ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗ ΝΕΑ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ
ΓΡΑΦΕΙ Ο ΜΑΝΟΥΣΟΣ ΚΛΑΔΟΣ
Ο «λευκός καπνός» των διαπραγματεύσεων μεταξύ δανειστών και Ελληνικής Κυβέρνησης επιφέρει νέα δυσβάστακτα οικονομικά μέτρα για τους πολίτες, κυρίως τους μισθωτούς, τους συνταξιούχους και όλες τις κατηγορίες εκείνες που ανήκουν στη λεγόμενη τάξη των «μικρομεσαίων».
Το κείμενο της τελικής συμφωνίας αναμένεται με «κομμένη την ανάσα» για τις παραγωγικές δυνάμεις και τους εργαζόμενους που όχι μόνο δεν βλέπουν «φως στο τούνελ» αλλά ένα ακόμα πιο «σκοτεινό κανάλι» μείωσης της όποιας οικονομικής δύναμης τους έχει απομείνει.
Ειδικά οι αυξήσεις στον Φ.Π.Α. και στα καύσιμα και βέβαια το νέο φορολογικό και ασφαλιστικό σύστημα, επιβάλουν στην χώρα ένα σκληρό καπιταλιστικό καθεστώς και μάλιστα με την υπογραφή μιας «αριστερής» κυβέρνησης!
Η απογοήτευση των πολιτών είναι έκδηλη διότι όχι μόνο δεν είδαν τις θυσίες των προηγούμενων ετών να «πιάνουν τόπο» αλλά χρόνο με τον χρόνο διαπιστώνουν η κατάσταση να γίνεται ολοένα και χειρότερη για την καθημερινότητα τους.
Ειδικά το σχεδιαζόμενο νέο φορολογικό και ασφαλιστικό σύστημα προκαλεί σφοδρές αντιδράσεις και οι επόμενες εβδομάδες θα είναι ημέρες κλιμάκωσης των κινητοποιήσεων ενάντια στα μνημονιακά μέτρα.
«ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΟΥΜΕ ΑΛΛΟ»
Με εξαίρεση τον εκπρόσωπο του Επιμελητήριου Ρεθύμνου που κρατά μετριοπαθή στάση, όλοι οι εκπρόσωποι των παραγωγικών τάξεων του Ρεθύμνου, με τους οποίους μιλήσαμε, κάνουν λόγο για επερχόμενη οικονομική ισοπέδωση της αγοράς, των μισθωτών, των συνταξιούχων και γενικότερα όλων των επαγγελματικών κλάδων.
Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι συνεχίζεται η απεργία των δικηγόρων, οι λογιστές και φοροτεχνικοί έχουν «κατεβάσει ρολά», στον κλάδο της υγείας οι εργαζόμενοι μιλούν για απόλυτο αποσυντονισμό και διάλυση, δημοσιογράφοι και εκπαιδευτικοί βρίσκονται σε απεργίες και διαδηλώσεις ενώ ο ένας κλάδος μετά τον άλλο διατρανώνουν μία και μόνο φράση: «δεν αντέχουμε άλλο!»
Ο κ. Μανώλης Τσακαλάκης, Πρόεδρος Συλλόγου Ξενοδόχων Ρεθύμνου δήλωσε στην εφημερίδα μας, ότι «τα νέα μέτρα είναι καταστροφή. Θα κλείσουν πολλά ξενοδοχεία και πολλά θα περάσουν σε ξένα χέρια. Το ένα ευρώ που μας επιβάλουν και η αύξηση του ΦΠΑ απορροφούνται όλα από εμάς διότι δεν γίνεται να έχεις κλείσει πελάτες σε συγκεκριμένες τιμές και μετά να τις αυξάνεις. Αυτό δεν γίνεται. Οπότε βρισκόμαστε συνεχώς σε μείωση εσόδων που οδηγεί σε αφανισμό.»
Από την πλευρά του ο κ. Στέλιος Ξεζωνάκης Πρόεδρος της Ν.Ε. Ρεθύμνου του ΤΕΕ μας δήλωσε, ότι «διαφωνούμε κάθετα με όλα αυτά τα μέτρα και ειδικά με το ασφαλιστικό, γιατί έχουμε το μοναδικό ταμείο το οποίο είναι βιώσιμο και έχει αποθεματικό. Θα κλιμακώσουμε τις κινητοποιήσουμε και θα αναστήλουμε κάθε λειτουργία του ΤΕΕ έως και της ηλεκτρονικής πλατφόρμας που σημαίνει, ότι θα παγώσει κάθε διαδικασία για την έκδοση αδειών ή ό,τι άλλο απαιτείται για τις οικοδομές. Είμαστε κάθετα αντίθετοι με ό,τι σχεδιάζεται.»
