους επιχειρηματίες έχει προκαλέσει η πολυετής οικονομική κρίση, η συνέχεια της οποίας σε συνδυασμό με τις νέες φορολογικές επιβαρύνσεις «σπρώχνουν» στον κατήφορο την τοπική επιχειρηματικότητα.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Επιμελητηρίου Ρεθύμνου και όπως επιβεβαιώνουν τα στελέχη του Εμπορικού Συλλόγου, της Ομοσπονδίας Βιοτεχνών αλλά και του Συλλόγου Εστίασης, η φυσιογνωμία της Ρεθεμνιώτικης αγορά έχει αλλάξει άρδην σε σχέση με τα χρόνια προ κρίσης. Διαπιστώνονται σοβαρές ελλείψεις σε αγαθά ενώ «το σωσίβιο» του τουρισμού δεν είναι επαρκές για να διασώσει τους επιχειρηματίες, αφού η βαριά φορολογία τους καθηλώνει.
Συνολικά 300 καταστήματα έχουν κλείσει από την 1η Ιανουαρίου 1015 έως τις 6 Ιουνίου 2016 στο Ρέθυμνο.
Μέσα σε ενάμιση χρόνο η αγορά συρρικνώθηκε στον παραδοσιακό εμπορικό τομέα καθώς μαγαζιά με ρούχα, παπούτσια, είδη οικιακής χρήσης, σύγχρονου εξοπλισμού και αγαθών βασικών αναγκών της καθημερινότητας βάζουν λουκέτο το ένα μετά το άλλο.
Την ίδια ώρα κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα στο Επιμελητήριο Ρεθύμνου δηλώθηκαν συνολικά 404 νέες επιχειρήσεις, οι οποίες στην συντριπτική τους πλειοψηφία αφορούν μικρά καταστήματα πώλησης καφέ και γρήγορου φαγητού και γενικότερα μαγαζιά του επισιτιστικού κλάδου με καφενεία, ταβέρνες και μεζεδοπωλεία.
Η αλλαγή αυτή έχει επιφέρει νέα δεδομένα στην τοπική αγορά, η οποία από τη μία έχει σοβαρές ελλείψεις σε βασικά είδη και από την άλλη πλευρά παρουσιάζει υπερπροσφορά στον τομέα της σίτισης, γεγονός, που πάλι έχει ως αποτέλεσμα πολλά από τα νέα καταστήματα με καφέ και τυρόπιτες να έχουν διάρκεια λειτουργίας μόλις λίγους μήνες!
Ακόμα μία σοβαρή παράμετρος είναι αυτή των θέσεων εργασίας αφού τα καταστήματα που κλείνουν είναι κατά κύριο λόγο αυτά που απαιτούσαν εργαζόμενους ενώ σε αυτά που ανοίγουν εργάζονται κυρίως οι ιδιοκτήτες τους.
Έτσι παράλληλα διαπιστώνεται έξαρση της ανεργίας και περαιτέρω συρρίκνωση της αγοραστικής δύναμης του καταναλωτικού κοινού, δεδομένα, που συμβάλουν επιβαρυντικά στο ήδη κακό επιχειρηματικό περιβάλλον όπως αυτό έχει διαμορφωθεί.
Γεγονός είναι, ότι αγωνία του κόσμου να κρατηθεί οικονομικά μέσα στα συγκεκριμένα δεδομένα της κρίσης, οδηγούν και τον επιχειρηματικό τομέα σε ύφεση με την αγωνία να «χτυπά κόκκινο» αφού σύμφωνα με την Ελληνική Συνομοσπονδία Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας ήδη από την 1η του έτους έχουν μπει 15.000 λουκέτα σε ολόκληρη τη χώρα.
Το Ρέθυμνο, δυστυχώς, δεν έχει καταφέρει να διαφοροποιηθεί, ακολουθεί τον ίδιο κατήφορο και ήδη γίνεται λόγος για ένα επερχόμενο χειμώνα με απρόβλεπτες εξελίξεις για την τοπική αγορά.

