ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΑΦΑΙΡΕΣΗ ΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ ΠΕΡΙ ΒΟΣΚΟΤΟΠΩΝ
Ολοένα και πιο δραματική γίνεται η οικονομική κατάσταση στους περιφερειακούς δήμους καθώς οι συνεχείς μειώσεις των εσόδων δημιουργούν ασφυκτικό κλοιό και σοβαρά προσχώματα ως προς την εύρυθμη λειτουργία τους.
Ειδικά μετά την απόφαση της Κυβέρνησης να αποδώσει την διαδικασία διανομής των βοσκοτόπων στις Περιφέρειες αφαιρώντας την από τους δήμους, έχει δημιουργηθεί «νέος πονοκέφαλος» στις δημοτικές Αρχές των ορεινών περιοχών αφού χάνουν ένα μεγάλο μέρος των εσόδων τους.
Για παράδειγμα οι κυρίως κτηνοτροφικοί δήμοι του νομού Ρεθύμνου όπως των Ανωγείων και του Μυλοποτάμου θα υποστούν φέτος μείωση εσόδων που ξεπερνά τα 200.000 ευρώ για τον κάθε ένα ενώ αντίστοιχες μειώσεις θα έχει το Αμάρι και ο Άγιος Βασίλειος.
Παρά τις αντιδράσεις των ορεινών δήμων, η Κυβέρνηση τελικά αποφάσισε να παραχωρήσει τις αρμοδιότητες και τα δικαιώματα βοσκής στις Περιφέρειες ακολουθώντας τον διό της σχεδιασμό και παρά τις διαμαρτυρίες που τις ετέθησαν από το σύνολο των Δημάρχων.
Χαρακτηριστικά, ο Δήμαρχος Ανωγείων Μανώλης Καλλέργης, του πλέον ορεινού Δήμου του Ρεθύμνου, εκπροσωπώντας τους συναδέλφους του ανέφερε σε επιστολή του προς την πολιτική ηγεσία των συναρμόδιων υπουργείων, ότι «Πρόκειται για μια απαράδεκτη αλλαγή, που ανατρέπει τον οικονομικό προγραμματισμό των Δήμων και αφαιρεί θεσμοθετημένους πόρους της Αυτοδιοίκησης Α' βαθμού, για να τους αποδώσει στις Περιφέρειες; που δεν έχουν ασχοληθεί ποτέ με το θέμα και το κυριότερο χάνεται η αμεσότητα των παρεμβάσεων βελτίωσης των συνθηκών άσκησης της αγροτοκτηνοτροφικής δραστηριότητας των δημοτών μας βελτιώνοντας δρόμους, ομβροδεξαμενές; λιμνοδεξαμενές μικρής κλίμακας και λοιπές δημόσιες εγκαταστάσεις.
Κυρίαρχο επιπλέον ζήτημα, για τους Ορεινούς Δήμους της Περιφέρειας Κρήτης; αναμφισβήτητα αποτελεί το χρονίζον από δεκαετίες πρόβλημα του Ιδιότυπου με την υπόλοιπη Ελλάδα ιδιοκτησιακό καθεστώς των δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων της Κρήτης, που η Πολιτεία έχει αστοφύγει να αντιμετωπίσει μέχρι σήμερα.
Το παραπάνω ζήτημα Θωρούμε ότι θα πρέπει να το συμπεριλάβετε στις προτάσεις σας για τη νέα Συνταγματική Αναθεώρηση που θα δίνει την εξουσιοδότηση στο κοινό νομοθέτη να αναγνωρίσει την κυριότητα των δασικών και χορτολιβαδικών εκτάσεων στους ΟΤΑ που επί σειρά δεκαετιών τις εκμεταλλεύονται με την επιβολή μάλιστα δικαιώματος βοσκής, ή σε άλλους φυσικούς ιδιοκτήτες όπως ΝΠΔΔ ή και Ιδιώτες.»
Ωστόσο μέσω του Αναπληρωτή Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης κ. Μπόλαρη, το ζήτημα ξεκαθαρίστηκε καθώς όλα πλέον ανατίθενται στις περιφέρειες.
Σε ερώτηση των Βουλευτών Ηρακλείου Λ. Αυγενάκη κα Σπ. Δανέλη, ο κ. Μπόλαρης απάντησε ως εξής:
«…Όσον αφορά στο μίσθωμα για το δικαίωμα χρήσης βοσκής, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 103 του Δασικού Κώδικα (ν.δ. 86/1969 – ΦΕΚ 7/Α), το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 20 παρ. 1 του ν. 4351/20145 (ΦΕΚ 164/Α), “Με κοινή απόφαση των Υπουργών Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής καθορίζονται το ύψος του τιμήματος, οι όροι, οι κυρώσεις και τα αρμόδια όργανα επιβολής τους που αφορούν το δικαίωμα χρήσης της βοσκής, καθώς και κάθε σχετικό θέμα. Το ανωτέρω τίμημα κατατίθεται υπέρ του δήμου στη διοικητική περιφέρεια του οποίου ασκείται η βόσκηση και σε σχετικό λογαριασμό του, με την υποχρέωση διάθεσής του αποκλειστικά για τη συντήρηση και την κατασκευή έργων υποδομής του βοσκότοπου”.
Επισημαίνεται ότι το τίμημα που προβλεπόταν στο καταργηθέν νομικό πλαίσιο δεν αποτελούσε θεσμοθετημένο δημοτικό έσοδο, αλλά είχε ανταποδοτικό χαρακτήρα, επιφορτίζοντας τον οικείο δήμο με την υποχρέωση να διαθέτει τα έσοδα από τα τέλη βοσκής αποκλειστικά και μόνο για τη συντήρηση και την κατασκευή έργων υποδομής του βοσκότοπου. Αντίστοιχα, το μίσθωμα που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 7 του ν. 4351/2015 (ΦΕΚ 164/Α) δεν αποτελεί έσοδο της Περιφέρειας, αλλά έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα και επιφορτίζει την Περιφέρεια με την εκπόνηση και την εφαρμογή του διαχειριστικού σχεδίου βόσκησης».