Ο κ. Γιώργος Πωλιουδάκης, Πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Ρεθύμνου, σχολίασε στην εφημερίδα μας, ότι «με αφορμή την αύξηση του ΦΠΑ θα υπάρξουν αλυσιδωτές ανατιμήσεις στην αγορά. Η συνεχή επιβολή φόρων έχει εξαντλήσει την φοροδοτική και καταναλωτική ικανότητα των φορολογούμενων. Οικονομικά ο χειμώνας που περάσαμε ήταν ο χειρότερος όλων των ετών και τα μέτρα που εξαγγέλλονται προδιαγράφουν ακόμα χειρότερες καταστάσεις.»
Ο κ. Γιώργος Λιολάκης Πρόεδρος του Εργατουπαλληλικού Κέντρου Ρεθύμνου κάνει λόγο για ειδεχθή μέτρα και νέες κινητοποιήσεις δηλώνοντας στο «Ρ» ότι «θα κάνουμε ό,τι μπορούμε οι εργαζόμενοι να μην περάσουν τα ειδεχθή νέα μέτρα. Καταδικάζονται οι εργαζόμενοι σε μαρασμό και οι συνταξιούχοι σε πείνα. Θα υπάρξουν σφοδρές αντιδράσεις.»
Ο κ. Μανώλης Ψαρουδάκης Αντιπρόεδρος του Επιμελητηρίου Ρεθύμνου, είπε πως «η αίσθηση που έχουμε τα τελευταία χρόνια είναι, ότι περισσότερη δυσκολία δημιουργεί ο τρόπος που επιβάλλονται τα φορολογικά και ασφαλιστικά μέτρα παρά η εφαρμογή τους. Για δε τα συγκεκριμένα θα περιμένουμε καθώς όλα κρίνονται από την αποτελεσματικότητα και τον τρόπο εφαρμογής.»
Σχολιάζοντας τα νέα δεδομένα ο κ. Κοσμάς Περπυράκης, Πρόεδρος της Ομοσπονδίας Εμποροβιοτεχνών Ρεθύμνου, δήλωσε, ότι «έχει εξαντληθεί το όριο που μπορείς να επιβάλεις επιπλέον φόρους. Ό,τι παραπάνω μπαίνει, λειτουργεί σε βάρος των καταναλωτών και της αγοράς. Η αύξηση του ΦΠΑ στο 23% δεν επέφερε κέρδη. Τώρα στο 24% τι πιστεύουν; Που αποσκοπούν; Οι αυξήσεις θα είναι ραγδαίες στο κόστος των εμπορευμάτων και στην παροχή υπηρεσιών, οπότε θα μειωθούν οι δουλειές γιατί ο κόσμος δεν έχει χρήματα. Η κατάσταση είναι η χειρότερη από ποτέ, δεν υπάρχει ρευστότητα, δεν δίνει κανένας με πίστωση και διαγράφεται δυσοίωνο μέλλον για το εμπόριο. Οι επιχειρήσεις κλείνουν η μία μετά την άλλη και τα στοιχεία δεν μας αφήνουν περιθώρια να αισιοδοξούμε.»
Αντίστοιχα για τον χώρο που δραστηριοποιείται επαγγελματικά, ο κ.Νίκος Σταυρακάκης, Πρόεδρος του Συλλόγου Παραγωγών Λαϊκής Αγοράς Ρεθύμνου μας είπε, ότι «η αύξηση του ΦΠΑ και των εισφορών ουσιαστικά διώχνει τους αγρότες από τα χωράφια και την δουλειά τους. Η καταστροφή έρχεται και απαιτείται να ξεσηκωθούν οι αγρότες γιατί απειλούμαστε με αφανισμό και θα έρθουν πολύ χειρότερες ημέρες.»
Επίσης, ο κ. Μανώλης Κοκολάκης, Πρόεδρος των Εμπόρων Λαϊκής Αγοράς Ρεθύμνου σχολίασε δεικτικά, ότι «με τα ήδη μέτρα που υπάρχουν δεν μπορούμε να υπάρξουμε άρα σκεφτείτε τι μας περιμένει με τα νέα. Ζούμε και δουλεύουμε για να πληρώνουμε φόρους. Δίνουμε το 80% του κέρδους μας στο κράτος. Τι άλλο θέλουν;»
Η ΕΥΗΜΕΡΙΑ ΤΩΝ ΑΡΙΘΜΩΝ
Την ίδια ώρα, βέβαια, οι αριθμοί ευημερούν και μάλιστα η Eurostat ανακοίνωσε πρωτογενές πλεόνασμα στο 0,7% του ΑΕΠ. Παράλληλα, το δημόσιο έλλειμμα ανήλθε στο 7,2% το 2015, από το 3,6% το προηγούμενο έτος, ενώ οι κυβερνητικές δαπάνες αυξήθηκαν στο 55,3% του ΑΕΠ, από 50,7% το 2014.
Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία η χώρα εξακολουθεί να έχει το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην Ευρωζώνη, στο 176,9% του ΑΕΠ, παρ' ότι καταγράφεται ελαφρά υποχώρηση σε σχέση με το 2014.
Να σημειωθεί ότι το κόστος για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών το 2015 υπολογίζεται σε 7,158 δισ. ευρώ ή 4,1% του ΑΕΠ, όταν το συνολικό έλλειμμα (κατά ESA) είναι 7,4% και το πρωτογενές 3,4% του ΑΕΠ. Διαμορφώνεται δηλαδή ένα πρωτογενές πλεόνασμα κατά πρόγραμμα της τάξης του 0,7% του ΑΕΠ, αντί του στόχου για έλλειμμα 0,25% του ΑΕΠ.
Τα παραπάνω μεγέθη ωστόσο δεν είναι αυτά που υπολογίζονται για το πρόγραμμα αλλά αυτά που προκύπτουν από το λογιστικό πρότυπο της Eurostat (ESA 2010).
Με βάση το πρόγραμμα, μια σειρά δαπάνες αντιμετωπίζονται διαφορετικά. Όπως σημειώνει και η ΕΛΣΤΑΤ, «τα στοιχεία που αντιμετωπίζονται διαφορετικά σύμφωνα με τους κανόνες ESA 2010 και στο πλαίσιο του Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής περιλαμβάνουν έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις περιουσιακών στοιχείων, οι δαπάνες σχετικά με συναλλαγές για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και τα έσοδα από μεταφορές ποσών που συνδέονται με εισοδήματα των εθνικών κεντρικών τραπεζών της ευρωζώνης, τα οποία προέρχονται από την κατοχή ελληνικών κρατικών ομολόγων στα επενδυτικά τους χαρτοφυλάκια».
Η κομισιόν μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων της Eurostat έκανε λόγο για πρόοδο στην Ελλάδα και βέβαια η Κυβέρνηση μίλησε για «εκτεθειμένο ΔΝΤ» και ακόμα πιο «εκτεθειμένη Ν.Δ. και γενικώς αντιπολίτευση».
Όπως ανακοίνωσε η Κυβέρνηση: «Τα αποτελέσματα της Eurostat παρουσιάζουν πρωτογενές πλεόνασμα 0,7% του ΑΕΠ για το 2015, όταν ο στόχος του προγράμματος που συμφωνήθηκε τον περασμένο Ιούλιο ήταν πρωτογενές έλλειμα 0,25% και οι εκτιμήσεις του ΔΝΤ ήταν έλλειμα 0,6%.
Με δυο λόγια έχουμε διαφορά από το στόχο 0,95% του ΑΕΠ, δηλ. 1,6 δισ. ευρώ ενώ το ΔΝΤ έπεσε έξω κατά 1,3% του ΑΕΠ, δηλ. 2,3 δισ. ευρώ. Το αποτέλεσμα αυτό παρά τις δυσκολίες των capital controls αλλά και της προσφυγικής κρίσης δεν ήρθε τυχαία.
Ήρθε με σκληρή προσπάθεια, οργανωμένο σχέδιο, και εξορθολογισμό των δαπανών του κράτους. Τα στοιχεία αυτά βάζουν οριστικό τέλος στο παραμύθι της ΝΔ περί διαπραγμάτευσης που κατέστρεψε την οικονομία.
Επίσης, το αποτέλεσμα αυτό εκθέτει πλήρως τόσο την αξιοπιστία των εκτιμήσεων του ΔΝΤ όσο και όσους μιλούν για την ανάγκη έκτακτων μέτρων για να πιάσει η Ελλάδα τους στόχους του 2018».
Σημειώνεται ότι η ελληνική πλευρά έχει επενδύσει πολλά στα στοιχεία της Eurostat, προκειμένου να αποκρούσει όσο μπορεί τις πιέσεις για περισσότερα μέτρα, ενώ το θέμα έχει ανέβει και στην ατζέντα των δανειστών, δεδομένου ότι στις Βρυξέλλες υπερασπίζονται την ακρίβεια των στοιχείων τα οποία αμφισβητεί εν πολλοίς το ΔΝΤ.»