ΤΙ ΔΗΛΩΝΟΥΝ ΟΙ ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΙ ΤΩΝ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΩΝ ΦΟΡΕΩΝ
Την εικόνα της αγοράς σκιαγραφούν με μελανά χρώματα οι εκπρόσωποι των επιχειρηματικών φορέων, οι οποίοι βιώνουν καθημερινά την αγωνία των συναδέλφων τους για την οικονομική κατάσταση στην τοπική αγορά.
Χαρακτηριστικά ο Πρόεδρος του Επιμελητηρίου Ρεθύμνου κ. Γιώργος Γιακουμάκης δήλωσε στην εφημερίδα μας, ότι «η τοπική αγορά ακολουθεί συνεχή πτωτική πορεία. Δουλεύουν μόνο κάποιες τουριστικές επιχειρήσεις αλλά και αυτές από κεκτημένη ταχύτητα. Τώρα με τον νέο ΦΠΑ θα αλλάξει ακόμα προς το χειρότερο το τοπίο.»
Ο ίδιος δίνει βαρύτητα στο ασταθές φορολογικό περιβάλλον αλλά και στην βαριά φορολογία, θεωρώντας, αδύνατον να γίνουν επενδύσεις στο Ρέθυμνο, αν και εφόσον συνεχιστεί η εφαρμογή των πολιτικών που προκάλεσαν αυτή την πτώση. Είπε χαρακτηριστικά, ότι «με αυτή την φορολογία, υπό τις συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, χωρίς κίνητρα και χωρίς χρηματοδότηση από τις τράπεζες, δεν μπορεί να προχωρήσει τίποτα απολύτως. Αν δεν υπάρχει συγκεκριμένο μόνιμο φορολογικό σύστημα κανένας δεν ενδιαφέρεται για επενδύσεις.
Απαιτείται σταθερό φορολογικό περιβάλλον και σοβαρά κίνητρα για τους επιχειρηματίες.»
Από την πλευρά του ο Πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Ρεθύμνου κ. Γιώργος Πωλιουδάκης περιγράφοντας την σημερινή εικόνα της αγοράς δήλωσε στην εφημερίδα μας, ότι «τα μαγαζιά που κλείνουν είναι κυρίως με χρόνια παρουσία στην αγορά και πολλές θέσεις εργασίας. Αυτά που ανοίγουν είναι τέτοια που απαιτούν μικρό κεφάλαιο, όχι πολυάριθμο προσωπικό και φθηνά υλικά. Έχει όμως αποδειχθεί ότι όλα αυτά τα καταστήματα δεν έχουν πάνω από 2-3 χρόνια ζωής. Κυρίως γιατί τα περισσότερα απευθύνονται στον τομέα της εστίασης και η αγορά δεν μπορεί να αντέξει τόσο μεγάλο αριθμό.»
Ο κ. Πολιουδάκης συνέχισε λέγοντας, ότι «έχει γυρίσει πολλά χρόνια πίσω η αγορά του Ρεθύμνου. Μειώνεται η αγοραστική δύναμη των καταναλωτών, μειώνεται ο τζίρος, αυξάνονται οι φόροι, δεν ξέρουμε τι θα συμβεί αύριο και έτσι πάμε από το κακό στο χειρότερο με αποτέλεσμα 15.000 λουκέτα στη χώρα το πρώτο πεντάμηνο του 2016. Η πολιτική της κυβέρνησης είναι καταστροφική. Δεν μπορώ να καταλάβω τι ακριβώς θέλει να κάνει με αυτές τις πολιτικές. Πανηγυρίζει για τις συμφωνίες της και μιλά για ανάπτυξη! Ποια ανάπτυξη; Μόνο καταστροφή βιώνουμε και φτώχεια!»
Στο ότι το Ρέθυμνο έχει μετατραπεί σε μια τεράστια «καφετέρια» αναφέρεται με σαφήνεια ο Πρόεδρος του Συλλόγου Εστίασης και Αναψυχής κ. Ανδρέας Κλαψινός, ο οποίος σχολίασε στο «Ρ», ότι «δεν μπορούμε να κάνουμε και πολλά πράγματα σχετικά με αυτό. Δυστυχώς όποιος χάνει την δουλειά του ή διώχνεται από κάπου ή έχει αποταμιεύσει ένα μικρό ποσό, προσφεύγει στην εστίαση. Αποτέλεσμα είναι οι περισσότεροι να μην αντέχουν πάνω από δύο χρόνια, να «βαρούν κανόνι» και να «φεσώνουν» όλο τον κόσμο. Δυστυχώς αυτή είναι η εύκολη λύση. Η αγορά δεν μπορεί να αντέξει τόσα καταστήματα. Τα τραπεζοκαθίσματα στο Ρέθυμνο είναι τόσο πολλά που έχουμε τον μεγαλύτερο ποσοστό τέτοιων επιχειρήσεων σε ολόκληρη την Κρήτη!»
Τις αλλαγές και την πτωτική πορεία της αγοράς επισημαίνει μιλώντας στην εφημερίδα μας και ο Πρόεδρος του ΟΒΕΡ κ. Κοσμάς Περπυράκης. Όπως τόνισε, «η εμπορικότητα βρίσκεται σε συνεχή πτώση καθώς η καταναλωτική δύναμη έχει μειωθεί δραματικά. Αυτό δημιουργεί ανησυχία στους επιχειρηματίες και προβληματισμό για τις αλλαγές που πρέπει να κάνουν στις επιχειρήσεις τους. Έτσι βλέπουμε να στρέφονται περισσότερο στον τουρισμό και στα καταστήματα πώλησης καφέ, τα ταχυφαγεία και τα μεζεδοπωλεία.»
Έμπειρος και χρόνια μέσα στο γίγνεσθαι της τοπικής αγοράς, ο κ. Περπυράκης δήλωσε, ότι «σε όλα τα είδη και τα επαγγέλματα, όταν ακολουθείται τέτοια τακτική, τελικά επέρχεται κορεσμός. Το δικό μου επάγγελμα είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Την περασμένη δεκαετία άνοιξαν 180 χρυσοχοεία στην πόλη μας και σήμερα έχουν μείνει 60. Αυτό γιατί δεν ήταν δυνατόν να αντέξει η τοπική αγορά την υπερπροσφορά που δημιουργήθηκε. Δεν μπορούσαν να δουλέψουν όλα τα καταστήματα. Το ίδιο θα συμβεί με όλα αυτά τα καταστήματα εστίασης που ανοίγουν. Είναι φυσικό, ότι θα κορεστεί η αγορά. Θεωρώ, ότι αυτό είναι αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης και αν αυτή δεν υπήρχε θα ήταν πιο ήρεμα και διαφορετικά τα πράγματα. Στην πόλη μας, η οποία είναι τουριστική, είναι φυσικό να κατευθύνονται οι περισσότεροι προς τον τουρισμό. Το ερώτημα όμως είναι σε τι είδους τουριστική επιχειρηματικότητα πηγαίνουμε; Είναι φυσικό να ανοίγουν όλοι μαγαζάκια για να πωλούν λάδια, σαπούνια και μπιχλιμπίδια; Και αυτά θα αρχίσουν να μην έχουν δουλειά τελικά. Κάθε αγορά έχει τις δυνατότητες της.»
Ο ίδιος τόνισε, ότι «θα πρέπει σιγά – σιγά οι επιχειρηματίες να σταθεροποιηθούν στην δουλειά τους και να την κάνουν με συνέπεια και αξιοπιστία ώστε να αντέξουν και να κρατηθούν στην αγορά. Να μην προσπαθούν να αλλάξουν το αντικείμενο τους χωρίς σοβαρό προγραμματισμό. Να είναι σίγουροι για αυτό που κάνουν» και ολοκλήρωσε την τοποθέτηση του επισημαίνοντας, πως «σήμερα διαπιστώνεται ότι έχουμε οδηγηθεί σε μια πτώση της επάρκειας των προϊόντων στην αγορά αλλά πιστεύω, ότι θα επανέλθουμε αν και εφόσον δουλέψουμε σωστά και συγκρατήσουμε τον κόσμο. Πιστεύω επίσης ότι πρέπει να στηρίξουμε τα μικρά μαγαζιά και την τοπική επιχειρηματικότητα και να μην απευθυνόμαστε ως κοινό στα μεγάλα υπερκαταστήματα και τις πολυεθνικές εταιρείες.»

